Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.10.10

John Holloway: Η κραυγή


Πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος; Ίσως έχουμε σχηματίσει μια ασαφή ιδέα του: ένας κόσμος δικαιοσύνης, ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι θα μπορούν να σχετίζονται μεταξύ τους ως άνθρωποι και όχι ως πράγματα, ένας κόσμος στον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι διαμορφώνουν τη ζωή τους. Ωστόσο δεν χρειάζεται να έχουμε διαμορφώσει μια εικόνα του πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος για να αισθανθούμε ότι αυτός που υπάρχει είναι ριζικά εσφαλμένος. Το ότι αισθανόμαστε πως ο κόσμος είναι άδικος δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε διαμορφώσει την εικόνα μιας ουτοπίας για να τον αντικαταστήσουμε. Ούτε σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε σχηματίσει μια ρομαντική ιδέα του τύπου «κάποια μέρα θα έρθει ο πρίγκιπας μου» που υπονοεί ότι -παρόλο που ο κόσμος είναι εσφαλμένος σήμερα- κάποια μέρα θα φτάσουμε σε έναν αληθινό κόσμο, στη γη της επαγγελίας, στο αίσιο τέλος. Δεν χρειαζόμαστε καμιά υπόσχεση αισίου τέλους για να δικαιολογήσουμε την απόρριψη ενός κόσμου που τον νιώθουμε εσφαλμένο.

Αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: η απόρριψη ενός κόσμου που αισθανόμαστε ότι είναι εσφαλμένος, η άρνηση ενός κόσμου που τον νιώθουμε αρνητικό. Από εκεί πρέπει να πιαστούμε.

Μάλιστα να «γαντζωθούμε», γιατί υπάρχουν τόσο πολλά που μπορούν να κατασιγάσουν την αρνητικότητά μας και να καταπνίξουν την κραυγή μας. Ο θυμός μας πυροδοτείται διαρκώς από την εμπειρία, αλλά κάθε προσπάθεια έκφρασης αυτού του θυμού προσκρούει πάνω σε έναν τοίχο φτιαγμένο από απορροφητικό βαμβάκι. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο πολλά επιχειρήματα, φαινομενικά αρκετά λογικά. Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να στρέψουν την κραυγή ενάντιά μας, να μας κοιτάξουν και να μας ρωτήσουν γιατί κραυγάζουμε. Μήπως οφείλεται στην ηλικία μας, στην κοινωνική μας προέλευση ή απλώς είμαστε τόσο αρνητικοί λόγω κάποιας ψυχολογικής δυσπροσαρμοστικότητας: Μήπως πεινάμε, μήπως δεν κοιμηθήκαμε καλά ή αισθανόμαστε απλώς εκνευρισμό πριν από την περίοδο; Μήπως δεν κατανοούμε πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος, τις πρακτικές δυσκολίες που εμποδίζουν την εφαρμογή ριζικών αλλαγών; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι είναι αντιεπιστημονικό να κραυγάζουμε;

Έτσι μας παρακινούν (και αισθανόμαστε και οι ίδιοι την ανάγκη) να μελετήσουμε την κοινωνία και να ανατρέξουμε στην κοινωνική και πολιτική θεωρία. Και τότε συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Όσο περισσότερο μελετάμε την κοινωνία, τόσο περισσότερο η αρνητικότητά μας αμβλύνεται ή παραμερίζεται ως άσχετη. Δεν υπάρχει χώρος για την κραυγή στον ακαδημαϊκό λόγο. Επιπλέον, η ακαδημαϊκή μελέτη μας παρέχει μία γλώσσα και έναν τρόπο σκέψης με τα οποία πολύ δύσκολα εκφράζουμε την κραυγή μας. Η κραυγή, αν εμφανιστεί, γίνεται αντιληπτή σαν κάτι που χρήζει εξήγησης, όχι σαν κάτι που πρέπει να αρθρωθεί. Από ερωτηματικό για την κοινωνία, η κραυγή καθίσταται αντικείμενο ανάλυσης. Γιατί κραυγάζουμε; Ή μάλλον -καθώς εμείς είμαστε πλέον κοινωνικοί επιστήμονες- γιατί αυτοί κραυγάζουν; Πώς εξηγούμε την κοινωνική εξέγερση, την κοινωνική δυσαρέσκεια; Η κραυγή ακυρώνεται συστηματικά με την αναγωγή στα συμφραζόμενα της. Οι άνθρωποι κραυγάζουν λόγω των βρεφικών εμπειριών τους, λόγω της μοντερνιστικής σύλληψης περί υποκειμένου, λόγω της ανθυγιεινής τους διατροφής, λόγω της εξασθένησης των οικογενειακών δομών: όλες αυτές οι εξηγήσεις υποστηρίζονται από στατιστικά τεκμηριωμένες έρευνες. Η ύπαρξη της κραυγής δεν αμφισβητείται ολοκληρωτικά, αλλά στερείται κάθε εγκυρότητας. Καθώς αποχωρίζεται από το «εμείς» και προβάλλεται σε ένα «αυτοί», η κραυγή αποκλείεται από την επιστημονική μέθοδο. Όταν γινόμαστε κοινωνικοί επιστήμονες, μαθαίνουμε πως, για να κατανοήσουμε, πρέπει να επιδιώξουμε την αντικειμενικότητα, να αφήσουμε κατά μέρος τα αισθήματα μας. Δεν είναι τόσο το τι μαθαίνουμε, αλλά το πώς το μαθαίνουμε που φαίνεται να καταπνίγει την κραυγή μας. Πρόκειται για μια ολόκληρη δομή σκέψης που μας αφοπλίζει.

Ωστόσο τίποτε απ' όσα προκάλεσαν την αρχική μας οργή δεν έχει εξαφανιστεί. Ίσως μάθαμε πως όσα μας εξοργίζουν σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρη ενός συστήματος κοινωνικής κυριαρχίας, αλλά κατά κάποιο τρόπο η αρνητικότητά μας εξαλείφθηκε. Και όμως η φρίκη του κόσμου συνεχίζεται. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να επιδοθούμε σε ένα επιστημονικό ταμπού: να κραυγάσουμε σαν παιδιά, να υψώσουμε την κραυγή πάνω απ' όλες τις δομικές εξηγήσεις και να πούμε: «Δεν μας ενδιαφέρει η ψυχιατρική διάγνωση, δεν μας ενδιαφέρει εάν η υποκειμενικότητα μας είναι μια κοινωνική κατασκευή: αυτή είναι η κραυγή μας, αυτός είναι ο πόνος μας, αυτά είναι τα δάκρυα μας. Δεν θα επιτρέψουμε να μετριαστεί η οργή μας από την πραγματικότητα, αντίθετα η πραγματικότητα πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην κραυγή μας. Πείτε ότι κάνουμε σαν παιδιά ή σαν έφηβοι, αλλά αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: κραυγάζουμε».

John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία (Το νόημα της επανάστασης σήμερα), μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας

3.7.10

«Για τους μαχαιρωμένους»


Οι μαχαιρωμένοι περιμένουν δικαιοσύνη. Οι ληστεμένοι και σφαγμένοι περιμένουν δικαιοσύνη, αλλά αυτή αργεί να φανεί. Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι και διασυρμένοι περιμένουν την καταιγίδα των δακρύων που θα ξεπλύνει τα αίματα, μα αντί γι’ αυτήν ξεπηδούν χάχανα από παντού.

Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι, διασυρμένοι και προδομένοι περιμένουν τουλάχιστον από μας να μην τους ξεχνάμε και να μη γελάμε μαζί με τον κοινό εχθρό, μα εμείς κυλιόμαστε στις ίδιες κοίτες με τους διώκτες μας συμφωνώντας εμπράκτως μαζί τους.

Οι μαχαιρωμένοι ανήμποροι περιμένουν δικαιοσύνη κι εμείς πιστεύουμε πως αυτή κάποτε θα έρθει από μόνη της. Οι μαχαιρωμένοι υπήρξαν αφελείς και την έπαθαν, εμείς είμαστε πιο αφελείς και θα την πάθουμε τρις χειρότερα.

(Γιώργος Ιωάννου, «Καταπακτή» - πεζά κείμενα, εκδόσεις Γνώση, 1982)

24.5.10

The Slits

The Slits started where Alternative TV and The Pop Group ended up - total chaos. Other punk bands talked about not being able to play, but were secretly competent. Genuinely inept, The Slits really sounded cacophonous, with only the faintest subliminal skank indicating their punky-reggae intentions. Some people reckon the 'true' Slits is this early naïve sound of girls struggling with their instruments and vocal chords, impelled forward by sheer glee and gall. Personally, I think The Slits got better when they, ah, got better - picking up some rudimentary instrumental skills and establishing a firmer rhythmic foundation (something helped when original drummer Palmolive, unable to provide the reggae-inflected groove the rest of the band wanted, moved on and was replaced by a guy who called himself Budgie). The Slits also established a studio relationship with Dennis Bovell, who helped them transform their rampaging racket into a more shapely disorder.

The Slits were a feral girl gang. Aged just fifteen in 1977, singer Ari Up recalls being 'wild and crazy, like an animal let loose - but an innocent little girl with it, too'. From her striking image (tangled dreadlocks, knickers worn on the outside of her clothes) to her seemingly pre-social antics, Ari inspired fear and fascination in equal measure. On one infamous occasion, she urinated onstage. 'It wasn't to shock anyone,' she insists. 'I needed to pee, there wasn't a toilet near, so I pissed onstage - on the side, but everyone in the audience saw it. I just didn't care.'

Ari's background was German and wealthy, but her heiress mother Nora was a bohemian and rock scenester. The family home served as open house for all kinds of stars, from Yes singer Jon Anderson to Joe Strummer. The Slits' guitarist Viv Albertine also came from a genteel background and went to art school, where she met The Clash's Mick Jones. Blonde, charismatic and trailing a host of male punk admirers, Albertine shared a squat with Keith Levene and played in a short-lived band with him and Sid Vicious called Flowers of Romance. Balefully dark haired and laconic, bassist Tessa Pollitt came from another all-girl punk group who trumped The Slits with a name - The Castrators - worthy of radical feminist Valerie Solanas, founder of the Society for Cutting Up Men.

A fan of Solanas's SCUM Manifesto, Malcolm McLaren attempted to manage The Slits, seeing them as the female Pistols. Legend has it his managerial come-on was: 'I want to work with you because you're girls and you play music. I hate music and I hate girls. I thrive on hate.' But instead of thinking up outrageous ideas worthy of Solanas or Sid Vicious, McLaren's masterplan was wildly sexist and degrading. After attacking the rock industry, he wanted to infiltrate the disco movement. At first, he tried to get The Slits to sign to the cheesy German disco label Hansa. Then, when Island moved to sign the band and invited McLaren to make a movie around them, he came up with a screenplay that envisioned The Slits as an all-girl rock band who go to Mexico only to find themselves effectively sold into slavery and ultimately turned into porno-disco stars. The Slits shrewdly extricated themselves from McLaren's grasp, but they did sign to Island and started working on their debut alburn, Cut, with Dennis Bovell in the summer of 1979.

Bovell was an obvious choice. The Slits, especially Ari, were reggae fiends. 'We used to find the blues parties just following the bass,' she says. 'We would be streets away and listen for the vibrations. In 1976-8, there were zero white people. And I was not just the only white girl but the only one with dreads. In fact, I was the first person to have the tree - I had my locks up in a tree-type shape. But I got away with it because I was dancing the hell out of their blues parties. Back then the style of dancing was called "steppers" and I was such a good stepper.' As she developed beyond the basic punk screech into plaintive, reedy singing, her Bavaria-meets-Jamaica accent made her sound like Nico on spliff rather than smack.

Punk diehards sometimes claim that Dennis Bovell dulled The Slits' edges, domesticated them. The band were ambitious, though: they wanted to be pop stars. Island boss Chris Blackwell thought that they had potential in spades and he gave Bovell as much studio time as required. The Slits had so much input that it was more a case of sorting out what should go,' says Bovell, They were just bulging with material and I had the task of sorting it out and saying, "This goes here." it was like an enormous jigsaw puzzle all dumped in your lap.' Cut's songs do often sound like polyrhythmic cogs and jutting mechanical parts cobbled together to form slightly wonky but captivating contraptions. Albertine's itchy-and-scratchy rhythm guitar darts between Pollitt's sinuous basslines and Budgie's clackety clockwork drums. According to Bovell, Albertine 'was no Jimi Hendrixette... She'd do the occasional bit of single-note lead guitar, but mostly she was more like a female Steve Cropper from Booker T and the MGs, doing all these great rhythm things. She was always very conscious of not wanting to play the guitar like a man, but actually trying to create a style of her own.'

Probably the most delightful element in The Slits' sound is the strange geometry of the clashing and overlapping vocals: Albertine and Pollitt weave around Ari's shrill, slightly sour warble. On the opener, 'Instant Hit', the girls form a roundelay of haphazard harmonies that Ari describes as 'a kind of "Frère Jacques" thing'. Albertine's lyrics to 'Instant Hit' depict an unhealthily thin boy who 'don't like himself very much/'cos he has set his self to self-destruct' - a barbed portrait that applied equally to Sid Vicious and Keith Levene, her junkie bandmates in Flowers of Romance. 'So Tough', a frenetic piss-take of macho posturing, gives way to the doleful skank of 'Spend Spend Spend', its sidling bass and brittle-nerved percussion perfectly complementing the lyric's sketch of a shopaholic vainly trying to 'satisfy this empty feeling' with impulse purchases. 'Shoplifting' turns 'Spend Spend Spend' inside out: woman-as-consumerist-dupe becomes petty-thief-as-feminist-rebel. Frantic punk-reggae, the song surges into adrenaline overdrive as Ari, caught red-handed, yells, 'Do a runner!' The song climaxes with a shattering scream that mingles terror, glee and relief at escaping the supermarket detective, a yowl that collapses into the giggled gasp, 'I've pissed in my knickers.'

The fast songs on Cut are exhilarating: 'Shoplifting'; the romance-as-braindeath parody 'Love Und Romance'; and the single, 'Typical Girls', a diatribe against un-Slitty females who 'don't create, don't rebel' and whose heads are addled with women's magazine-induced anxieties about 'spots, fat, unnatural smells'. But the most haunting songs on Cut are the clutch of downtempo, despondent tracks: 'FM', 'Ping Pong Affair', and 'Newtown', which takes its title from the urban centres that sprang up after the Second World War. All these towns started life as an architect's and urban planner's Utopian vision before swiftly degenerating into characterless gridzones of anomie and despair. The song draws a disconcerting parallel between the conformists hooked on cultural tranquillizers such as 'televisiono' and 'footballino', and The Slits' own bohemian peers zonked on illegal narcotics; Albertine's jittery scrape mimics the flesh-crawling ache of cold turkey. Withdrawal of an emotional kind inspired 'Ping Pong Affair' - Ari measuring out the empty post-break-up evenings with masturbation ('Same old thing yeah I know/Everybody does it') and cigarettes. Dub-inflected and desolate, Cut's slow songs impart a sense of atomized individuals numbing their pain with pop culture's illusions; romance junkies and glamourholics adrift in a haze of cheap dreams. Underneath it all you could sense The Slits' yearning for a simpler, natural life. Cut's famous cover photograph of the group as mud-smeared Amazons combined nostalgie de la boue with she-warrior defiance to jab the casual record-shop browser right in the eye. Naked but for loin-cloths and warpaint, The Slits stand proudly bare-breasted, staring out the camera. Behind them you can see the wall of a picturesque cottage, brambles and roses clambering up the side, as if to underline the 'we're no delicate English roses and this is no come-hither look' message. The cottage was Ridge Farm, the studio where Bovell produced Cut. Says Ari, 'We got so into the countryside when we were doing the album, to the point of rolling around in the earth. So we decided to cover ourselves in mud and show that women could be sexy without dressing in a prescribed way. Sexy, in a natural way, and naked, without being pornographic.'

Cut's cover echoes the photo of the Mud People of Papua New Guinea on the front of Y. Like The Slits, The Pop Group pined for a lost wholeness they imagined existed before civilization's debilitating effect. On 'She Is Beyond Good and Evil', Mark Stewart had yowled, 'Western values mean nothing to her.' A tape of African drumming preceded The Pop Group's arrival onstage during the Animal Instincts tour, and via a Melody Maker interview they appealed to their fans to bring drums and whistles, and transform gigs into tribal ceremonies. In an NME feature, Gareth Sager argued that Western civilizations, being 'based on cities', were sick because they were cut off from 'natural cycles', unlike African tribes where repression simply didn't exist. He proposed abolishing conventional education and spending the money helping people to de-indoctrinate themselves. Language itself might be the enemy: 'Words Disobey Me' proposed stripping away layers of conditioning and recovering a pure, naïve speech of the heart. 'Speak the unspoken/First words of a child…/We don't need words/Throw them away', beseeched Stewart.

The Slits shared The Pop Group's naïve idealization of noble savagery and pure instinct, a cult of innocence and intuition that sometimes took on an anti-intellectual tinge. The two groups got 'so close we were like one tribe', says Ari Up. Bruce Smith took over from Budgie as The Slits' drummer, and played both sets when the two groups did a joint tour of Europe. There was even tribal endogamy: Sager went out with Albertine; Sean Oliver (the last of The Pop Group's several bassists) fathered a child with Pollitt; Bruce Smith dated and eventually married Neneh Cherry, a friend of Ari who eventually joined The Slits as stage dancer and backing vocalist. Full merger as a single tribe was formally anointed when the groups founded their own independent label, Y, in 1980, administered by Pop Group manager Dick O'Dell. The Slits had parted company with Island, while The Pop Group severed their links with Radar after learning to their horror about the parent company WEA's links to the Kinney conglomerate, which was involved in arms dealing.

(Simon Reynolds, Rip it Up and Start Again: Postpunk 1978-1984 - πρώτη δημοσίευση εδώ)


Είναι λογικό να στέκεται κανείς επιφυλακτικά απέναντι στις επανασυνδέσεις παλιών συγκροτημάτων μετά από δεκαετίες απραξίας. Η περίπτωση των Slits μοιάζει να είναι αρκετά αξιοσημείωτη: πρόκειται για το πρώτο βρετανικό γυναικείο punk group, που σχηματίστηκε από τρεις φίλες σε εφηβική ηλικία, κράτησε για κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια και διαλύθηκε μετά από δύο δίσκους. Με τον ήχο τους έντονα επηρεασμένο από το funk και τη reggae, ένα πραγματικά ερασιτεχνικό στυλ «δεν ξέρουμε να παίζουμε καλά και δε μας νοιάζει», απέχθεια για συμβατικές αρμονίες και ποπ ευκολίες, βρέθηκαν μαζί με τις σημαντικότερες μορφές του πανκ κινήματος, ανοίγοντας πολλές από τις συναυλίες των Clash, ενώ διέθεταν ταυτόχρονα πραγματικούς δεσμούς αίματος με γκρουπ όπως οι Sex Pistols και οι Pop Group. H μητέρα της τραγουδίστριας τους, Ari Up, εξάλλου, είναι σύζυγος του John Lydon για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια.

Ακολουθώντας τη διάλυση των Slits, η Ari Up αποτελώντας για μερικά χρόνια μέλος του πειραματικού σχήματος των New Age Steppers, αποφάσισε να φύγει από την Αγγλία, για να περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του ’80 κατά δήλωσή της «γυμνή στη ζούγκλα του Μπελίζε». Στη δεκαετία του ’90, εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα, όπου απέκτησε τη φήμη της ιδιόρρυθμης λευκής dancehall τραγουδίστριας-χορεύτριας, γνωστής με το προσωνύμιο Maddusa, με εμφανίσεις ακόμη και στην τοπική τηλεόραση, μιλώντας και τραγουδώντας με την περίεργη βαριά γερμανο-τζαμαϊκανική της προφορά.

Η ανασύσταση των Slits μετρά ήδη πέντε χρόνια – μπορεί να είναι δύσκολο να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της κλασικής εποχή του πανκ στο σήμερα, ωστόσο η συναυλία τους στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη είναι μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση (προσωπικά πάντως, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα μπορέσω να είμαι παρών).






ΥΓ. Φωτογραφίες από εδώ κι εδώ

28.1.10

Ο Ρήγας Φεραίος και οι εξωγήινοι

Δεκέμβρης του 2008, κάπου μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Βρίσκομαι στην Ακαδημίας, έξω από τον κινηματογράφο Έλλη. Έχουμε δώσει ραντεβού για να δούμε τους «Τρεις Πιθήκους». Έχω φτάσει νωρίτερα και καθώς η παρέα αργεί, στέκομαι και χαζεύω τις φωτογραφίες από την ταινία και τα «προσεχώς», αλλά και τα περιοδικά στο παρακείμενο περίπτερο. Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει σε αυτό:


Με πιάνουν τα γέλια. Βλέποντας το καταπληκτικό εξώφυλλο "Ρήγας Φεραίος meets Invaders from Mars", ξέρω ότι αυτό σίγουρα θα διασκεδάσει και τον Α. μόλις έρθει. Όντως, καταλήγουμε να μπούμε στο σινεμά γελώντας και κάνοντας αστεία αμφίβολης ποιότητας (τύπου «και στο επόμενο τεύχος: "Μπουμπουλίνα ή Μπαμπουλίνα; Η εκτοπλασματική συμβολή στην Επανάσταση του ’21"»). Δυστυχώς δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή (μόνο ένα ψιλοκαβουρδιστήρι κινητό), ήταν και άλλα τα σημαντικά εκείνης της περιόδου και έτσι μια καλή ιδέα για ποστ τελικά εγκαταλείφτηκε.

**********************

Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση, θυμήθηκα κάποια στιγμή το παραπάνω περιστατικό και σκέφτηκα να γκουγκλίσω τη φράση “ρηγας φεραιος εξωγηινοι”.

Στα πρώτα κιόλας αποτελέσματα φιγουράρει η ιστοσελίδα του περιοδικού «Μυστική Ελλάδα» με τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου τεύχους. Διαβάζουμε: «Τι σχέση μπορεί να έχει ο Ρήγας Φεραίος με την εξωγήινη ζωή; Πως προετοίμαζε τους Έλληνες "για παν ενδεχόμενο";». Ο χαρακτήρας του περιοδικού είναι αρκετά φανερός τόσο από τον τίτλο όσο και από τα υπόλοιπα περιεχόμενα: ένας συνδυασμός μεταφυσικής, αποκρυφισμού και ελληνοκεντρισμού, όχι θεαματικά διαφορετικός από την περίπτωση Λιακόπουλου. Στο ίδιο τεύχος μπορεί να διαβάσει κανείς και για τον «Έλληνα Ανθρωπολόγο» και «τη διαμάχη που δημιούργησε με τα νέα στοιχεία που έφερε στο φως σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων», αλλά και (το δεύτερο αγαπημένο μου μετά τον Ρήγα) για την «Ιερότητα και τα μυστικά επίπεδα της Ελληνικής Γλώσσας: είναι η Ελληνική Γλώσσα απλώς ένας κώδικας καθημερινής επικοινωνίας η μήπως κρύβει συμβολισμούς και γνώση διαθέσιμα μόνο σε όσους έχουν μελετήσει τα μυστικά της;». Ως προς το τελευταίο ερώτημα μπορώ να πω ότι υποψιάζομαι την απάντηση που δίνει ο αρθρογράφος στις σελίδες του περιοδικού. Η διαλεύκανση του κεντρικού θέματος (Ρήγας και εξωγήινοι) παραμένει όμως μυστήριο...

Επιστροφή στο Γκουγκλ: στην επόμενη σελίδα ένα λινκ για το phorum.gr και την υποκατηγορία «Εναλλακτικές Επιστήμες» αποδεικνύεται θησαυρός. Μάλιστα, καθώς η σχετική δημοσίευση έγινε τον Ιούλιο του 2008, ενώ το περιοδικό είναι του Νοεμβρίου του ίδιου έτους, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι οι Μυστικοελλαδίτες πιθανότατα αντέγραψαν τη θεματολογία τους από εκεί ή, για την ακρίβεια, εμπνεύστηκαν ελεύθερα από εκεί προσθέτοντας και τις δικές τους σάλτσες (για την «προειδοποίηση προς το Γένος» κτλ). Υποθέτω ότι λίγα πράγματα μπορεί να έχουμε κοινά με τον συγκεκριμένο φορουμίστα, οφείλω όμως να τον ευχαριστήσω για τον κόπο που έκανε να μεταφέρει ένα εκτενές απόσπασμα από το «Φυσικής Απάνθισμα», το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Ρήγα από το 1790. Το αναδημοσιεύω εδώ, πιστεύοντας ότι αξίζει να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα (και αρκετά χαριτωμένη, μπορώ να πω) προσέγγιση -μέσα από τελεολογικούς συλλογισμούς- για την πιθανότητα ύπαρξης ζωής σε άλλους πλανήτες και σώματα του ηλιακού μας συστήματος:

[Ρήγας] [...] Όθεν αν είχεν η σελήνη ανθρώπους επάνω της, εκείνοι οπού ήθελε κατοικούν εις το ένα ήμισύ της, ήθελαν έχη δεκαπέντε ημερών νύχτα, εν καιρώ οπού εις το άλλο μισόν της ήθελαν έχει δεκαπέντε ημερών ημέραν οι άλλοι (ήγουν εις τους πόλους της) και πάλιν, όταν τριγυρίζη εις τον εαυτόν της η σελήνη, έχουν ετούτοι οπού είχον νύχτα ημέραν, και οι άλλοι μισοί έχουν νύχτα.

[μαθητής] Αυθέντη μου, με λέγετε πως κατοικούν άνθρωποι εις την σελήνην, λοιπόν αυτή κατά τον λόγον σας έπεται να είναι ένα σώμα καθώς και η γη μας.

[Ρήγας] Ναι (απεκρίθην) το πιστεύουν όλοι δια βέβαιον, πως η σελήνη είναι σώμα καθώς και η γη μας, [...]

[μαθητής] Σας παρακαλώ ας μη βάλωμεν κανέναν κάτοικον εις αυτούς τους δύο πλανήτες [τον Ερμή και τον Κρόνο], διατί θέλει ευρίσκονται ωσάν εις τον άδην, και να τυραννούνται οι μεν δια της φωτιάς, οι δε δια της ψύχρας. Προ πάντων όμως, αν είναι αυτού κάτοικοι, πρέπει να ζούν τρώγοντες αέραν, διατί είς τους Ερμήτας από την ζέστην θέλει καίγονται τα πωρικά, εις δε τους Κρονίους, θέλει ξεπαγιάζουν από την ψύχραν: ας μην τους αφήσωμεν λέγω τους δυστυχείς αυτούς μήτε με την διάνοιάν μας καν να μην υποφέρωμεν οπού να ευρίσκονται εις τοιαύτην παιδείαν.

[Ρήγας] Του λόγου σου κάμνεις τα συμπεράσματά σου ωσάν ένας κάτοικος της γης παιδί μου, ο οποίος μετρά τα αποτελέσματα και τα φαινόμενα των άλλων πλανητών, από όσα βλέπει εις τον εδικόν του και συγκρίνει με τον εαυτόν του και τους κατοίκους των. Άραγε δεν είναι δυνατόν να ευρίσκονται φυτεμένοι άνθρωποι εις κανέναν πλανήτην, και να ζούν μόνον με αέρα μην έχοντες χρείαν από φαγί; Και οι κάτοικοι του Ερμού να είναι μιας φύσεως που να ημπορούν να υποφέρουν την φωτιά, καθώς λέγουν πως και η σαλαμάνδρα ζη εις το πυρ; Και εκ του εναντίου πάλιν οι κάτοικοι του Κρόνου να έχουν δια τροφή τους κρύσταλλον και χιώνι και να ευρίσκονται πολλά καλά εις μιάν τοιαύτην ψύχραν;

[μαθητής] Όταν αυτό ήταν αυθέντη μου, ήθελε μας κλαίουν λοιπόν οι κάτοικοι του Ερμού, αν τους ήταν γνωστός ο πλανήτης μας, νομίζοντες πως ξεπαγιάζομεν από την ψύχραν και εκείνοι του Κρόνου ήθελε πιστεύουν πως αναλούμεν από την ζέστην.

[...]

[Ρήγας] Αν δεχθώμεν την υπόθεσην αυτήν, ήγουν πως ο θεός δεν έκτισε τίποτες του κάκου, οι πλανήτες πρέπει να αφορούν εις ένα τέλος και μίαν αιτίαν. Αμή πες με, διατί άλλο εκτίσθησαν; Κατά το παρόν ημείς δεν ιξεύρομεν να ωφεληθώμεν τίποτες απ’ αυτούς, όθεν πρέπει να ερευνήσωμεν εις τους ίδιους την αιτίαν δια την οποίαν εκτίσθησαν και δεν βλέπομεν άλλην οπού να μας πληροφορήσει τόσον, παρά αν ειπούμεν πως είναι κατοικημένοι. Συμπεραίνομεν έτι, ότι αφ ου είναι κατοικημένοι, εκτίσθησαν δι’ αυτό, και ότι έχουν οι κάτοικοί τους μίαν παρόμοιαν φύσιν και διάνοιαν με ημάς, και τελευταίον ότι, άνθρωποι μιας παρομοίας φύσεως με την εδικήν μας, ήθελαν γενή στάκτη και κονιορτός εις ένα λεπτόν κατοικούντες τον Ερμήν, ή ήθελαν ξεπαγιάσει εις τον Κρόνον [...]


ΥΓ. Εκ των υστέρων, μέσα από το σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας, που παραπέμπει στην ψηφιακή βιβλιοθήκη «Ελληνομνήμων», διαπιστώνω ότι έχει ψηφιοποιηθεί ολόκληρο το βιβλίο στην αρχική του μάλιστα έκδοση: δείτε εδώ.

22.1.10

Ελλάδα και απόδοση ιθαγένειας σε αλλοεθνείς: συγκλονιστικά στοιχεία έρχονται στο φως

Μια νέα μεγάλη αποκάλυψη από το περιοδικό Κοντράλτο!

Παρουσιάζουμε τις μειοδοτικές, επικίνδυνες και εθνομηδενιστικές προτάσεις περί απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας με τις οποίες ένας «διανοούμενος»-συγγραφέας, ζώντας ο ίδιος και γράφοντας βέβαια από την ασφάλεια της Βιέννης, προσπάθησε στο παρελθόν να αλλοιώσει τον εθνικό μας ιστό και να μας μετατρέψει σε έναν πολυεθνικό πολτό. Τα παιδιά μας σήμερα αναγκάζονται στα σχολεία τους να διαβάσουν, να αποστηθίσουν και να εξεταστούν πάνω στα γραπτά ενός τέτοιου τύπου, χαϊδεμένου παιδιού μάλιστα του συνόλου της κυρίαρχης-νεοταξικής «αριστεράς». Διαβάστε τι γράφει:

Κάθε άνθρωπος γεννημένος και κατοικώντας εις αυτό το βασίλειον, είκοσι ενός χρόνου ηλικίας, είναι πολίτης.

Κάθε ξένος είκοσι ενός σωστού χρόνου, όστις, κατοικώντας εις αυτό το βασίλειον προ ενός χρόνου, ζη με το εργόχειρόν του, είναι πολίτης.

Εκείνος οπού αγοράζει ένα μούλκι είναι πολίτης.

Εκείνος οπού νυμφεύεται μίαν Ελληνίδα είναι πολίτης.

Εκείνος οπού παίρνει ένα ψυχοπαίδι είναι πολίτης.

Εκείνος οπού γηροτροφεί ένα γέροντα είναι πολίτης.

«Νέα Πολιτική Διοίκησις», σελ. 26

Πρόκειται βέβαια για μια σεσημασμένη περίπτωση. Η υποστήριξή του σε ένα πολυπολιτισμικό μοντέλο τύπου Σόρος, καλώντας σε συστράτευση με ένα ετερόκλητο πλήθος καθυστερημένων αλλοδαπών - συμπεριλαμβανομένων και αφρικανών (!) - αλλά και η ιδεολογική κάλυψη και ενθάρρυνση που παρείχε σε φαινόμενα ακραίας νεοταξίτικης βίας (μπροστά του το αμερικανοκίνητο ιντυμήντια είναι αρνάκι) είχαν γίνει ήδη φανερά από την εποχή που παρουσιαζόταν ως επίδοξος ποιητής:

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί,
πώς είμαστ’ αντριωμένοι παντού να ξακουσθή.
(...)
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν.

«Θούριος», σελ. 3 & 6

Διαδώστε το παντού! No passaran στον εθνομηδενισμό, στον εποικισμό της πατρίδας μας, στη Νέα Τάξη και στους υποτακτικούς της.


28.12.09

Προσοχή!

(με αφορμή το προηγούμενο ποστ)

«Νέον Ορθρογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν», Δ.Β. Δημητράκος, 1970.

Baldrick, have you no idea what irony is?
Yes, it's like goldy and bronzy only it's made out of iron.
(Blackadder)

You smile like a cartoon, tooth for a tooth
You said that irony was the shackles of youth
(R.E.M.)

24.12.09

«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»: μια φιλελεύθερη προσέγγιση

Σε συνεργασία με τον διαπρεπή πανεπιστημιακό Στάθη Παράγκα, παρουσιάζουμε σε αποκλειστική προδημοσίευση μια μελέτη που ξεφεύγει από τις συνήθεις γλυκερές και δακρύβρεχτες προσεγγίσεις σε ένα πολυδιαβασμένο λογοτεχνικό έργο.

«Κάρολος Ντίκενς και "κουλτούρα των χριστουγέννων"
(τι δεν ήταν ο Εμπενίζερ Σκρουτζ)»


Ο Εμπενίζερ Σκρουτζ είναι ένας εμβληματικός μυθιστορηματικός ήρωας, που ενσωματώνει τις σύγχρονες αξίες του Φιλελευθερισμού σε πρωτόλεια ακόμα μορφή. Πορεύεται με μια στάση ζωής στηριγμένη αποκλειστικά στον Ορθό Λόγο. Δεν παρασύρεται από άλογες παραπλανητικές συναισθηματικές παρορμήσεις. Έτσι, αντιτίθεται σθεναρά στη θρησκευτική δεισιδαιμονία, αρνούμενος να ενδώσει στην ψεύτικη ψυχαναγκαστική χαρά των Χριστουγέννων, όχι μόνο για καθαρά ιδεολογικούς λόγους, αλλά και επειδή ταυτόχρονα γνωρίζει ότι οι διάφοροι «εορτάζοντες» παρακινούνται κυρίως από υστερόβουλα κίνητρα. Δε χαίρονται τόσο για τη γέννηση κάποιου φανταστικού Θεανθρώπου, όσο επειδή τους δίνεται για λίγες (αλλά παραγωγικά υπερπολύτιμες για όλους) ώρες η ευκαιρία να φυγοπονήσουν, να τεμπελιάσουν, να επιβεβαιώσουν την προτίμησή τους στη λογική της ήσσονος προσπάθειας. Την ίδια στιγμή, παρακολουθούμε το σπάνιο ήθος και το θάρρος του Σκρουτζ, που αρνείται να υποκύψει στους συναισθηματικούς εκβιασμούς των εργαζομένων στην επιχείρησή του, αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος. Ως εχέφρων υπεύθυνος για τη συνολική πολιτική της επιχείρησης και με σφαιρική αντίληψη της καταστάσεως, αντιλαμβάνεται εκείνο που οι υπόλοιποι δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν˙ ότι οι παράλογες απαιτήσεις τους, σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν, είναι ικανές να βουλιάξουν ολόκληρη την επιχείρηση, αφήνοντάς τους πάντες χωρίς δουλειά. Κι όλα αυτά πριν ακόμη αποδειχτούν και ιστορικά πλέον που ακριβώς οδηγούν νομοτελειακά τον κόσμο τα διάφορα «φιλεργατικά» οράματα: στην καθυστέρηση, στη στέρηση, στον ολοκληρωτισμό και στα γκούλαγκ.

Τη συγκρότηση του επιφανούς επιχειρηματία έρχονται κάποια στιγμή να αμφισβητήσουν τρία φαντάσματα˙ η μεταφυσική, υπερβατική μορφή τους επιλέχθηκε προφανώς σε αντιστοιχία με το περιεχόμενο του λόγου τους.

Πρώτο κάνει την επίσκεψή του το Πνεύμα της Ανευθυνότητας. Θα έρθει για να θυμίσει σκηνές από το παρελθόν, χρησιμοποιώντας όμως με προσχεδιασμένο τρόπο τεχνικές μοντάζ που αποκλείουν την άλλη άποψη. Έτσι, μέσα από διάφορα νοητικά τεχνάσματα θα προσπαθήσει να περάσει έντεχνα το ιδεολόγημα της δαιμονοποίησης της εργατικότητας, της στοχοπροσήλωσης, της προκοπής, της επιχειρηματικότητας και του κέρδους. Πρόκειται για έναν γνωστό και συχνά επαναλαμβανόμενο προπαγανδιστικό μηχανισμό, ο οποίος αδυνατώντας να αντιπαραβάλει οποιονδήποτε ορθολογικό αντίλογο, καταφεύγει μονίμως σε μεταμοντέρνα επιχειρήματα: άλλοτε, όπως εδώ, σε σκηνές από μετεφηβικά σαλιαρίσματα και άλλοτε σε εικόνες από παιδικά έλκηθρα (!). Κανείς δεν αμφιβάλει ότι απαιτούνται θυσίες στην πορεία προς την κοινωνική καταξίωση. Κάποιοι ωστόσο ολοφάνερα αδυνατούν να αποδεχτούν ότι υπάρχουν και χαρισματικά άτομα που στη ζωή τους δε συμβιβάζονται με τη μετριότητα.

Δεύτερο έρχεται το Πνεύμα του Λαϊκισμού. Προσπαθεί να διεγείρει τα συναισθηματικά αντανακλαστικά μας με λαϊκιστικά σκηνικά από ένα «φτωχό πλην τίμιο» σπίτι της εργατικής τάξης. Αυτό που παραλείπει να μας πει όμως είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη γενιά ζούσε σε πολύ καλύτερες συνθήκες από τις προηγούμενες: η ιατρική κι η επιστήμη προόδευε με σταθερά βήματα, ο αναλφαβητισμός υποχωρούσε, δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης ανοίγονταν όλο και πιο πολλές. Επιπλέον, προσπαθεί να μας παρουσιάσει ως αναξιοπαθούσα μια μάλλον μικρο-μεσοαστική οικογένεια, στην οποία ο πατέρας βγάζει τα προς το ζην όλων των μελών της με διανοητική εργασία σε γραφείο, όχι σε κάποια κοπιώδη χειρωνακτική δουλειά, ενώ διαθέτει και μιαν αρκετά καλή στέγη, προφανώς ιδιόκτητη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μάλλον προνομιούχο περίπτωση οικογένειας, δεδομένων των προβλημάτων άλλων πολυπληθέστερων κατώτερων στρωμάτων, που αντιμετώπιζαν δυσκολίες και για τα απολύτως χρειώδη (στέγη, αυτοσυντήρηση), συνηθισμένων να εργάζονται πολύ πιο σκληρά χωρίς να βαρυγκωμούν και να κατηγορούν τους άλλους για τα προβλήματά τους.

Τελευταίο, εμφανίζεται το Πνεύμα των Φοβικών Συνδρόμων. Εκμεταλλευόμενο τον κοινό σε όλους φόβο του θανάτου, επιστρατεύει κλασικά επιχειρήματα καταστροφολογίας, κινδυνολογίας και απαισιοδοξίας, αντλώντας υλικό τόσο από τα χωράφια της θρησκευτικής εσχατολογίας, όσο και από στερεοτυπικές αγκυλώσεις περί «ανάδελφων πλουσίων» και «μονόχνοτων γερομπισμπίκηδων», όσον αφορά τους κατεξοχήν εκπροσώπους του ελεύθερου πνεύματος, της καλλιέργειας και του κοσμοπολιτισμού διαχρονικά.

Η μεταστροφή του κεντρικού ήρωα στο τέλος της νουβέλας θα πρέπει να μας βάλει σε προβληματισμό. Η έλξη που ασκεί η θλιβερή εικόνα του ξεμωραμένου, ημίτρελου και ανεύθυνου πια ήρωα σε συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους είναι ενδεικτική του τρόπου που αντιλαμβάνονται την πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, όσο και του μεγέθους της επιζήμιας επιρροής τους στην κοινωνία. Ταυτόχρονα, το βιβλίο μας προειδοποιεί για τη διανοητική σύγχυση που επέρχεται με το πέρασμα της ηλικίας, απόρροια διαφόρων εκφυλιστικών ασθενειών και στιγμών αδυναμίας, από όπου αναδεικνύεται η ανάγκη να προχωράει κανείς όσο το δυνατόν νωρίτερα σε δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις με ταχύ και αποφασιστικό ρυθμό.

27.10.09

Η κυρία Δώρα

(…) Κι ο Αναστάσης το ίδιο, απ’ το άλλο πρωί, που η Βούλα του εξήγησε τη νύχτα που περάσαµε οι τρεις µας, και το τι ειπώθηκε, και το τι συνέβαινε ακριβώς µε τη συγκάτοικό µας αυτή, ένιωσε αµέσως υποχρεωµένος να δηλώσει την εκτίµησή του γι’ αυτό το πρόσωπο, και να το περιγράψει µε τα δικά του χρώµατα, για να το τοποθετήσει σωστά. «Ώστε έτσι», µου είπε το πρωί, πριν φύγουν µε τη Βούλα για να πάνε να κάνουν το µπάνιο τους στην άλλη άκρη τού κόλπου όπου τα νερά θα ήταν καθαρότερα απ’ ό,τι µπροστά στο ξενοδοχείο, «η κυρία που µένει µαζί µας στο ξενοδοχείο, είναι παλιά αριστερή, µακρονησιώτισσα. Μπράβο, µπράβο. Ωραία, πολύ ωραία. Είχατε αγωνιστικές διηγήσεις χτες το βράδυ.» Και ύστερα πρόσθεσε: «Και πού ανήκει τώρα η κυρία; Εκεί που ανήκουν οι πολλοί µάλλον. Έτσι είναι, οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν ξεφεύγουν, δεν µπορούν να ξεφύγουν, είναι δικαιολογηµένοι.»

Με νευρίαζε το ύφος αυτών των ανθρώπων να µη συγκινούνται ποτέ από τίποτα, να τα βλέπουν όλα ψυχρά και λογικά, και όταν συναντούν παλιούς τέτοιους άνθρωπους που βασανίστηκαν (υπόφεραν) στις εξορίες, να συµπεριφέρονται τελικά σαν να συναντούν φυσικά τµήµατα ενός κόσµου που είναι απολύτως λογικός. Στην αρχή ο Αναστάσης θέλησε να εκµεταλλευτεί την παρουσία τής κυρία ∆ώρας και να κάνει και επίδειξη τής ιδεολογίας του. Ήταν µάλιστα εξαιρετικά διαχυτικός µαζί της, και όλο υπονοούµενα συντροφικότητας και κοινών πολιτικών γνώσεων, από το πρώτο µεσηµέρι που φάγαµε στην ταβέρνα τού Μιχάλη, και συναντηθήκαµε όλοι. Τον έκαιγε πάντως να µάθει αν ανήκει στην παραδοσιακή αριστερά σήµερα η κυρία ∆ώρα ή δεν ανήκει ίσως πουθενά, οπότε έβαλε τη δεξιοτεχνία του για να τή θαµπώσει και να τήν πάρει µε το µέρος του. Έτσι ανέφερε στη συζήτηση τού φαγητού όλους τούς αγώνες εναντίον τής χούντας, και το πολυτεχνείο, για τα οποία µιλούσε πάντα σαν να είχε συµµετάσχει σε όλα αυτά. Τελικά τα πέντε µεσηµέρια που έµεινε µαζί μας ο Αναστάσης και τρώγαµε στην ταβέρνα τού Μιχάλη στο ίδιο τραπέζι και οι τέσσερις, ο Αναστάσης πέρασε όλα τα θέµατα, από τον εµφύλιο και τις εξορίες, Παπάγο, καραµανλική οκταετία, ανέλυσε τη δύναµη που είχε, και τη σηµασία που είχε τότε το κυπριακό, τη σηµασία των αγώνων τού ένα ένα τέσσερα, το φοιτητικό εισιτήριο, τη σηµασία των κινητοποιήσεων των οικοδόµων, τη δολοφονία του Λαµπράκη, το φόνο τού Πέτρουλα, τη σηµασία και τα αίτια της ανάδειξης του γέρου Παπανδρέου σε λαϊκό ηγέτη, το αναπόφευκτο των Ιουλιανών, το αναπόφευκτο της χούντας, την καίρια και δύσκολη φάση των αγροτικών κινητοποιήσεων τότε, την καίρια σύµπτωση των κινητοποιήσεων της Νοµικής µε την απαρχή των µεγάλων οικονοµικών και πολιτικών κρίσεων τής χούντας, τη σηµασία τού Πολυτεχνείου, πέρα από τη µετέπειτα στείρα µυθοποίηση, σε σχέση µε τη νέα αναπόφευκτη κρίση τού Κυπριακού, την αναπόφευκτη µετατροπή τού Καραµανλή σε εθνάρχη, τη µεγάλη ευθύνη των κοµµάτων τής αριστεράς για την ασφαλή τους χρεοκοπία, τα αίτια της ανάδειξης του γιου Παπανδρέου σε λαϊκό ηγέτη και ξεγράφοντας, µε αυτόν τον τρόπο, όλα τα κόµµατα και κάνοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο µια αναµφίβολα αξιοθαύµαστη και έξυπνη έκθεση της δικής του πολιτικής τοποθέτησης, έφτασε ως το κοτοπουλάδικο το οποίο η κυβέρνηση δεν έχει καµµία διάθεση να αποµακρύνει καταλήγοντας µε την επισήµανση τής τραγικής θέσης αυτών των ανθρώπων που βλέπουν τη ζωή τους και τον αέρα τους να µολύνεται µες στα προδιαγεγραµµένα και κλασικά µονοπάτια που επιβάλλει η οικονοµία µας.

Η κυρία ∆ώρα όµως, ενώ τον άκουγε χωρίς να επεµβαίνει στα προηγούµενα, στο θέµα τού κοτοπουλάδικου τον πληροφόρησε για τις κινητοποιήσεις των χωρικών /…/ ενάντια στο ορνιθοτροφείο που είχε αυξηθεί σε τόσο τροµακτικό βαθµό από δάνεια τής χούντας /…/ και γι’ αυτό η δυστυχία και η στέρηση χρειάζεται, οι άλλοι µπορούν να έχουν και µερικά αγαθά, αυτό δηλαδή που συνέβη µε το ανατολικό και το δυτικό Βερολίνο, συνέχισε η κυρία ∆ώρα, που το ανατολικό έφτασε να κάνει τρόπο ζωής, να κάνει αγαθό τελικά τη στέρηση, και πάντα της απορούσε τότε µε το τείχος στις αρχές τής δεκαετίας εκείνης που γίνονταν κι οι πολλές αποδράσεις, και παρ’ όλο που αυτή είχε γυρίσει απ’ την εξορία σε τέτοια κατάσταση, που κι ο άντρας της τρόµαξε όταν την είδε, όταν γύρισε ο άντρας της την κοίταζε ώρες σιωπηλός και δεν µπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν η ίδια, γιατί ήτανε πολύ όµορφη είναι η αλήθεια παλιά, και πολλές φορές αφού είχαν µείνει ώρα σιωπηλοί και κοιταζόντουσαν, αυτός τής έλεγε σιγά «καµµιά φορά αναλογίζοµαι αν το άξιζε πραγµατικά να χάσεις αυτά τα ωραία πόδια που είχες, γι’ αυτόν τον βροµόκοσµο», κι εκείνη έλεγε «αναρωτιέµαι γιατί φεύγουν µονάχα απ’ τη µία µεριά και θέλουν όλοι να πάνε στην άλλη, και δεν γίνεται ποτέ το αντίστροφο», γιατί αυτή δεν ήτανε διαβασµένη, δεν είχε καµµία σχέση µε τα πολιτικά, ήταν πολύ όµορφη, και είχε τη δουλειά της στην τράπεζα, και αγαπιόταν µε τον άντρα της, και είχε φωτογραφίες µε γούνες και χρυσαφικά, και ήταν όµορφη και της άρεσε η καλοπέραση, και στην τράπεζα που δούλευε ήτανε σ’ ένα τµήµα – επί κατοχής – όπου όλοι καλοπερνούσαν, δεν είχαν καµµιά επαφή µε τούς πελάτες και τον πολύ κόσµο, ήταν µια κλειστή παρέα από κοπέλες και άντρες που είχαν τά γραφεία τους και όλη µέρα γελούσαν και κουβέντιαζαν. Και µια µέρα να σου και συµβαίνει η καταστροφή, και τη µεταθέτουνε στο χειρότερο τµήµα της τράπεζας, κάτω στο υπόγειο, όπου τον πρώτο καιρό τής φάνηκε ότι θα πεθάνει από τη θλίψη και την κατήφεια, όπου όλο το µέρος ήταν σκοτεινό και όλοι δούλευαν ο καθένας σκυµµένος στον πάγκο του, και όταν σχόλαγαν µιλούσαν µεταξύ τους µονάχα βλοσυρά και αυτήν την άφηναν πάντα απέξω, σα να τη φοβόντουσαν ή και να την υποπτευόντουσαν ακόµα, και αργότερα έµαθε ότι είχαν το λόγο τους γι’ αυτό, γιατί εκτός που ντυνόταν έτσι ωραία και πλούσια, τούς την είχαν φέρει και ξαφνικά, και πίστευαν ότι την είχαν για καταδότρια, αλλά αυτή δεν ήξερε βέβαια τίποτα, την είχε πειράξει απλώς η σκοτεινιά κι η µελαγχολία αυτού τού γραφείου, ώσπου στο τέλος για να µην πεθάνει «δεν θα µου µαυρίζανε εµένα τη ζωή εκεί µέσα» αποφάσισε ν’ αρχίσει να γελάει όπως συνήθως και να λέει αστεία, και να αγνοήσει τη δικιά τους κατήφεια, γιατί αυτηνής τής χρειαζόταν το γέλιο, και ο τύπος της ήταν χαρούµενος, κι έτσι δεν θα τους έκανε το χατήρι να είναι διαρκώς σοβαρή και πένθιµη για χάρη τους, και ύστερα, άρχισαν κι αυτοί ν’ αλλάζουν και είχε µπει στην παρέα τους και ήταν φίλη τους, και τότε σιγά-σιγά τής δώσανε να καταλάβει, ή το κατάλαβε µάλλον µόνη της, ότι όλους αυτούς κάτι άλλο τούς ένωνε, δεν ήταν απλώς έτσι χωρίς λόγο βλοσυροί, κατάλαβε ότι ήταν οργανωµένοι, κατάλαβε την παρανοµία και το ΕΑΜ, στο τέλος κατάλαβε κιόλας ότι νόµιζαν πως είχε µπει στη µέση σαν καταδότρια.

Μετά συνήθισε πολύ αυτήν την ατµόσφαιρα στο υπόγειο, όπου υπήρχε µετέωρος πάνω τους αυτός ο αγώνας τής αντίστασης, η ζωή που έκανε πριν στο άλλο γραφείο τής φαινόταν πολύ κακή και ανόητη, έµπαινε όλο και περισσότερο στο νόηµα και την έπιασε και ειλικρινής ενθουσιασµός για την αντίσταση, και µια µέρα το πήρε απόφαση και απευθύνθηκε στον µεγαλύτερο εκεί µέσα, που του είχε και την περισσότερη εµπιστοσύνη, και της φαινόταν ότι είχε και τα µεγαλύτερα αξιώµατα, και τού είπε «θέλω να µε γράψετε κι εµένα, θέλω να µε γράψετε», «να σε γράψουµε;» είπε αυτός, και ήταν σχεδόν σύµφωνος γιατί είχε πειστεί πια γι’ αυτήν, και θα τής το πρότεινε κι ο ίδιος αν δεν τού το ’λεγε αυτή πρώτη, «να σε γράψουµε», είπε, «όχι, είπε αυτή, δεν κατάλαβες, όχι στο ΕΑΜ, στο Κόµµα θέλω να µέ γράψετε», σκέψου θράσος που το ’χα, είπε η κυρία ∆ώρα και γέλασε πλούσια και βαθειά, «είχα θράσος και άγνοια, να γραφτώ στο κόµµα, εκεί που γραφόντουσαν οι πιο εκλεκτοί», αλλά δεν πρόλαβα να γραφτώ ούτε στο ΕΑΜ ούτε στο κόµµα, εγώ δεν ήµουνα γραµµένη πουθενά όταν µε πήγανε στην εξορία, τυπικά εγώ ήµουνα τελείως αθώα, δεν ήµουνα γραµµένη πουθενά, όµως ήµουνα όµορφη, ήµουνα πολύ όµορφη τότε και στη µεγάλη διαδήλωση που έγινε ήµουνα εγώ αυτή που βρισκόταν µπροστά και κρατούσε τη σηµαία, γιατί είχα πάει βέβαια, τούς ακολουθούσα συνέχεια κι ας µη µ’ είχαν γράψει ακόµα πουθενά, ίσως δεν µου είχαν ακόµα και πλήρη εµπιστοσύνη, αλλά ήµουνα πάρα πολύ όµορφη, δεν είναι κακό που το λέω, δεν είναι κακό, γιατί αυτό ήταν η αιτία για να πάω εγώ εξορία, και κείνη τή µέρα ήµουν ακόµα πιο όµορφη και είχε τύχει να φορέσω, όχι πως το ’χα σκεφτεί, καθόλου δεν το ’χα σκεφτεί, αλλά είχα βάλει ένα απ’ αυτά τα ντεπιές φούστα και µπλουζίτσα άσπρο και γαλάζιο ήτανε µε ρίγες κιόλας, κι όπως ετοιµαζόµαστε εκεί να ξεκινήσει η πορεία, λέει ένας από τούς επικεφαλής «να αυτό το όµορφο κορίτσι θα βάλουµε να κρατάει τη σηµαία µας που είναι ντυµένο και µε τα χρώµατα τής ελληνικής» και παίρνω τη σηµαία και µπαίνω µπροστά και πέρασα όλη την Αθήνα έτσι επικεφαλής της διαδήλωσης µε τη σηµαία εγώ να την κρατάω. Και δεν µπορείτε να το πιστέψετε πόσοι άνθρωποι µε είδαν και µου το έλεγαν ότι µε θυµόντουσαν σε κείνη τη διαδήλωση µε τη σηµαία που ήµουνα µπροστά, και ύστερα θυµάµαι µια µέρα που περνούσα µπροστά από ένα αστυνοµικό τµήµα µε τον Κώστα τον άντρα µου, και ήταν δύο αστυνοµικοί στην πόρτα και ο ένας είπε στον άλλο «να, αυτή ήτανε µε τη σηµαία» («αυτή δεν ήτανε που κρατούσε τη σηµαία;»), και έτσι µε πήραν εµένα στη Μακρόνησο, δεν ήµουνα οργανωµένη, δεν είχα προφτάσει να µπω πουθενά και ήµουνα και ανίδεη σχεδόν, ό,τι έµαθα το έµαθα στην εξορία, όταν µας φέρανε στην Αθήνα, σταµάτησε θυµάµαι το καµιόνι στην οδό Πανεπιστηµίου γωνία, και ήταν ο Κώστας, και γω από την αδυναµία δεν µπορούσα να περπατήσω, και µε πήρε και µε σήκωσε στα χέρια του σαν πούπουλο, και θυµάµαι είχε σταθεί κόσµος, είχε µαζευτεί κόσµος γύρω και κοίταζε, και ήταν και γυναίκες, και οι άνθρωποι λέγανε «Ώστε έτσι γυρίζουν οι γυναίκες από τη Μακρόνησο;», µε πήρε στα χέρια του και µε σήκωσε σαν πούπουλο, δεν µπορούσα να περπατήσω απ’ την αδυναµία, δεν είχα πια βάρος. Ήταν απ’ αυτά τα µέρη, όµορφος άντρας, το χωριό του είναι απ’ αυτά τα χωριά στο βουνό, εδώ αυτά τα µέρη βγάζουν όµορφους άντρες, κατεβαίνανε µονάχα απ’ τα γύρω χωριά και ψαρεύανε, είχε κάτι ψαροκαλύβες µόνο, εδώ που είναι τώρα τα σπίτια των ψαράδων, σιγά-σιγά επεκτάθηκε το υπόλοιπο χωριό και χτίστηκε όλο το µέρος. /…/

«Τελικά είναι λίγο χαζή όµως η κυρία», είπε ο Αναστάσης τήν εποµένη φορά που µε είδε.

(…)

Η κυρία ∆ώρα έλεγε «Ναι, βέβαια, η φτώχεια των παιδιών είναι µεγάλη ντροπή, µεγάλη ντροπή για την ανθρωπότητα, θα ’πρεπε όλοι να ντρεπόµαστε /…/, εγώ ύστερα όταν είχα καταλάβει τον κόσµο και είχα γίνει αριστερή έφθασα να ντρέποµαι για τις γούνες που είχα και για το πόσο καλά ντυνόµουνα µέχρι τότε. Ντρεπόµουνα δηλαδή για τη δικιά µου την ευτυχία και την καλοπέραση, ντρεπόµουνα φοβερά. Εγώ όλα στην εξορία άρχισα να τα µαθαίνω, γιατί εκεί ήταν µερικές γυναίκες προσωπικότητες και µας ξυπνήσανε εµάς τις αδαείς, όσες δηλαδή από µας ακόµα κοιµόµαστε βαθειά. Γιατί προηγουµένως εγώ δεν είχα ιδέα από τίποτα, τίποτα δεν ήξερα. Ούτε είχα προλάβει να κάνω τίποτα. Μόνο και µόνο επειδή ήµουνα όµορφη, αυτός ήταν ο λόγος που πήγα εγώ εξορία. ∆εν είχα προλάβει να κάνω απολύτως τίποτα. Με είδε όµως όλη η Αθήνα που κρατούσα τη σηµαία. Άνθρωποι και άνθρωποι µου το λέγανε µετά ότι µε θυµόντουσαν».

Και η κυρία ∆ώρα συνέχισε µετά µ’ αυτό το χιουµοριστικό ύφος που της άρεσε πολύ να το χρησιµοποιεί, κυρίως όταν περιέγραφε τον εαυτό της, ίσως γιατί τής έδινε µετά την ευκαιρία να γελάει µ’ αυτό το πολύ πλούσιο γέλιο, το πολύ περίεργο άλλωστε:
– Να ένας λόγος λοιπόν να τιµωρηθείς, η οµορφιά είναι κι αυτή ένας λόγος, εγώ δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ πριν ότι ήταν λόγος κι η οµορφιά. Εσείς να τ’ ακούτε που είσαστε νέες κι όµορφες, συνέχισε, και µε σκούντησε όπως ήµουν ξαπλωµένη δίπλα της στο πόδι µε το πόδι της, γελώντας έτσι πλούσια. Η Βούλα γέλασε µε τυπικότητα και βιαστικά κι είχα την εντύπωση ότι θα κουνήθηκε ενοχληµένη στην καρέκλα της, παρ’ όλο που δεν την έβλεπα καθόλου όπως ήµουν ξαπλωµένη. Όµως ήµουνα σίγουρη ότι το θεωρούσε αταίριαστο από µέρους της κυρίας ∆ώρας που γελούσε µε τον εαυτό της, και πολύ περισσότερο είµαι σίγουρη ότι κουνήθηκε ενοχληµένη στην καρέκλα της.

– Ε, καλά, τα παραλέτε άσχηµα πάντα για τον εαυτό σας και µειωτικά, είπε, τόση πολλή µετριοφροσύνη δεν κάνει καλό, αγωνιστήκατε κι εσείς και µάλιστα πολύ σωστά, µε τον τρόπο σας, είπε θέλοντας να βάλει τα πράγµατα στη σωστή τους θέση.
– Βέβαια, είπε η κυρία ∆ώρα σαν αφηρηµένη, βέβαια, κι εγώ, όταν κατάλαβα ότι όλοι αυτοί οι συνάδελφοί µου ήταν οργανωµένοι, µ’ είχε πιάσει ένας ενθουσιασµός που ήθελα να µε γράψουν κατευθείαν στο κόµµα, τόσο πολύ δεν είχα ιδέα. Είχα µέσα µου έναν ενθουσιασµό κι ένα πάθος. Ν’ αγωνιστώ για την ελευθερία, για το δίκιο, για όλα. Πετούσα στα σύννεφα. Όµως ο λόγος που µού δώσαν να κρατήσω τη σηµαία ήταν που ήµουν έτσι όµορφη, ψηλή, ξέρετε πολύ αεράτη, και φορούσα κι εκείνο το ντεπιές. Μ’ έβλεπε όλη η Αθήνα τότε, λοιπόν, δεν µπορείτε να φανταστείτε τι καµάρι που είχα, πόσο περήφανη αισθανόµουνα, ένιωθα µια τέτοια ευτυχία που µου φαινόταν πώς να σάς το πω, κάτι σαν να µην πατούσα στη γη, κάτι σαν να µε κρατούσαν αγγέλοι και να µε περιφέρανε, και µάλιστα νόµιζα ότι τούς έβλεπα κιόλας κι ότι µε κρατούσανε ο ένας απ’ τ’ αριστερά µου, ο άλλος από δεξιά µου, και µε σηκώναν µάλιστα και µε πηγαίνανε πάνω απ’ το έδαφος, γιατί δεν κουράστηκα και καθόλου. Ένα περίεργο πράγµα, δεν ένιωσα κούραση. Υπήρχε είναι η αλήθεια µια έκσταση, ένας ενθουσιασµός, µια έκσταση πραγµατική, αγωνιστική δηλαδή, εκείνη την ηµέρα, ένας ενθουσιασµός, φωνές, από τα συνθήµατα βούιζε το σύµπαν, όλο αυτό το πλήθος, κι εγώ να, µπροστά, κορδωµένη, κορδωτή καµαρωτή να κρατώ τη σηµαία, αφού πραγµατικά µου φαινότανε σαν να είµαι στην ανάληψη, σαν να αναληπτόµουνα. Αφού θυµάµαι όταν φτάσαµε σπίτι εγώ σαν να πετούσα, δεν καταλάβαινα κούραση, αφού είπα τού Κώστα «βρε παιδί µου, εγώ ήµουνα σαν να µε κρατάγανε αγγέλοι και δεν περπατούσα, δεν κουράστηκα, µήπως, βρε Κώστα, µε κρατούσαν αγγέλοι πραγµατικά; Είδες εσύ τίποτα;» Κι αυτός έτσι καλός που ήτανε πάντα, το θυµάµαι, γέµισε µια λεκάνη και µού ’φερε να βουτήξω τα πόδια µου, και µού τα ’τριβε.

Σταµάτησε λίγο κι έπειτα είπε:
– Ε, και βέβαια µετά την ανάληψη ακολουθεί η προσγείωση. Τώρα είναι εντελώς προσγειωµένα, είπε, και χτύπησε τα γόνατά της. Και να θέλουνε δηλαδή, είναι τόσο χοντρά, που δεν σηκώνονται µε τίποτα. Προσγειώθηκαν πια για τα καλά.
Είπε και γέλασε.

Τεντώθηκα καλύτερα πάνω στην άµµο, ένιωσα µια καινούργια φουρνιά καθαρού αίµατος να κατεβαίνει και τής είπα κοιτώντας ευχαριστηµένη το φεγγάρι:
– Όταν γυρίσατε όµως, τότε που σάς πήρε στα χέρια του ο άντρας σας, είσαστε πολύ αδύνατη, σαν εξαϋλωµένη.
– Α, ναι, είπε, πετσί και κόκκαλο, αφού µέ σήκωσε ο καηµένος στα δυο του χέρια σα µωρό παιδί, δεν ήµουνα πια άνθρωπος.
Σώπασε πάλι λίγο κι ύστερα πρόσθεσε:
– ∆εν µπορούσα να τα πατήσω τα πόδια µου κάτω, απ’ την αδυναµία, δεν µπορούσα καθόλου να περπατήσω.
Ξανασώπασε πάλι, κι εµείς σιωπούσαµε. Ύστερα πρόσθεσε:
– Και τώρα έγιναν έτσι, που τρέµει η γης άµα πατάν.
– Τρέµει η γη δηλαδή γιατί είναι βαριά και χοντρά και ασήκωτα, κι όχι για κανέναν άλλο λόγο, απ’ αυτούς που λέει το τραγούδι, συµπλήρωσε.

∆εν ήξερα ποιο τραγούδι ακριβώς ήταν αυτό, ίσως κανένα δηµοτικό, όµως είχα καταλάβει γενικά ότι τής άρεσε πολύ η ποίηση, και πρέπει να διάβαζε και να είχε διαβάσει γενικά, υποπτεύοµαι ότι σ’ αυτό δεν τη βοήθησε καθόλου η εξορία, µάλλον θα διάβαζε και πριν πάει, και αφού ξαναγύρισε: τον Καβάφη παραδείγµατος χάριν που µου είχε πει κάποια στιγµή ότι τής άρεσε πολύ, και τον διάβαζε πάντοτε, τον είχε πάντοτε δίπλα της και τον διάβαζε. Ιδιαίτερα για την κυρία ∆ώρα µε είχε προβληµατίσει πολύ το πώς θα µπορούσα να τη ζωγραφίσω δίνοντας στα πόδια της την αίσθηση αυτή ακριβώς, ότι την είχαν αναγκασµένη να πατάει πολύ γερά στη γη. Να τα έκανα σαν στοιχεία τού εδάφους, σαν στοιχεία τού χώµατος, /…/. Πάντως έπρεπε οπωσδήποτε στην Αθήνα να την επισκεφτώ σπίτι της για να δω παλιές φωτογραφίες της, όπως µου είχε τονίσει κι αυτή. Το πορτραίτο που θα της έκανα ήθελα να περιέχει οπωσδήποτε το νεανικό της πρόσωπο. Και εξάλλου οπωσδήποτε να περιέχει και αυτά τα χοντρά πόδια, αυτές τις ψηλές µεν αλλά πάρα πολύ χοντρές γάµπες.

Από το βιβλίο της Χάρης Σταθάτου, «Προετοιμασίες».

Εκτενή αποσπάσματα από αυτό και άλλα δικά της μυθιστορήματα (κυκλοφορημένα και ανέκδοτα), στις «απολίτιστες τέχνες».

Άλλα κείμενά της βρίσκονται στα δύο μπλογκ της, «σημειωματάριο τεχνών» και «σημειωματάριο κήπων».

25.3.09

Ο Herman Melville και η επανάσταση του '21



«Μέχρι τα μεσάνυχτα οι δουλειές βρίσκονταν σε πλήρη λειτουργία. Είχαμε ξεφορτωθεί το κουφάρι, είχαμε αποπλεύσει, ο άνεμος δυνάμωνε, το άγριο σκοτάδι του ωκεανού ήταν έντονο. Αλλά το σκοτάδι αυτό χτυπιόταν από τις μανιώδεις φλόγες που κατά διαστήματα διακλαδίζονταν έξω από τις μαυρισμένες καπνοδόχους και φώτιζαν κάθε ψηλό σκοινί στα ξάρτια, σαν την περίφημη ελληνική φωτιά. Το φλεγόμενο πλοίο συνέχιζε την πορεία του, σαν επιφορτισμένο χωρίς τύψεις για μια πράξη εκδίκησης. Όπως τα γεμάτα πίσσα και θειάφι μπρίκια του τολμηρού Υδραίου Κανάρη, βγαίνοντας τα μεσάνυχτα από τα λιμάνια τους με μεγάλα διαστήματα από φλόγες για πανιά, χτυπούσαν επάνω στις τουρκικές φρεγάτες και τις περιτύλιγαν με καταστροφική φωτιά.»

Η ιστορία της αναζήτησης της Μεγάλης Λευκής Φάλαινας θα μπορούσε στην πραγματικότητα να ειπωθεί μέσα σε πολύ λίγες σελίδες. Όσοι από το αναγνωστικό κοινό της εποχής στην οποία πρωτοεκδόθηκε (1851) περίμεναν ηρωικές περιπέτειες, ανατροπές και συνεχή δράση, απογοητεύονταν γρήγορα από ένα κείμενο που παρότι γεμάτο λεπτομέρειες πάνω στη ζωή του πληρώματος ενός φαλαινοθηρικού, ήταν εξίσου φορτωμένο και με ιστορικές αναφορές, φιλοσοφικές αναζητήσεις, εμβαθύνσεις σε διαφορετικές κουλτούρες, περιγραφές θρησκευτικών εμπειριών και ψυχολογικών εμμονών. Η συγκριτικά ελάχιστη και αργά εξελισσόμενη πλοκή περνούσε σε δεύτερο πλάνο. Οι κριτικές για το βιβλίο, όσο ζούσε ο ίδιος ο Μέλβιλ, ήταν συγκρατημένες και μάλλον αρνητικές. Οι περισσότερες θετικές κρίσεις τότε έγιναν από άλλους συγγραφείς με τους οποίους διατηρούσε φιλία. Η πραγματική αναγνώριση του βιβλίου του ήρθε τελικά μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου ο «Μόμπυ Ντικ» αναγορεύτηκε σε κορυφαίο έργο του αμερικανικού ρομαντισμού.

Στο παραπάνω απόσπασμα (*η μετάφραση από τα αγγλικά είναι δική μου – ελπίζω να μην το σκότωσα τελείως – το μεταφρασμένο βιβλίο δυστυχώς το έχω αφήσει στο χωριό*), βρισκόμαστε στο σημείο όπου το πλήρωμα, αφού έχει σκοτώσει την πρώτη φάλαινα, συνεχίζει να εργάζεται καθώς κάθε κομμάτι της ξεχωρίζεται, επεξεργάζεται και αποθηκεύεται για να πουληθεί για διάφορες χρήσεις.

Σε μία από τις πολλές παρεκβάσεις του, ο Μέλβιλ, μέσα από το στόμα του αφηγητή Ισμαήλ, παρομοιάζει το φωτισμένο από τα καζάνια που βράζουν πλοίο με φλεγόμενη τουρκική φρεγάτα. Στην καταγωγή του Κανάρη βέβαια λαθεύει - δεν ήταν Υδραίος, αλλά γεννημένος στα Ψαρά - αποκαλύπτει όμως πως η φήμη της προσωπικότητας του και των πράξεών του - που είχαν πραγματοποιηθεί κάτι λιγότερο από τρεις δεκαετίες πριν - είχαν περάσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και είχαν «πυρπολήσει τη φαντασία» όσων παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τις ειδήσεις από τον υπόλοιπο κόσμο.

29.12.08

Στους Απογόνους

Πρόθυμα σοφός θα γινόμουν
Τα παλιά βιβλία ξηγάνε σοφός τι θα πει:
Σ’ απόσταση να στέκεις απ’ τους αγώνες στον κόσμο
Και το σύντομο βίο σου δίχως τρόμο να ζεις.
Να τα καταφέρνεις και δίχως τη βία,
Το κακό με καλό ν’ ανταποδίνεις,
Να μην ικανοποιείς τις επιθυμίες σου μα να τις λησμονάς,
Αυτό θα πει σοφός.
Όλα τούτα μου είναι αδύνατα.
Αλήθεια ζω σε χρόνια σκοτεινά!


Απόσπασμα από το ποίημα του Bertolt Brecht "Στους Απογόνους"
από τη συλλογή "76 Ποιήματα" (εκδ. Θεμέλιο, 1983)
σε μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη.

Αφορμή για την αναδημοσίευση του ποιήματος, το ξάφνιασμα κι η απογοήτευση από την παρουσία της υπογραφής του Πέτρου Μάρκαρη κάτω από καταγγελτικό κείμενο (μέχρι στιγμής τριών) συγγραφέων με τίτλο «Επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης» ως απάντηση στις παρεμβάσεις ομάδων διαμαρτυρίας σε θεατρικές παραστάσεις την προηγούμενη εβδομάδα.


Ένα κείμενο του οποίου η αναφορά σε "έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής", γεγονός που αποτελεί "μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της", καθώς "οι άνθρωποί της (δημοκρατίας) ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα «επαναστατημένων» νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη" και την "προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να «αφουγκραστούμε τα μηνύματα» της ανομίας", αλλά και η εκτίμηση ότι "μπορεί μερικοί από τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να υποκύψουν στη βία και να διακόψουν τις παραστάσεις τους προδίδοντας το κοινό τους, να κινήθηκαν από το φόβο του όχλου", «βρωμάνε» από μακριά την υπογραφή του Τάκη Θεοδωρόπουλου σε συνέπεια των απόψεων που σταθερά εκφράζει εδώ και χρόνια στη στήλη του στα «Νέα». Αυτό καμία εντύπωση δε θα προκαλούσε από μόνο του.

Είναι όμως βαθύτατα απογοητευτικό να βλέπεις ανθρώπους που εκτιμάς να συνηγορούν και να συνυπογράφουν τον παραπάνω αντιδραστικό παροξυσμό.

ΥΓ. Δείτε και τα εξαιρετικά σχόλια του Γιάννη Χάρη, του Old Boy και του ANemou πάνω στο θέμα.