Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22.9.11

10 snapshot videos of R.E.M.

1. Τον Nοέμβρη του 1983, σε μια αρκετά νέα εκπομπή του NBC με παρουσιαστή τον David Letterman, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην τηλεόραση μια σχετικά άγνωστη μπάντα από την Αθήνα της Georgia. Το ντεμπούτο τους “Murmur” έχει αποσπάσει εξαιρετικά θετικές κριτικές από τον μουσικό τύπο, χάρη στον ιδιόμορφο ήχο του και τη μυστηριακή, ερμητική στιχουργική του γραφή. Πρώτο single είναι το post-punk Radio Free Europe.



2. «Συναυλιακός χώρος Milton Keynes, 22 Ιουνίου 1985: Βρίσκομαι ψηλά πάνω από τη σκηνή κρεμασμένος στις σκαλωσιές απέναντι σε έναν καταιγιστικό άνεμο, με τη βροχή να πέφτει πάνω στο πρόσωπό μου σαν βελόνες. Ο λόγος που παίρνω αυτό το ρίσκο είναι απλούστατα επειδή προσπαθώ να έχω μια κάπως καλύτερη εικόνα των R.E.M. που παίζουν ζωντανά λίγα μέτρα κάτω μου. Βρέχει καταρρακτωδώς. Αλλά δεν είναι μόνο οι ουρανοί που έχουν ανοίξει, αλλά και το βαριεστημένο κοινό του φεστιβάλ που ανυπομονεί να δει τους U2 και κάνει επίσης τη ζωή δύσκολη στα support συγκροτήματα. Στις μπροστινές σειρές, πίνουν μπύρα μέσα από μεγάλα πλαστικά μπουκάλια, τα οποία στη συνέχεια γεμίζουν με κάτουρο και τα εκσφενδονίζουν στη σκηνή σε όποιο γκρουπ αποδοκιμάζουν, συμπεριλαμβανομένων των R.E.M. (…) O Peter Buck καταφέρνει να αποφύγει με σβελτάδα τα μπουκάλια που έρχονται προς το μέρος του, χωρίς να χάνει ούτε μια νότα. Αλλά ο Michael Stipe είναι ευάλωτος, όπως στέκεται ακλόνητος μπροστά από τη βάση του μικροφώνου. “Ω, σας ευχαριστώ πάρα πολύ,” λέει στο κοινό μετά από μια πολύ κοντινή βολή, “το καλοκαίρι στην Georgia δε μοιάζει καθόλου με αυτό εδώ.” Κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αλλά το κοινό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τους προσέξει, ειδικά εφόσον η πλειοψηφία των τραγουδιών του σετ προέρχεται από το καινούργιο τους άλμπουμ, που ελάχιστοι έχουν μέχρι στιγμής ακούσει. Η συναυλία απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επιτυχημένη.» Peter Hogan – The complete guide to the music of R.E.M. (Omnibus Press)

Όσο κι αν οι κριτικές στον τύπο εξακολουθούσαν να είναι διθυραμβικές, οι R.E.M. δεν έπαυαν να αποτελούν παγκοσμίως μια σχετικά άσημη μπάντα, που στην πρώτη της περιοδεία στην Αγγλία πολλές φορές δυσκολευόταν να παίξει σε club με ακροατήριο μεγαλύτερο των 100 ατόμων. Εδώ, κατά την προετοιμασία του τρίτου δίσκου τους “Fables of the Reconstruction,” προβάρουν ένα από τα καινούργια τους τραγούδια, το Driver 8.



3. Τα μουσικά βιντεοκλίπ για την προώθηση ενός δίσκου στην τηλεόραση θεωρούνταν τότε από τους R.E.M. μια πλαστή, ξεπερασμένη και ακατάλληλη μορφή επικοινωνίας με το κοινό τους. Έτσι, όποτε καλούνταν να πραγματοποιήσουν κάτι σχετικό για τη δισκογραφική τους εταιρεία, άλλοτε ξανάπαιζαν ζωντανά όλο το κομμάτι για τις ανάγκες της βιντεοσκόπησης (So. Central Rain) ή κατέφευγαν σε απλές, χαμηλού προϋπολογισμού, no-budget λύσεις, όπως στο κλασικό πλέον Fall On Me από το 1986 (βλ. επίσης μια εξαιρετική ανάρτηση σχετικά με αυτό το κομμάτι εδώ).



4. Σε ένα ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε το 1987 για την αναδυόμενη μουσική σκηνή της αμερικανικής Αθήνας, μαζί με συγκροτήματα όπως οι B-52's, οι Pylon και οι Flat Duo Jets, παρουσιάζονται και οι R.E.M. με ένα από τα πιο πρόσφατα τραγούδια τους, το εμπνευσμένο από τον αμερικανικό εμφύλιο Swan, Swan H.



5. Στην τελευταία τους κυκλοφορία στην IRS, (“Document”, 1987) οι R.E.M. κάνουν την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία στα charts με το The One I Love. Την επόμενη χρονιά υπογράφουν στην Warner Bros και ηχογραφούν το “Green”. Στο You Are The Everything, από τον δίσκο αυτό, ακούγεται για πρώτη φορά ένα μουσικό όργανο που σταδιακά θα καθιερωνόταν ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του μουσικού τους στίγματος: το μαντολίνο. Εδώ σε μια ζωντανή εκτέλεση στη βρετανική εκπομπή Our Common Future.



6. Το αξιοπερίεργο με τα δύο άλμπουμ που τους εκτόξευσαν στην παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή (“Out Of Time”, 1991 και “Automatic For The People”, 1992) ήταν το γεγονός ότι το γκρουπ, κουρασμένο από τις συνεχείς περιοδείες επί μία δεκαετία, αποφάσισε να μη δώσει συναυλίες μετά την κυκλοφορία τους, δοκιμάζοντας να εκμεταλλευτεί μέσα που έως τότε είχε απορρίψει, όπως τα «επαγγελματικά» βιντεοκλίπ και οι πολλές εμφανίσεις σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.

Μπορεί οι R.E.M. να έχουν σήμερα ουσιαστικά αποκηρύξει το Shiny Happy People, η συμμετοχή τους όμως στο παιδικό σόου Sesame Street με μια διασκευασμένη εκδοχή του κομματιού
(Furry Happy Monsters) έδειχνε πως ακόμα κι αν η κριτική πως «είχαν ξεπουληθεί» σε πιο εμπορικά μονοπάτια είχε κάποια βάση, κατάφερναν να το κάνουν με πραγματικά πολύ ξεχωριστό στυλ.



7. Η αποχώρηση του drummer Bill Berry – όχι απλά από τους R.E.M., αλλά από κάθε επαγγελματική μουσική δραστηριότητα – μετά την ολοκλήρωση του “New Adventures In Hi-Fi” και λίγο καιρό έπειτα από μια δύσκολη περιπέτεια της υγείας του (κατέρρευσε λόγω εγκεφαλικού ανευρύσματος σε συναυλία το 1995), σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία των R.E.M. Συμπτωματικά, στο τελευταίο single τους με τον Berry στις τάξεις τους, ο ρυθμός των ντραμς αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται όλο το κομμάτι, στο θαυμάσιο How The West Was Won And Where It Got Us.



8. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της νεότερης αυτής φάσης των R.E.M. ως τριμελές σχήμα είναι και το Disappear από το παραγνωρισμένο “Reveal” του 2001, εδώ σε μία από τις ελάχιστες φορές που παίχτηκε ζωντανά (στο MTV unplugged).



9. Η επιστροφή τους σε έναν πολύ πιο δυναμικό rock ήχο και στην πολιτική διαμαρτυρία έκανε το “Accelerate” του 2008 έναν αναπάντεχα σπουδαίο δίσκο σε μια χρονική στιγμή που δεν το περίμενε κανείς. Το Mr. Richards από τα sessions της περιόδου αυτής, εδώ σε μια ακουστική εκτέλεση «εν κινήσει».



10. Για τον τελευταίο τους δίσκο – που δεν τους βρίσκει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους, χωρίς να είναι επ’ ουδενί κακός (there’s no such thing as a bad R.E.M. record) – γυρίστηκαν shortfilms από διαφορετικούς σκηνοθέτες για κάθε ένα κομμάτι του, σε μια διαδικασία που βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, την ώρα που το συγκρότημα ανακοίνωσε ομόφωνα τη διάλυσή του. Ο Stipe συμμετέχοντας κι ο ίδιος στο κλιπ του Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter μοιάζει κάπως να προεξοφλεί την εξέλιξη αυτή με το τελικό βλέμμα του στο ιδιόρρυθμο αυτό βίντεο, με guest την εκκεντρική Peaches.


3.1.11

Come Down With Us

Τη συγκεκριμένη συλλογή την είχα γράψει κάπου εφτά χρόνια πριν˙ την ξέθαψα πρόσφατα και την ξανάκουσα, παίρνοντας έτσι την ιδέα να την ανεβάσω εδώ, μαζί με άλλες δύο ακόμη, κάπως σαν αντιστάθμισμα για το διάστημα της (έως τώρα και επερχόμενης) αναγκαστικής απουσίας μου από το μπλογκ και τις διαδικτυακές γειτονιές γενικότερα.

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και πηγαίνοντας προς Βρετανία, με κάποιες στάσεις σε Καναδά, Ιρλανδία και Γαλλία, οι επιλογές των κομματιών μπορεί να μην αποτελούν τον ορισμό του σπάνιου ή ψαγμένου, φτιάχνουν όμως ένα ενδεικτικό soundtrack της μουσικής των late 90s - early 00s και καταγράφουν κάμποσες προσωπικές αδυναμίες.

Καλή χρονιά!


Come Down With Us (18 trks; 74m 41s)

22.9.10

Ποπ + Ροκ: 200 δίσκοι για 200 τεύχη (1978-1995)

Όταν οι πληροφορίες γύρω από τη μουσική ήταν ακόμη σχετικά περιορισμένες και δυσπρόσιτες, με βασικές πηγές κανάλια όπως το MTV, το εμπορικό ραδιόφωνο και απόψεις φίλων και γνωστών, η συμβολή των μουσικών περιοδικών ήταν ανεκτίμητη.

Το πρώτο τεύχος του Ποπ + Ροκ που αγόρασα ήταν εκείνο του Απριλίου του 1995 με την PJ Harvey στο εξώφυλλο. Έκτοτε το έπαιρνα τακτικά κάθε μήνα (όπως και το σχετικά σύντομης διάρκειας αδελφάκι του "Zoo", με θεματολογία και αισθητική αντίστοιχη του βρετανικού Mojo), μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας, όταν έπειτα από αρκετές αλλοπρόσαλλες προσπάθειες για αλλαγή ταυτότητας και αποτυχημένα φλερτ με το –κακώς εννοούμενο– lifestyle, κατέληξε σκιά του παλιού του εαυτού.

Στην καλύτερη φάση του, υπό τη διεύθυνση του Μάρκου Φράγκου, διέθετε ένα ξεχωριστό επιτελείο συντακτών: ο ειδικευμένος στους «μαύρους» ήχους, αυστηρός αλλά πάντοτε τεκμηριωμένος και χιουμοριστικός Θανάσης Βούτσινος, ο ιδιαίτερα εμπνευσμένος στη γραφή Νίκος Μποζινάκης, ο ενθουσιώδης μέσα-σε-όλα-τα-είδη Μάνος Μπούρας, ο γενικών καθηκόντων και ευαίσθητος Σπήλιος Λαμπρόπουλος, ο πιστός του ηλεκτρονικού πειραματισμού Τάσος Μαρούγκας και αρκετοί ακόμη.

Το καλοκαίρι του 1995 –ακόμη μαθητής Γυμνασίου– πήρα στα χέρια μου το διπλό επετειακό τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου, όπου με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 τευχών του Ποπ + Ροκ, υπήρχε μια λίστα-οδηγός με τους 200 δίσκους «που απασχόλησαν περισσότερο τις σελίδες του περιοδικού» από το πρώτο τεύχος του 1978 μέχρι τα μέσα του 1995. Ξεφυλλίζοντας κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν αυτά τα παλιά περιοδικά, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ τη λίστα, χάρη στην οποία ήρθα τότε σε επαφή με πολλά καινούργια άγνωστα ονόματα και προτάσεις δίσκων, στη λογική του «να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι».

Ο διευθυντής του Ποπ + Ροκ, που προλογίζει αυτό το αφιέρωμα, γράφει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο προσωπικό του μπλογκ, με αφορμή το κλείσιμο ενός άλλου έντυπου, ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά και αποκαρδιωμένο κείμενο για την εμπειρία του να κυκλοφορείς ειδικευμένα μουσικά περιοδικά στην εποχή των ευρυζωνικών συνδέσεων και της διαδικτυακής πληροφόρησης, σημειώνοντας ενδεικτικά πως αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα αφορούσε πλέον «μοναχικούς ρομαντικούς που "χειρουργούσαμε" το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι».

Η παρακάτω αναδημοσίευση ας θεωρηθεί φόρος τιμής σε μια εποχή που ο μουσικός τύπος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.

(Με ένα κλικ οι εικόνες μεγαλώνουν ή εναλλακτικά, εδώ βρίσκεται ολόκληρο σε μορφή pdf)

10.7.10

Μουσική και φωτογραφίες

(Netherlandish Proverbs by Pieter Bruegel the Elder)

Στην πρώτη μου ανάμνηση ήμουν πάντοτε εγώ με τη μαμά μου μια κρύα γκρίζα μέρα σε μια παραλία στην Ουάσιγκτον, στη θαλάσσια δίοδο του Πιούτζιτ κοντά στο Σηάτλ. Θα πρέπει να ήμουν δύο ή τριών χρονών μαζί με έναν φίλο μου από τη γειτονιά και τη μαμά του, περπατώντας ανάμεσα στα ξεβρασμένα ξύλα, ψάχνοντας για καβούρια. Ακόμη και τώρα, μπορώ να θυμηθώ τη μυρωδιά και τη θερμοκρασία του αέρα, την αίσθηση της άμμου και του ψηλού γρασιδιού που κυμάτιζε. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ πως κοίταζα προς το μέρος του φίλου μου και πως φαινόταν το πρόσωπό του όταν μου επέστρεφε το χαμόγελο. Άλλη μια μνήμη που ενίοτε ανακαλώ σαν πρώτη μου ανάμνηση είναι να είμαι ντυμένος σαν τον Τζακ Λόντον μέσα στο καταχείμωνο με ρακέτες του τένις στα πόδια, φορώντας τον ταξιδιωτικό σάκο του μπαμπά μου στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη (φρικτή) εκδοχή του «Ασπροδόντη» από τη Ντίσνεϋ. Ή υπάρχει η ανάμνηση του να έχω κλέψει το τρίτροχο από τον γείτονα και να τρέχω με αυτό μέχρι τα μισά του τετραγώνου πριν με τσακώσουν και αναγκαστώ να επιστρέψω νικημένος ή του να φοράω τη στολή του πυροσβέστη πλένοντας το αμάξι των γονιών μου ή να τρώω μια γρανίτα πορτοκάλι από το φορτηγό-παγωτατζίδικο.

Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.

Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.

Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.

Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.

6 Απριλίου 2008

(liner notes - also transcribed here)

Κείμενο γραμμένο από τον Robin Pecknold για την ειδική έκδοση του πρώτου ομώνυμου δίσκου των Fleet Foxes μαζί με το προηγηθέν EP "Sun Giant".


(R. Pecknold covering Joanna Newsom's "On A Good Day" live at his home)


(Fleet Foxes - He Doesn’t Know Why)

24.5.10

The Slits

The Slits started where Alternative TV and The Pop Group ended up - total chaos. Other punk bands talked about not being able to play, but were secretly competent. Genuinely inept, The Slits really sounded cacophonous, with only the faintest subliminal skank indicating their punky-reggae intentions. Some people reckon the 'true' Slits is this early naïve sound of girls struggling with their instruments and vocal chords, impelled forward by sheer glee and gall. Personally, I think The Slits got better when they, ah, got better - picking up some rudimentary instrumental skills and establishing a firmer rhythmic foundation (something helped when original drummer Palmolive, unable to provide the reggae-inflected groove the rest of the band wanted, moved on and was replaced by a guy who called himself Budgie). The Slits also established a studio relationship with Dennis Bovell, who helped them transform their rampaging racket into a more shapely disorder.

The Slits were a feral girl gang. Aged just fifteen in 1977, singer Ari Up recalls being 'wild and crazy, like an animal let loose - but an innocent little girl with it, too'. From her striking image (tangled dreadlocks, knickers worn on the outside of her clothes) to her seemingly pre-social antics, Ari inspired fear and fascination in equal measure. On one infamous occasion, she urinated onstage. 'It wasn't to shock anyone,' she insists. 'I needed to pee, there wasn't a toilet near, so I pissed onstage - on the side, but everyone in the audience saw it. I just didn't care.'

Ari's background was German and wealthy, but her heiress mother Nora was a bohemian and rock scenester. The family home served as open house for all kinds of stars, from Yes singer Jon Anderson to Joe Strummer. The Slits' guitarist Viv Albertine also came from a genteel background and went to art school, where she met The Clash's Mick Jones. Blonde, charismatic and trailing a host of male punk admirers, Albertine shared a squat with Keith Levene and played in a short-lived band with him and Sid Vicious called Flowers of Romance. Balefully dark haired and laconic, bassist Tessa Pollitt came from another all-girl punk group who trumped The Slits with a name - The Castrators - worthy of radical feminist Valerie Solanas, founder of the Society for Cutting Up Men.

A fan of Solanas's SCUM Manifesto, Malcolm McLaren attempted to manage The Slits, seeing them as the female Pistols. Legend has it his managerial come-on was: 'I want to work with you because you're girls and you play music. I hate music and I hate girls. I thrive on hate.' But instead of thinking up outrageous ideas worthy of Solanas or Sid Vicious, McLaren's masterplan was wildly sexist and degrading. After attacking the rock industry, he wanted to infiltrate the disco movement. At first, he tried to get The Slits to sign to the cheesy German disco label Hansa. Then, when Island moved to sign the band and invited McLaren to make a movie around them, he came up with a screenplay that envisioned The Slits as an all-girl rock band who go to Mexico only to find themselves effectively sold into slavery and ultimately turned into porno-disco stars. The Slits shrewdly extricated themselves from McLaren's grasp, but they did sign to Island and started working on their debut alburn, Cut, with Dennis Bovell in the summer of 1979.

Bovell was an obvious choice. The Slits, especially Ari, were reggae fiends. 'We used to find the blues parties just following the bass,' she says. 'We would be streets away and listen for the vibrations. In 1976-8, there were zero white people. And I was not just the only white girl but the only one with dreads. In fact, I was the first person to have the tree - I had my locks up in a tree-type shape. But I got away with it because I was dancing the hell out of their blues parties. Back then the style of dancing was called "steppers" and I was such a good stepper.' As she developed beyond the basic punk screech into plaintive, reedy singing, her Bavaria-meets-Jamaica accent made her sound like Nico on spliff rather than smack.

Punk diehards sometimes claim that Dennis Bovell dulled The Slits' edges, domesticated them. The band were ambitious, though: they wanted to be pop stars. Island boss Chris Blackwell thought that they had potential in spades and he gave Bovell as much studio time as required. The Slits had so much input that it was more a case of sorting out what should go,' says Bovell, They were just bulging with material and I had the task of sorting it out and saying, "This goes here." it was like an enormous jigsaw puzzle all dumped in your lap.' Cut's songs do often sound like polyrhythmic cogs and jutting mechanical parts cobbled together to form slightly wonky but captivating contraptions. Albertine's itchy-and-scratchy rhythm guitar darts between Pollitt's sinuous basslines and Budgie's clackety clockwork drums. According to Bovell, Albertine 'was no Jimi Hendrixette... She'd do the occasional bit of single-note lead guitar, but mostly she was more like a female Steve Cropper from Booker T and the MGs, doing all these great rhythm things. She was always very conscious of not wanting to play the guitar like a man, but actually trying to create a style of her own.'

Probably the most delightful element in The Slits' sound is the strange geometry of the clashing and overlapping vocals: Albertine and Pollitt weave around Ari's shrill, slightly sour warble. On the opener, 'Instant Hit', the girls form a roundelay of haphazard harmonies that Ari describes as 'a kind of "Frère Jacques" thing'. Albertine's lyrics to 'Instant Hit' depict an unhealthily thin boy who 'don't like himself very much/'cos he has set his self to self-destruct' - a barbed portrait that applied equally to Sid Vicious and Keith Levene, her junkie bandmates in Flowers of Romance. 'So Tough', a frenetic piss-take of macho posturing, gives way to the doleful skank of 'Spend Spend Spend', its sidling bass and brittle-nerved percussion perfectly complementing the lyric's sketch of a shopaholic vainly trying to 'satisfy this empty feeling' with impulse purchases. 'Shoplifting' turns 'Spend Spend Spend' inside out: woman-as-consumerist-dupe becomes petty-thief-as-feminist-rebel. Frantic punk-reggae, the song surges into adrenaline overdrive as Ari, caught red-handed, yells, 'Do a runner!' The song climaxes with a shattering scream that mingles terror, glee and relief at escaping the supermarket detective, a yowl that collapses into the giggled gasp, 'I've pissed in my knickers.'

The fast songs on Cut are exhilarating: 'Shoplifting'; the romance-as-braindeath parody 'Love Und Romance'; and the single, 'Typical Girls', a diatribe against un-Slitty females who 'don't create, don't rebel' and whose heads are addled with women's magazine-induced anxieties about 'spots, fat, unnatural smells'. But the most haunting songs on Cut are the clutch of downtempo, despondent tracks: 'FM', 'Ping Pong Affair', and 'Newtown', which takes its title from the urban centres that sprang up after the Second World War. All these towns started life as an architect's and urban planner's Utopian vision before swiftly degenerating into characterless gridzones of anomie and despair. The song draws a disconcerting parallel between the conformists hooked on cultural tranquillizers such as 'televisiono' and 'footballino', and The Slits' own bohemian peers zonked on illegal narcotics; Albertine's jittery scrape mimics the flesh-crawling ache of cold turkey. Withdrawal of an emotional kind inspired 'Ping Pong Affair' - Ari measuring out the empty post-break-up evenings with masturbation ('Same old thing yeah I know/Everybody does it') and cigarettes. Dub-inflected and desolate, Cut's slow songs impart a sense of atomized individuals numbing their pain with pop culture's illusions; romance junkies and glamourholics adrift in a haze of cheap dreams. Underneath it all you could sense The Slits' yearning for a simpler, natural life. Cut's famous cover photograph of the group as mud-smeared Amazons combined nostalgie de la boue with she-warrior defiance to jab the casual record-shop browser right in the eye. Naked but for loin-cloths and warpaint, The Slits stand proudly bare-breasted, staring out the camera. Behind them you can see the wall of a picturesque cottage, brambles and roses clambering up the side, as if to underline the 'we're no delicate English roses and this is no come-hither look' message. The cottage was Ridge Farm, the studio where Bovell produced Cut. Says Ari, 'We got so into the countryside when we were doing the album, to the point of rolling around in the earth. So we decided to cover ourselves in mud and show that women could be sexy without dressing in a prescribed way. Sexy, in a natural way, and naked, without being pornographic.'

Cut's cover echoes the photo of the Mud People of Papua New Guinea on the front of Y. Like The Slits, The Pop Group pined for a lost wholeness they imagined existed before civilization's debilitating effect. On 'She Is Beyond Good and Evil', Mark Stewart had yowled, 'Western values mean nothing to her.' A tape of African drumming preceded The Pop Group's arrival onstage during the Animal Instincts tour, and via a Melody Maker interview they appealed to their fans to bring drums and whistles, and transform gigs into tribal ceremonies. In an NME feature, Gareth Sager argued that Western civilizations, being 'based on cities', were sick because they were cut off from 'natural cycles', unlike African tribes where repression simply didn't exist. He proposed abolishing conventional education and spending the money helping people to de-indoctrinate themselves. Language itself might be the enemy: 'Words Disobey Me' proposed stripping away layers of conditioning and recovering a pure, naïve speech of the heart. 'Speak the unspoken/First words of a child…/We don't need words/Throw them away', beseeched Stewart.

The Slits shared The Pop Group's naïve idealization of noble savagery and pure instinct, a cult of innocence and intuition that sometimes took on an anti-intellectual tinge. The two groups got 'so close we were like one tribe', says Ari Up. Bruce Smith took over from Budgie as The Slits' drummer, and played both sets when the two groups did a joint tour of Europe. There was even tribal endogamy: Sager went out with Albertine; Sean Oliver (the last of The Pop Group's several bassists) fathered a child with Pollitt; Bruce Smith dated and eventually married Neneh Cherry, a friend of Ari who eventually joined The Slits as stage dancer and backing vocalist. Full merger as a single tribe was formally anointed when the groups founded their own independent label, Y, in 1980, administered by Pop Group manager Dick O'Dell. The Slits had parted company with Island, while The Pop Group severed their links with Radar after learning to their horror about the parent company WEA's links to the Kinney conglomerate, which was involved in arms dealing.

(Simon Reynolds, Rip it Up and Start Again: Postpunk 1978-1984 - πρώτη δημοσίευση εδώ)


Είναι λογικό να στέκεται κανείς επιφυλακτικά απέναντι στις επανασυνδέσεις παλιών συγκροτημάτων μετά από δεκαετίες απραξίας. Η περίπτωση των Slits μοιάζει να είναι αρκετά αξιοσημείωτη: πρόκειται για το πρώτο βρετανικό γυναικείο punk group, που σχηματίστηκε από τρεις φίλες σε εφηβική ηλικία, κράτησε για κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια και διαλύθηκε μετά από δύο δίσκους. Με τον ήχο τους έντονα επηρεασμένο από το funk και τη reggae, ένα πραγματικά ερασιτεχνικό στυλ «δεν ξέρουμε να παίζουμε καλά και δε μας νοιάζει», απέχθεια για συμβατικές αρμονίες και ποπ ευκολίες, βρέθηκαν μαζί με τις σημαντικότερες μορφές του πανκ κινήματος, ανοίγοντας πολλές από τις συναυλίες των Clash, ενώ διέθεταν ταυτόχρονα πραγματικούς δεσμούς αίματος με γκρουπ όπως οι Sex Pistols και οι Pop Group. H μητέρα της τραγουδίστριας τους, Ari Up, εξάλλου, είναι σύζυγος του John Lydon για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια.

Ακολουθώντας τη διάλυση των Slits, η Ari Up αποτελώντας για μερικά χρόνια μέλος του πειραματικού σχήματος των New Age Steppers, αποφάσισε να φύγει από την Αγγλία, για να περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του ’80 κατά δήλωσή της «γυμνή στη ζούγκλα του Μπελίζε». Στη δεκαετία του ’90, εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα, όπου απέκτησε τη φήμη της ιδιόρρυθμης λευκής dancehall τραγουδίστριας-χορεύτριας, γνωστής με το προσωνύμιο Maddusa, με εμφανίσεις ακόμη και στην τοπική τηλεόραση, μιλώντας και τραγουδώντας με την περίεργη βαριά γερμανο-τζαμαϊκανική της προφορά.

Η ανασύσταση των Slits μετρά ήδη πέντε χρόνια – μπορεί να είναι δύσκολο να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της κλασικής εποχή του πανκ στο σήμερα, ωστόσο η συναυλία τους στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη είναι μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση (προσωπικά πάντως, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα μπορέσω να είμαι παρών).






ΥΓ. Φωτογραφίες από εδώ κι εδώ

23.3.10

On-U Sound

Το πρώτο -ουσιαστικά- κείμενο που ανέβηκε σε αυτό το μπλογκ αφορούσε τον Lee "Scratch" Perry και τον Adrian Sherwood ξεκινώντας από την πλέον πρόσφατη συνεργασία τους ("The Mighty Upsetter") και κάνοντας μια μικρή ανασκόπηση τόσο σε παλιότερες συμπράξεις τους, όσο και στο παρελθόν του καθενός προσωπικά. Σε ανύποπτο χρόνο είχε ανέβει ένα συμπληρωματικό ποστ για ορισμένα από τα remix που προέκυψαν μέσα από το άλμπουμ, μαζί με ένα σύντομο βίντεο-ντοκιμαντέρ για την On-U Sound.

Ο Lee Perry έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν live στην Ελλάδα, η συναυλία του με backing band τους Robotiks, τον Mad Professor στην κονσόλα και τον Chukki Starr support στην πλαζ της Φρεαττύδας το 2002 ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη, εφόσον γνώριζε κανείς βέβαια τι επρόκειτο να ακούσει. Ο Perry εδώ και τρεις δεκαετίες (από όταν κατέστρεψε το στούντιο Black Ark) έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τον χώρο της παραγωγής, αλλά συνεχίζει να βγάζει δίσκους με μεγάλη συχνότητα (έως και 3-4 τον χρόνο) αναλαμβάνοντας τον ρόλο του dj/toaster. Όπως θα ανέμενε κανείς, τα αποτελέσματα ποικίλουν σε ποιότητα, ωστόσο υπάρχουν κάμποσες στιγμές που οι ιδιόρρυθμες ρίμες του δένουν αρμονικά με τους ρυθμούς σε ένα λειτουργικό modern-reggae ήχο.

Στις συναυλίες του, εμφανίζεται με αρκετά εκκεντρικό look (π.χ. πορτοκαλί μαλλιά-γένια, ζακέτες κατασκευασμένες από CD, περίεργα λοφία κ.ά.), ενώ ανάλογα με τα κέφια του συνηθίζει να επιδίδεται σε ανέκδοτα και αυτοσχέδια στιχάκια με συχνές αναφορές στα γεννητικά ανατομικά σημεία. Το τελευταίο διάστημα ο 74χρονος Perry έχει πλέον ένα νέο χόμπι που τον συνοδεύει και στη σκηνή, αυτό της ζωγραφικής. Ενδεικτικά, σε ένα πρόσφατο φεστιβάλ οι Perry και Sherwood συμμετείχαν με το project "dub action painting", όπου ο πίνακας που θα ολοκλήρωνε ο Perry κατά τη διάρκεια του σόου θα δημοπρατούνταν στο τέλος με τα έσοδα να πηγαίνουν προς τη Διεθνή Αμνηστία. Στο παρακάτω βίντεο, από μια εμφάνιση των Sherwood-Perry πέρσι στην Ιταλία, βλέπουμε τον δεύτερο με το μικρόφωνο στο ένα χέρι και το πινέλο στο άλλο να γράφει συνθήματα σε ένα πανό σαν μέρος της παράστασής του:



------------------------
"The Wailers will be there / the Damned, the Jam, the Clash / Maytals still be there / Slits and (Dr.) Feelgood too / No boring old farts, no boring old farts / will be there" τραγουδούσε ο Bob Marley στο Punky Reggae Party το 1977, σηματοδοτώντας την αυξανόμενη επιρροή του ήχου της reggae στην έκρηξη του punk, όταν η αμεσότητα των ρυθμών του ska, της reggae, αλλά και ο dub πειραματισμός αξιοποιήθηκαν από πλειάδα συγκροτημάτων της εποχής, ενώ μουσικοί από τους δύο χώρους έρχονταν όλο και συχνότερα σε επαφή μεταξύ τους (βλ. Lee Perry & Clash, φεστιβάλ Rock Against Racism κ.ά.).

Μέσα στο πλαίσιο αυτό γεννήθηκε κι η On-U Sound, η ανεξάρτητη εταιρεία που ίδρυσε ο Adrian Sherwood το 1980, σε ηλικία 22 ετών, έχοντας ήδη εμπειρία αρκετών χρόνων σαν DJ σε πάρτι, διανομέας δίσκων εισαγωγής από την Τζαμάικα, αλλά και παραγωγού / sound engineer / mixologist. Μπορούμε να πούμε ότι η δράση του label της On-U χωρίζεται χοντρικά σε τέσσερις περιόδους:

Στην αρχή της δεκαετίας του ’80 εκδίδονται δίσκοι από διάφορα ονόματα συγκροτημάτων που μπορεί να έχουν σε μεγάλο βαθμό κοινά μέλη, αλλά επικεντρώνονται κάθε φορά σε ένα διαφορετικό concept. Έτσι, ενδεικτικά, οι Creation Rebel ξεκίνησαν εκφράζοντας αρχικά τις στουντιακές dub διερευνήσεις για να εξελιχθούν σταδιακά σε ένα vocal roots group με αρκετές live εμφανίσεις, οι New Age Steppers έχουν τις ρίζες τους στο punk, με την τραγουδίστρια των Slits, Ari Up, να διασκευάζει διάφορα reggae standards (από Heptones, Jr. Byles, Horace Andy, Michael Rose κ.ά.), στους Singers & Players φιλοξενούνται γνωστά ονόματα από την Τζαμάικα που ηχογραφούν για λογαριασμό της On-U (Bim Sherman, Prince Far I, Congo Ashanti Roy, Mikey Dread κ.ά.), ενώ στους African Head Charge και Noah House of Dread πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν τα κρουστά και τα φωνητικά του Bonjo Iyabinghi Noah, αντίστοιχα. Τα χαρακτηριστικά ασπρόμαυρα εξώφυλλα των δίσκων επιμελούταν η σύντροφός του Sherwood, Kishi Yamamoto, ενώ οι αναγραφόμενες χρονολογίες τους τοποθετούνταν μια δεκαετία αργότερα (π.χ. "a 1991 On-U Sound production" σε δίσκο κυκλοφορημένο το 1981) για να δηλώσουν, με μια δόση έπαρσης, ότι ο ήχος βρισκόταν «δέκα χρόνια μπροστά» από την εποχή του.

Η πρώτη περίοδος της On-U λήγει ουσιαστικά με τη δολοφονία του Prince Far I στην Τζαμάικα το 1983 για ασήμαντη αφορμή. Καθώς υπήρξε προσωπικός φίλος και μέντορας του Sherwood, το γεγονός αυτό συνέβαλε στην απόφασή του να απομακρυνθεί προσωρινά από τη reggae και να αρχίσει να μεταφέρει τους πειραματισμούς και τα διάφορα production tricks της εμπειρίας του πάνω σε ήχους που είχαν τη βάση τους στο funk και το hip-hop. Η γνωριμία του με τους μουσικούς που αποτελούσαν τη studio band της ιστορικής αμερικανικής Sugar Hill Records (Skip McDonald - κιθάρα, Doug Wimbish - μπάσο, Keith LeBlanc - ντραμς) με τους οποίους εξακολουθεί να συνεργάζεται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, αποτελεί το πιο κομβικό σημείο αυτής της περιόδου. Η industrial/funk/dub μπάντα Tackhead που σχηματίζουν μαζί, αρχίζει να κερδίζει underground φήμη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, κυρίως χάρη στις ζωντανές της εμφανίσεις, αλλά και στους δίσκους που κυκλοφόρησαν στο όνομα του LeBlanc (βλ. "Major Malfunction"). Παράλληλα, φέρνει σε επαφή τους τρεις μουσικούς της Sugar Hill με τον Mark Stewart (από το ιστορικό avant-punk σχήμα των Pop Group) - τα παράγωγα της συνεργασίας τους δίνουν νέες διαστάσεις στον όρο noise. Την ίδια εποχή η προερχόμενη από την κολεκτίβα των Crass, Annie Anxiety Bandez (a.k.a. Little Annie) ηχογραφεί δίσκους για την On-U, ενώ ο Sherwood αρχίζει να γίνεται ευρύτερα γνωστός, καθώς δέχεται όλο και περισσότερες προσκλήσεις για παραγωγές και remix. Η συνεργασία του με τον Al Jourgensen στη δημιουργία του δεύτερου δίσκου των Ministry ("Twitch") μνημονεύεται ως μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές στη θεμελίωση του industrial ήχου.

Το 1987, ο Lee "Scratch" Perry συνεργάζεται με τον Sherwood για τον δίσκο "Time Boom X De Devil Dead". Αυτό δίνει το έναυσμα για την επαναδραστηριοποίηση της On-U Sound στους αρχικούς της ρυθμούς. Οι Dub Syndicate βγάζουν τακτικά δίσκους (ανά 1-2 χρόνια) με τον drummer Style Scott να χτίζει τους ρυθμούς στην Τζαμάικα και τον Sherwood να αναλαμβάνει την dub αποδόμησή τους στο στούντιο της On-U στην Αγγλία. Οι African Head Charge από avant-dub σχήμα μετεξελίσσονται σε ένα afro-dub-world-psychedelic συγκρότημα, με τον ήχο τους να αντιγράφεται από πολλά γκρουπ που ταξινομήθηκαν κάτω από την ταμπέλα του "ethnic". Νέα ονόματα προστέθηκαν στο roster του label, όπως ο ιδιότυπος rapper Gary Clail (χάρη στον οποίο η On-U είχε τη μοναδική της επιτυχία στα βρετανικά charts), οι διάδοχοι των Tackhead, Strange Parcels, που περιλάμβαναν στα sessions τους και τον ινδό percussionist Talvin Singh, αλλά και τον Bernie Worrell (Funkadelic), οι γιαπωνέζοι dubbers Audio Active, το all-female roots group των Akabu, ο Jalal (Jalaluddin Mansur Nuriddin) του θρυλικού proto-rap σχήματος των Last Poets, ενώ σε ένα από τα πιο φημισμένα project της On-U, ο Skip McDonald αξιοποίησε τις αμερικανικές μουσικές καταβολές του για τη δημιουργία των Little Axe, ενός future dub blues οχήματος. Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι παράγωγές της On-U άρχισαν να φθίνουν καθώς η εταιρεία αναγκάστηκε να αναστείλει προσωρινά τη λειτουργία της, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες. Το 2000, πεθαίνει ξαφνικά από καρκίνο ο σπουδαίος reggae τραγουδιστής και τακτικός συνεργάτης του label, Bim Sherman.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Adrian Sherwood προσπαθεί να επανενεργοποιήσει την On-U, ωστόσο μετά το κλείσιμο της γερμανικής EFA, η μοναδική χώρα στην οποία οι παραγωγές του εξακολουθούν να βρίσκουν αξιόπιστη διανομή είναι η Ιαπωνία. Το ίδιο διάστημα, βγάζει για πρώτη φορά δίσκους με το δικό του όνομα στο εξώφυλλο για λογαριασμό της Real World, η οποία αναλαμβάνει και την κυκλοφορία των δίσκων των Little Axe. Μέσα στη δεκαετία αυτή, οι εκδόσεις της On-U θα είναι πιο σποραδικές, αλλά ιδιαίτερα λεπτοδουλεμένες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που ο Adrian Sherwood έμεινε πιστός στο όραμα της δημιουργίας του προσωπικού του ήχου μέσα από την ανεξάρτητη εταιρεία της On-U, έχει ανά διαστήματα συνεργαστεί με πληθώρα ονομάτων της ευρύτερης pop/rock/dance σκηνής, είτε από τη θέση του παραγωγού (Suns of Arqa, The Fall, Ministry, Cabaret Voltaire, Sinead O'Connor, Asian Dub Foundation κ.ά.), είτε ως remixer (Depeche Mode, Einstürzende Neubauten, Nine Inch Nails, The Cure, Skinny Puppy, Coldcut, Primal Scream, Blur, Tindersticks, Placebo, Senser, Garbage, Death In Vegas, Queens of the Stone Age, Air κ.ά.)

Παρακάτω ακολουθούν ορισμένες προτάσεις δίσκων της On-U Sound, αλλά και άλλων παραγωγών του Adrian Sherwood, σε μια λίστα που είχα πρωτοδημοσιεύσει περίπου ένα χρόνο πριν (σε μια mailing list). Η σειρά είναι ασφαλώς αρκετά σχετική, λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσωπική μου αδυναμία αφορά κυρίως τις reggae-dub-psychedelic πλευρές της On-U περισσότερο από τις industrial/funk. Το άλμπουμ που ξεχώρισα στην πρώτη θέση (African Head Charge – "Songs Of Praise") ήταν εκείνο που με έκανε θιασώτη, αλλά και συλλέκτη των δίσκων της On-U Sound (επηρέασε επίσης και τον τίτλο του μπλογκ!)

Top 30 On-U Sound albums

1. African Head Charge - 'Songs Of Praise' (1990, On-U Sound)

2. Bim Sherman - 'Miracle' (1996, Mantra)

3. Singers & Players - 'Leaps And Bounds' (1984, Cherry Red)

4. Little Axe - 'Champagne & Grits' (2004, Real World/Virgin)

5. Ghetto Priest - 'Vulture Culture' (2003, On-U Sound)

6. Lee 'Scratch' Perry - 'The Mighty Upsetter' (2008, On-U Sound)

7. Mark Stewart - 'Edit' (2008, Crippled Dick Hot Wax!)

8. Dub Syndicate - 'The Pounding System (Ambience In Dub)' (1982, On-U Sound)

9. Creation Rebel - 'Lows And Highs' (1982, Cherry Red)

10. Lee 'Scratch' Perry & Dub Syndicate - 'Time Boom X De Devil Dead' (1987, On-U Sound)

11. Harry Beckett – 'The Modern Sound Of Harry Beckett' (2008, On-U Sound)
12. Junior Delgado - 'Reasons' (1999, Big Cat)
13. African Head Charge vs Professor Stretch - 'Drums Of Defiance' (1998, On-U Sound)
14. New Age Steppers - 'Action Battlefield' (1982, Statik)
15. Audio Active - 'Happy Happer' (1995, On-U Sound)
16. Singers & Players - 'War Of Words' (1981, 99 Records)
17. Gary Clail/On-U Sound System - 'Emotional Hooligan' (1991, Perfecto - BMG)
18. Dub Syndicate - 'Research And Development' (1996, On-U Sound)
19. African Head Charge - 'In Pursuit Of Shashamane Land' (1993, On-U Sound)
20. Strange Parcels - 'Disconnection' (1994, On-U Sound)

21. African Head Charge - 'Environmental Studies' (1982, On-U Sound)
22. Adrian Sherwood - 'Becoming A Cliché' (2006, Real World/Virgin)
23. Little Axe - 'The Wolf That House Built' (1994, Wired Recordings)
24. Dub Syndicate - 'Acres Of Space' (2001, Lion & Roots)
25. Tackhead - 'Tackhead Sound Crash: Slash And Mix – Adrian Sherwood' (2006, On-U Sound)
26. Akabu - 'Warrior Queen' (1995, On-U Sound)
27. Little Roy - 'Longtime' (1996, On-U Sound)
28. Audio Active - 'We Are Audio Active (Tokyo Space Cowboys)' (1994, On-U Sound)
29. Lee 'Scratch' Perry and Dub Syndicate - 'From The Secret Laboratory' (1990, Mango)
30. Mark Stewart and the Maffia - 'Learning To Cope With Cowardice' (1983, On-U Sound)

------------------------
Top 5 Compilations

V/A - 'Pay It All Back Volume 6' (1996, On-U Sound)

V/A - 'Disco Plates Collection Part 2' (1998, On-U Sound)

Playgroup - 'Epic Sound Battles Chapter 1 & 2' (1991, Cherry Red)

V/A - 'Pay It All Back Volume 3' (1991, On-U Sound)

V/A - 'Roots Of Innovation - 15 And X Years On-U Sound' (1996, On-U Sound)

------------------------
Top 5 Singles

Singers & Players - 'Breaking Down The Pressure/Autobiography' (10”, 1983)
Mutabaruka & African Head Charge - 'What Is The Plan?/version' (7”, 2003)
Omar Perry - 'Rasta Meditation/version' (7”, 2003)
Dub Syndicate - ''93 Struggle/Can’t Take It Easy' (10”, 1993)
Creation Rebel - 'Independent Man/Creation Rebel' (10”, 1982)

------------------------
Top 5 Remixes

Primal Scream - 'Vanishing Dub' (1997)
Air - 'How Does It Make You Feel?' (Adrian Sherwood version) (2002)
Blur - 'Death Of A Party' (Well Blurred remix) (1997)
Radio 4 - 'Struggle' (Adrian Sherwood/Mark Stewart Mutant Disco Vocal mix) (2003)
Almamegretta - 'Ruanda' (On-U Sound mix) (1995)

------------------------
Top 5 Album Productions outside of On-U

Primal Scream - 'Echo Dek' (1997, Creation)

Prince Far I - 'Cry Tuff Dub Encounter Chapter III' (1980, Daddy Kool)

Sinead O'Connor - 'Sean Nos-Nua' (2002, Road Runner)

Asian Dub Foundation - 'Enemy Of The Enemy' (2003, Labels-EMI)

Ministry - 'Twitch' (1986, Sire)

------------------------

1) Πριν από 6 περίπου χρόνια είχα φτιάξει έναν συνοπτικό οδηγό με τίτλο "A Beginner's Guide to Adrian Sherwood's On-U Sound" στο amazon.com με 25 άλμπουμ και μια μικρή περιγραφή κάτω από το καθένα˙ η αλήθεια είναι ότι τότε αγνοούσα την ύπαρξη των ιστολογίων.

2) Ένα podcast με On-U Sound rarities είχε ανέβει στο παρόν ιστολόγιο τον Γενάρη του 2009.

3) Μέσα στο 2003 είχε γίνει ένα "On-U Sound festival" στο Groningen της Ολλανδίας. Κάποια στιγμή ανέβηκε στη σκηνή ο Mark Stewart με backing band τους Maffia (Skip McDonald, Doug Wimbish, Keith LeBlanc) και τον Sherwood υπεύθυνο του live mixing στην κονσόλα. Μέσα σε κάτι λιγότερο από 25 λεπτά παρουσίασε σε medley ορισμένες από τις πιο γνωστές στιγμές των δίσκων του με highlights τις εκτελέσεις των The Resistance of the Cell και Hysteria, που αφήνουν πολύ πίσω τις αντίστοιχες στουντιακές. Ολόκληρο το απόσπασμα βρίσκεται στο παρακάτω podcast, αντιπροσωπευτικό της πιο punk όψης της On-U Sound.

Mark Stewart - Live in Oosterpoort 2003 (info + d/l link) [Play now]

1. As The Veneer Of Democracy Starts To Fade / Stranger
2. The Resistance Of The Cell
3. Forbidden Colour
4. Liberty City / High Ideals And Crazy Dreams
5. Hysteria

4) In 1994, Sherwood found himself in a muddy clearing somewhere in the Peruvian rainforest. (...) "[Guitarist] Skip McDonald, [singer] Bim Sherman and myself had gone down there to do this benefit and there were armed guerillas there, Shining Path and whatnot. The MC was dressed in camouflage and draped in bullets. When he announced our names, he fired this huge machine gun into the air and the crowd was going wild. And I was sitting backstage with food poisoning, my head between my legs, puking my guts out. It was absolutely fucking crazy. Great gig." Το 2001, ετοιμάζοντας την επαναδραστηριοποίηση της On-U Sound, ο Adrian Sherwood δίνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο περιοδικό XLR8R. Το κείμενο βρίσκεται εδώ, ενώ από εδώ μπορείτε να την κατεβάσετε σε pdf όπως τυπώθηκε στο περιοδικό - στην τελευταία σελίδα ο ίδιος ξεχωρίζει τους δίσκους που προσωπικά θεωρεί σημαντικότερους στην ιστορία της On-U.

5) Οι υπεύθυνοι της εταιρείας Real World του Peter Gabriel κάπου μέσα στο 2000 ήρθαν σε επαφή με τον Adrian Sherwood για να του ζητήσουν να αναλάβει ένα remix project πάνω σε κομμάτια από τον κατάλογο της. Η προσπάθεια θα μείνει ημιτελής όταν συνειδητοποιούν ότι αρκετοί από τους καλλιτέχνες που επέλεξε ο Sherwood δεν ήθελαν να δώσουν τη μουσική τους για remix (μουσικοί από διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις, το ιστορικό gospel/blues συγκρότημα των Blind Boys of Alabama κ.ά.). Έτσι ο ίδιος αντιπρότεινε να δημιουργήσει ένα δικό του project όπου ethnic samples θα αναμειγνύονταν με dancehall beats μέσα από dub παραμορφώσεις. Το τελικό άλμπουμ "Never Trust A Hippy" μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο έχει δημιουργήσει, αλλά είναι ενδεικτικό της επιθυμίας του να διευρύνει το φάσμα των πειραματισμών του. Από εκείνη την εποχή, υπάρχει ένα promo video με τον Sherwood να αυτοσχεδιάζει on camera στα στούντιο της Real World στη μίξη του κομματιού Boogaloo.



6) Μέσα από το myspace ο Sherwood έχει προαναγγείλει πολλές νέες κυκλοφορίες της On-U Sound. Ο Ian King ανήκει στα πιο γνωστά ονόματα της σύγχρονης βρετανικής folk σκηνής και κυκλοφορεί το ντεμπούτο του σε παραγωγή των Sherwood, McDonald. Ο Jeb Loy Nichols (παλιός φίλος και κάποτε συγκάτοικος του Sherwood) κυκλοφορεί έναν ολόκληρο δίσκο πάνω σε reggae ρυθμούς. Ο πρώτος frontman των Asian Dub Foundation, Deedar Zaman ετοιμάζει δίσκο για την On-U Sound, ενώ νέα άλμπουμ ετοιμάζονται από Dub Syndicate, Ghetto Priest, New Age Steppers κ.ά. Ο Sherwood επίσης έχει αναλάβει να κάνει remix και σε ορισμένα τραγούδια της Santigold, παρακάτω βρίσκεται ένα (low-bitrate) pre-release του Anne:

Santigold - Anne (On-U Sound remix)


ΥΓ. Οι εικόνες είχαν πρωτοδημοσιευτεί στο ανενεργό πλέον site onusound.co.uk