Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενο-αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενο-αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.10.10

John Holloway: Η κραυγή


Πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος; Ίσως έχουμε σχηματίσει μια ασαφή ιδέα του: ένας κόσμος δικαιοσύνης, ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι θα μπορούν να σχετίζονται μεταξύ τους ως άνθρωποι και όχι ως πράγματα, ένας κόσμος στον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι διαμορφώνουν τη ζωή τους. Ωστόσο δεν χρειάζεται να έχουμε διαμορφώσει μια εικόνα του πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος για να αισθανθούμε ότι αυτός που υπάρχει είναι ριζικά εσφαλμένος. Το ότι αισθανόμαστε πως ο κόσμος είναι άδικος δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε διαμορφώσει την εικόνα μιας ουτοπίας για να τον αντικαταστήσουμε. Ούτε σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε σχηματίσει μια ρομαντική ιδέα του τύπου «κάποια μέρα θα έρθει ο πρίγκιπας μου» που υπονοεί ότι -παρόλο που ο κόσμος είναι εσφαλμένος σήμερα- κάποια μέρα θα φτάσουμε σε έναν αληθινό κόσμο, στη γη της επαγγελίας, στο αίσιο τέλος. Δεν χρειαζόμαστε καμιά υπόσχεση αισίου τέλους για να δικαιολογήσουμε την απόρριψη ενός κόσμου που τον νιώθουμε εσφαλμένο.

Αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: η απόρριψη ενός κόσμου που αισθανόμαστε ότι είναι εσφαλμένος, η άρνηση ενός κόσμου που τον νιώθουμε αρνητικό. Από εκεί πρέπει να πιαστούμε.

Μάλιστα να «γαντζωθούμε», γιατί υπάρχουν τόσο πολλά που μπορούν να κατασιγάσουν την αρνητικότητά μας και να καταπνίξουν την κραυγή μας. Ο θυμός μας πυροδοτείται διαρκώς από την εμπειρία, αλλά κάθε προσπάθεια έκφρασης αυτού του θυμού προσκρούει πάνω σε έναν τοίχο φτιαγμένο από απορροφητικό βαμβάκι. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο πολλά επιχειρήματα, φαινομενικά αρκετά λογικά. Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να στρέψουν την κραυγή ενάντιά μας, να μας κοιτάξουν και να μας ρωτήσουν γιατί κραυγάζουμε. Μήπως οφείλεται στην ηλικία μας, στην κοινωνική μας προέλευση ή απλώς είμαστε τόσο αρνητικοί λόγω κάποιας ψυχολογικής δυσπροσαρμοστικότητας: Μήπως πεινάμε, μήπως δεν κοιμηθήκαμε καλά ή αισθανόμαστε απλώς εκνευρισμό πριν από την περίοδο; Μήπως δεν κατανοούμε πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος, τις πρακτικές δυσκολίες που εμποδίζουν την εφαρμογή ριζικών αλλαγών; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι είναι αντιεπιστημονικό να κραυγάζουμε;

Έτσι μας παρακινούν (και αισθανόμαστε και οι ίδιοι την ανάγκη) να μελετήσουμε την κοινωνία και να ανατρέξουμε στην κοινωνική και πολιτική θεωρία. Και τότε συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Όσο περισσότερο μελετάμε την κοινωνία, τόσο περισσότερο η αρνητικότητά μας αμβλύνεται ή παραμερίζεται ως άσχετη. Δεν υπάρχει χώρος για την κραυγή στον ακαδημαϊκό λόγο. Επιπλέον, η ακαδημαϊκή μελέτη μας παρέχει μία γλώσσα και έναν τρόπο σκέψης με τα οποία πολύ δύσκολα εκφράζουμε την κραυγή μας. Η κραυγή, αν εμφανιστεί, γίνεται αντιληπτή σαν κάτι που χρήζει εξήγησης, όχι σαν κάτι που πρέπει να αρθρωθεί. Από ερωτηματικό για την κοινωνία, η κραυγή καθίσταται αντικείμενο ανάλυσης. Γιατί κραυγάζουμε; Ή μάλλον -καθώς εμείς είμαστε πλέον κοινωνικοί επιστήμονες- γιατί αυτοί κραυγάζουν; Πώς εξηγούμε την κοινωνική εξέγερση, την κοινωνική δυσαρέσκεια; Η κραυγή ακυρώνεται συστηματικά με την αναγωγή στα συμφραζόμενα της. Οι άνθρωποι κραυγάζουν λόγω των βρεφικών εμπειριών τους, λόγω της μοντερνιστικής σύλληψης περί υποκειμένου, λόγω της ανθυγιεινής τους διατροφής, λόγω της εξασθένησης των οικογενειακών δομών: όλες αυτές οι εξηγήσεις υποστηρίζονται από στατιστικά τεκμηριωμένες έρευνες. Η ύπαρξη της κραυγής δεν αμφισβητείται ολοκληρωτικά, αλλά στερείται κάθε εγκυρότητας. Καθώς αποχωρίζεται από το «εμείς» και προβάλλεται σε ένα «αυτοί», η κραυγή αποκλείεται από την επιστημονική μέθοδο. Όταν γινόμαστε κοινωνικοί επιστήμονες, μαθαίνουμε πως, για να κατανοήσουμε, πρέπει να επιδιώξουμε την αντικειμενικότητα, να αφήσουμε κατά μέρος τα αισθήματα μας. Δεν είναι τόσο το τι μαθαίνουμε, αλλά το πώς το μαθαίνουμε που φαίνεται να καταπνίγει την κραυγή μας. Πρόκειται για μια ολόκληρη δομή σκέψης που μας αφοπλίζει.

Ωστόσο τίποτε απ' όσα προκάλεσαν την αρχική μας οργή δεν έχει εξαφανιστεί. Ίσως μάθαμε πως όσα μας εξοργίζουν σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρη ενός συστήματος κοινωνικής κυριαρχίας, αλλά κατά κάποιο τρόπο η αρνητικότητά μας εξαλείφθηκε. Και όμως η φρίκη του κόσμου συνεχίζεται. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να επιδοθούμε σε ένα επιστημονικό ταμπού: να κραυγάσουμε σαν παιδιά, να υψώσουμε την κραυγή πάνω απ' όλες τις δομικές εξηγήσεις και να πούμε: «Δεν μας ενδιαφέρει η ψυχιατρική διάγνωση, δεν μας ενδιαφέρει εάν η υποκειμενικότητα μας είναι μια κοινωνική κατασκευή: αυτή είναι η κραυγή μας, αυτός είναι ο πόνος μας, αυτά είναι τα δάκρυα μας. Δεν θα επιτρέψουμε να μετριαστεί η οργή μας από την πραγματικότητα, αντίθετα η πραγματικότητα πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην κραυγή μας. Πείτε ότι κάνουμε σαν παιδιά ή σαν έφηβοι, αλλά αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: κραυγάζουμε».

John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία (Το νόημα της επανάστασης σήμερα), μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας

22.9.10

Ποπ + Ροκ: 200 δίσκοι για 200 τεύχη (1978-1995)

Όταν οι πληροφορίες γύρω από τη μουσική ήταν ακόμη σχετικά περιορισμένες και δυσπρόσιτες, με βασικές πηγές κανάλια όπως το MTV, το εμπορικό ραδιόφωνο και απόψεις φίλων και γνωστών, η συμβολή των μουσικών περιοδικών ήταν ανεκτίμητη.

Το πρώτο τεύχος του Ποπ + Ροκ που αγόρασα ήταν εκείνο του Απριλίου του 1995 με την PJ Harvey στο εξώφυλλο. Έκτοτε το έπαιρνα τακτικά κάθε μήνα (όπως και το σχετικά σύντομης διάρκειας αδελφάκι του "Zoo", με θεματολογία και αισθητική αντίστοιχη του βρετανικού Mojo), μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας, όταν έπειτα από αρκετές αλλοπρόσαλλες προσπάθειες για αλλαγή ταυτότητας και αποτυχημένα φλερτ με το –κακώς εννοούμενο– lifestyle, κατέληξε σκιά του παλιού του εαυτού.

Στην καλύτερη φάση του, υπό τη διεύθυνση του Μάρκου Φράγκου, διέθετε ένα ξεχωριστό επιτελείο συντακτών: ο ειδικευμένος στους «μαύρους» ήχους, αυστηρός αλλά πάντοτε τεκμηριωμένος και χιουμοριστικός Θανάσης Βούτσινος, ο ιδιαίτερα εμπνευσμένος στη γραφή Νίκος Μποζινάκης, ο ενθουσιώδης μέσα-σε-όλα-τα-είδη Μάνος Μπούρας, ο γενικών καθηκόντων και ευαίσθητος Σπήλιος Λαμπρόπουλος, ο πιστός του ηλεκτρονικού πειραματισμού Τάσος Μαρούγκας και αρκετοί ακόμη.

Το καλοκαίρι του 1995 –ακόμη μαθητής Γυμνασίου– πήρα στα χέρια μου το διπλό επετειακό τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου, όπου με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 τευχών του Ποπ + Ροκ, υπήρχε μια λίστα-οδηγός με τους 200 δίσκους «που απασχόλησαν περισσότερο τις σελίδες του περιοδικού» από το πρώτο τεύχος του 1978 μέχρι τα μέσα του 1995. Ξεφυλλίζοντας κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν αυτά τα παλιά περιοδικά, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ τη λίστα, χάρη στην οποία ήρθα τότε σε επαφή με πολλά καινούργια άγνωστα ονόματα και προτάσεις δίσκων, στη λογική του «να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι».

Ο διευθυντής του Ποπ + Ροκ, που προλογίζει αυτό το αφιέρωμα, γράφει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο προσωπικό του μπλογκ, με αφορμή το κλείσιμο ενός άλλου έντυπου, ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά και αποκαρδιωμένο κείμενο για την εμπειρία του να κυκλοφορείς ειδικευμένα μουσικά περιοδικά στην εποχή των ευρυζωνικών συνδέσεων και της διαδικτυακής πληροφόρησης, σημειώνοντας ενδεικτικά πως αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα αφορούσε πλέον «μοναχικούς ρομαντικούς που "χειρουργούσαμε" το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι».

Η παρακάτω αναδημοσίευση ας θεωρηθεί φόρος τιμής σε μια εποχή που ο μουσικός τύπος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.

(Με ένα κλικ οι εικόνες μεγαλώνουν ή εναλλακτικά, εδώ βρίσκεται ολόκληρο σε μορφή pdf)

10.7.10

Μουσική και φωτογραφίες

(Netherlandish Proverbs by Pieter Bruegel the Elder)

Στην πρώτη μου ανάμνηση ήμουν πάντοτε εγώ με τη μαμά μου μια κρύα γκρίζα μέρα σε μια παραλία στην Ουάσιγκτον, στη θαλάσσια δίοδο του Πιούτζιτ κοντά στο Σηάτλ. Θα πρέπει να ήμουν δύο ή τριών χρονών μαζί με έναν φίλο μου από τη γειτονιά και τη μαμά του, περπατώντας ανάμεσα στα ξεβρασμένα ξύλα, ψάχνοντας για καβούρια. Ακόμη και τώρα, μπορώ να θυμηθώ τη μυρωδιά και τη θερμοκρασία του αέρα, την αίσθηση της άμμου και του ψηλού γρασιδιού που κυμάτιζε. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ πως κοίταζα προς το μέρος του φίλου μου και πως φαινόταν το πρόσωπό του όταν μου επέστρεφε το χαμόγελο. Άλλη μια μνήμη που ενίοτε ανακαλώ σαν πρώτη μου ανάμνηση είναι να είμαι ντυμένος σαν τον Τζακ Λόντον μέσα στο καταχείμωνο με ρακέτες του τένις στα πόδια, φορώντας τον ταξιδιωτικό σάκο του μπαμπά μου στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη (φρικτή) εκδοχή του «Ασπροδόντη» από τη Ντίσνεϋ. Ή υπάρχει η ανάμνηση του να έχω κλέψει το τρίτροχο από τον γείτονα και να τρέχω με αυτό μέχρι τα μισά του τετραγώνου πριν με τσακώσουν και αναγκαστώ να επιστρέψω νικημένος ή του να φοράω τη στολή του πυροσβέστη πλένοντας το αμάξι των γονιών μου ή να τρώω μια γρανίτα πορτοκάλι από το φορτηγό-παγωτατζίδικο.

Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.

Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.

Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.

Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.

6 Απριλίου 2008

(liner notes - also transcribed here)

Κείμενο γραμμένο από τον Robin Pecknold για την ειδική έκδοση του πρώτου ομώνυμου δίσκου των Fleet Foxes μαζί με το προηγηθέν EP "Sun Giant".


(R. Pecknold covering Joanna Newsom's "On A Good Day" live at his home)


(Fleet Foxes - He Doesn’t Know Why)

3.7.10

«Για τους μαχαιρωμένους»


Οι μαχαιρωμένοι περιμένουν δικαιοσύνη. Οι ληστεμένοι και σφαγμένοι περιμένουν δικαιοσύνη, αλλά αυτή αργεί να φανεί. Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι και διασυρμένοι περιμένουν την καταιγίδα των δακρύων που θα ξεπλύνει τα αίματα, μα αντί γι’ αυτήν ξεπηδούν χάχανα από παντού.

Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι, διασυρμένοι και προδομένοι περιμένουν τουλάχιστον από μας να μην τους ξεχνάμε και να μη γελάμε μαζί με τον κοινό εχθρό, μα εμείς κυλιόμαστε στις ίδιες κοίτες με τους διώκτες μας συμφωνώντας εμπράκτως μαζί τους.

Οι μαχαιρωμένοι ανήμποροι περιμένουν δικαιοσύνη κι εμείς πιστεύουμε πως αυτή κάποτε θα έρθει από μόνη της. Οι μαχαιρωμένοι υπήρξαν αφελείς και την έπαθαν, εμείς είμαστε πιο αφελείς και θα την πάθουμε τρις χειρότερα.

(Γιώργος Ιωάννου, «Καταπακτή» - πεζά κείμενα, εκδόσεις Γνώση, 1982)

9.6.10

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Τζαμάικα


Πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέστρεψε την Τζαμάικα

Τριάντα χρόνια πριν, οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ προχώρησαν στην αποσταθεροποίηση της ριζοσπαστικής κυβέρνησης της Τζαμάικας με καταστροφικές επιπτώσεις για τον πληθυσμό της.

Άρθρο της Abbie Bakan (δημοσιεύτηκε στον Socialist Worker στις 14 Ιουλίου 2007)

Όταν ο Michael Manley και το PNP (Λαϊκό Εθνικό Κόμμα) εκλέχτηκαν στην Τζαμάικα για μια δεύτερη θητεία τον Δεκέμβρη του 1976, όσοι μάχονταν τον ιμπεριαλισμό και τον ρατσισμό αναθάρρησαν. Ήταν δείγμα του ότι η χώρα στήριζε την άρνησή του να συμφωνήσει στους καταπιεστικούς όρους που απαιτούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. «Δεν είμαστε για πούλημα» ανακοίνωσε σε ένα ενθουσιώδες κοινό των 35.000 στο Εθνικό Στάδιο της πρωτεύουσας Κίνγκστον.

Εκείνη την εποχή, ο Manley αναγνωριζόταν ως «ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στον Τρίτο Κόσμο», σύμφωνα με τον μελετητή της Καραϊβικής Fitzroy Ambursley. Αποτελούσε μια περίπτωση δοκιμασίας, τόσο για το ΔΝΤ όσο και για το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Το προτεινόμενο πρόγραμμα δομικών αλλαγών του ΔΝΤ για την Τζαμάικα επρόκειτο να αποτελέσει το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού και των διαπραγματεύσεων του εθνικού χρέους σε όλο τον Τρίτο Κόσμο. Η ιστορία της ανόδου και της παραίτησης του Manley στη μάχη του με το ΔΝΤ είναι εξαιρετικά διδακτική για τα σημερινά κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης.

Η Τζαμάικα είναι ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, πατρίδα του Bob Marley, της ρέγκε μουσικής και γενέτειρα του πρωτοπόρου ηγέτη του μαύρου εθνικισμού Marcus Garvey. Από την εποχή που ο Χριστόφορος Κολόμβος έφτασε στις ακτές τους, πιστεύοντας λανθασμένα ότι πρόκειται για την Ινδία, περισσότερα από 500 χρόνια πριν, τα νησιά της Καραϊβικής έχουν αποτελέσει αντικείμενο αποικιοκρατικής κατοχής και εκμετάλλευσης.

Ο Michael Manley ήταν σύμβολο αντίστασης όχι μόνο στην Τζαμάικα, αλλά και διεθνώς. Ανέλαβε την εξουσία πρώτη φορά στις εκλογές του 1972. Στα πρώτα χρόνια άσκησης της εξουσίας από τον Manley, έλαβε χώρα ένας αριθμός από σημαντικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις για τον πληθυσμό. Έγινε άρση της έως τότε ισχύουσας απαγόρευσης σε μαρξιστική λογοτεχνία και βιβλία του κινήματος της Μαύρης Δύναμης. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση έγινε προσβάσιμη δωρεάν και ξεκίνησε μια μερική πολιτική αναδιανομής της γης.

Προκλήσεις

Οι εταιρείες ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας και λεωφορείων που βρίσκονταν υπό ξένο έλεγχο, εθνικοποιήθηκαν. Τον Ιανουάριο του 1974, η κυβέρνηση του Manley ανακοίνωσε ένα σχέδιο αλλαγής του συστήματος των φοροαπαλλαγών που ίσχυαν για τις αμερικάνικες και καναδικές εταιρείες βωξίτη, που είχαν τη βάση τους στην Τζαμάικα. Οι εταιρίες αυτές εξόρυσσαν αλουμίνιο για την πολεμική βιομηχανία. Το PNP ακύρωσε τις προηγούμενες συμφωνίες και επέβαλλε έναν ειδικό φόρο για κάθε μορφή βωξίτη που εξορυσσόταν ή επεξεργαζόταν στην Τζαμάικα. Η ρύθμιση αυτή προκάλεσε την ισχυρή οργή των ΗΠΑ και άλλων κυρίαρχων τάξεων. Μια μαζική –και τώρα πια σαφώς τεκμηριωμένη– καμπάνια αποσταθεροποίησης ακολούθησε.

Η επεξεργασία αλουμινίου και βωξίτη μεταφέρθηκε σε άλλους προορισμούς. Ο φόρος χαρακτηρίστηκε παράνομος και αμφισβητήθηκε από της εταιρείες βωξίτη, που προσέφυγαν στο διεθνές κέντρο της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη ρύθμιση των επενδυτικών διαφωνιών. Τοπικές επιχειρήσεις που είχαν συμπορευτεί με τον Manley κατά την εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών, τώρα υποχώρησαν και συμμάχησαν με τους διεθνείς εταίρους τους.

Απολύσεις και διαρκείς αυξήσεις τιμών ξεκίνησαν έναν πληθωριστικό κύκλο που έσβησε τις προηγηθείσες αυξήσεις μισθών. Η εισροή ξένου κεφαλαίου καταποντίστηκε και η CIA εμπλέχτηκε στην υπόθαλψη τοπικών πολιτικών ανταγωνισμών. Μια εκστρατεία τρόμου εξαπολύθηκε καθώς νεαρά μέλη του JLP (Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικας) έβρισκαν εύκολη πρόσβαση στα όπλα σε ανταλλαγές μαριχουάνας-για-πιστόλια.

Κυρώσεις

Αρχικά ο Manley επιχείρησε να κρατήσει μια σταθερή πορεία. Παρακινούμενος από τη λαϊκή υποστήριξη που διέθετε ανάμεσα στην εργατική τάξη του νησιού και τους αγρότες, ο ριζοσπάστης πρωθυπουργός αντιστάθηκε στους όρους ενός μεταρρυθμιστικού πακέτου του ΔΝΤ.

Τον Δεκέμβρη του 1976 ο Manley επανεξελέγη με μεγάλη διαφορά, κερδίζοντας 47 από τις 60 θέσεις στο κοινοβούλιο. Όμως, μετά την απόρριψη της συμφωνίας με τους όρους του ΔΝΤ, η οικονομία καταπνίγηκε από κυρώσεις, ενώ μια καμπάνια στα μέσα ενημέρωσης προκάλεσε ένα κύμα φόβου σε πιθανούς τουρίστες. Οι απολύσεις αυξήθηκαν, τα επιτόκια εκτοξεύθηκαν και οι προμήθειες σε όλα τα αγαθά –από το σαπούνι μέχρι τα ψάρια σε κονσέρβα– βρίσκονταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Αυτό ήταν το όριο των κοινωνικών δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Ο Manley σύντομα θα αποδεικνυόταν ένας αναξιόπιστος σύμμαχος των φτωχών και των εργατικών στρωμάτων, ενώ δε θα υπήρχε επαρκής ανεξάρτητη οργάνωση ανάμεσα στις εργατικές μάζες της Τζαμάικας για να δραστηριοποιηθούν σε μια δική τους πορεία, όταν ξεκίνησε η υποχώρηση.

Το 1977 ο Manley ανακοίνωσε το «Σχέδιο του Λαού» για την οικονομική και πολιτική μεταρρύθμιση. Παρά τη ριζοσπαστική ρητορεία, από τον Μάιο του ίδιου έτους η Τζαμάικα είχε αποδεχθεί μια «εφεδρική συμφωνία» του ΔΝΤ αξίας 38 εκατομμυρίων λιρών για να επαναφέρει μια ισορροπία στην κρίση πληρωμών.

Το ΔΝΤ επανεγκατέστησε μια γραμμή πίστωσης, με πολλές παράλληλες δεσμεύσεις. Το δάνειο προϋπέθετε την επίθεση στο επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού. Οι φτωχότεροι χτυπήθηκαν περισσότερο με δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες ως κυρίαρχη πλευρά των οικονομικών προγραμμάτων.

Καθώς η Τζαμάικα περνούσε από διάφορα «τεστ» του ΔΝΤ, επαναλαμβανόμενες αποτυχίες οδηγούσαν σε όλο και περισσότερες ρυθμίσεις των εγχώριων οικονομικών προγραμμάτων του νησιού. Σύγχυση και απελπισία εξαπλώθηκε ανάμεσα στον πληθυσμό της Τζαμάικας, ιδιαίτερα στους νέους, μαθητές και φοιτητές, καθώς και στα φτωχότερα στρώματα των εργατών και των αγροτών. Η πολιτική βία και η άνοδος της μαύρης αγοράς γιγαντώθηκαν.

Στις εκλογές του 1980, το JLP υπό την ηγεσία του Edward Seaga επανήλθε στη εξουσία με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία του: 52 έδρες έναντι 8 για το PNP. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, οι επαναστάσεις στη Γρενάδα και τη Νικαράγουα έδειξαν ότι αναπτυσσόταν μια τάση αντίθεσης στο αμερικάνικο μοντέλο κυριαρχίας των αγορών στην περιοχή. Όμως τώρα η Τζαμάικα είχε θέσει το μοτίβο της μετακίνησης μέχρι ενός σημείου στην αντιπαράθεση με το ασφυκτικό αγκάλιασμα των ιμπεριαλιστικών αγορών και την υποχώρηση να ακολουθεί κατόπιν. Η κυβέρνηση του JLP και του Seaga χαιρετίστηκε από τις ΗΠΑ ως το νέο μοντέλο των καιρών. Αυτό έδωσε αυτοπεποίθηση σε ηγεσίες όπως αυτές του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher και προανήγγειλε την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Στο τέλος της οκταετίας του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» του Manley, το μέσο εισόδημα στην Τζαμάικα ήταν 25% χαμηλότερο και το κόστος ζωής 320% υψηλότερο. Όπως πολλές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις πριν και μετά από αυτήν, οι ρεφορμιστικές πολιτικές του Manley αποδείχτηκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις ώστε να βάλουν φραγμό στη δύναμη του παγκόσμιου κεφαλαίου.

Μέχρι το τέλος της θητείας του Seaga, η Τζαμάικα είχε ξεπληρώσει ένα σύνολο 443 εκατομμυρίων λιρών στους ξένους δανειστές της, συμπεριλαμβανομένων και 176 εκατομμυρίων στο ΔΝΤ. Το εξωτερικό χρέος της Τζαμάικας είχε ανέλθει σε περισσότερα από 2,2 δισεκατομμύρια λίρες, ανάμεσα στα αναλογικά μεγαλύτερα στον κόσμο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Manley επέστρεψε ως πρωθυπουργός στην ηγεσία μιας νέας κυβέρνησης του PNP το 1989.

Φτώχεια

Είχε εγκαταλείψει την αριστερή ρητορική της προηγούμενης κυβέρνησής του. Αντίθετα, οι αγορές αντιμετωπίζονταν ως το νικητήριο μοντέλο προς εφαρμογή. Ωστόσο, ακόμη και με τους όρους που τέθηκαν από το ΔΝΤ, η Τζαμάικα είχε ξεκάθαρα αποτύχει να φτάσει τους αναμενόμενους στόχους ανάπτυξης. Αντί για οικονομική άνθηση, η Τζαμάικα υπέμεινε επιπλέον δεκαετίες αβάσταχτης φτώχειας. Σήμερα, ακόμη και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ αρχίζουν να αναγνωρίζουν το πρόβλημα.

Σε ένα έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ το 2006 με τίτλο «Δημόσιο Χρέος και Παραγωγικότητα: η Δύσκολη Αναζήτηση της Ανάπτυξης στην Τζαμάικα», ο συγγραφέας Rodolphe Blavy προβληματίζεται με τον διαφαινόμενο «γρίφο» των χαμηλών δεικτών ανάπτυξης της Τζαμάικας. Καταλήγει πως πιθανότατα το ογκώδες χρέος είναι πολύ πιθανό να έχει παίξει κάποιο ρόλο σε αυτό, παρατηρώντας ότι η Τζαμάικα «συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο χρεωμένες χώρες του κόσμου».

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών στον Παγκόσμιο Νότο. Υπάρχουν σίγουρα αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική του Hugo Chavez και στην πρώτη κυβέρνηση του Manley. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Η Βενεζουέλα διαθέτει πολύ περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές από ό,τι η Τζαμάικα. Οι ΗΠΑ είναι ένας πολύ λιγότερο ισχυρός παίκτης σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους στην παγκόσμια οικονομία σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Και εφόσον υπάρξει ένα ισχυρό, ανεξάρτητο κίνημα εργατών και φτωχών, οι δυνάμεις της αντίστασης μπορεί να έχουν μια πολύ καλύτερη τύχη να διατηρήσουν την πορεία αυτή.

Η ιστορία της μάχης της Τζαμάικας με το ΔΝΤ κάνει ξεκάθαρο ότι ο κλοιός του ιμπεριαλισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αντικατασταθεί με ένα άλλο σύστημα βασισμένο σε πολύ διαφορετικές προτεραιότητες. Και θα είναι οι εργατικές τάξεις και οι φτωχοί, όχι οι ηγεσίες των πολυεθνικών, εκείνοι που θα τις θέσουν.




Η Τζαμάικα αποκαλύπτεται, του Linton Kwesi Johnson
(Guardian, 28 Φεβρουαρίου 2003)

«Το ζήτημα είναι να κάνουμε την παγκοσμιοποίηση να δουλεύει για όλους. Δεν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μέλλον για τους πλούσιους, αν δεν υπάρχει η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντός για τους φτωχούς.» Αυτή η κυνική και με τόση ευκολία διατυπωμένη δήλωση του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Horst Köhler, αποκαλύπτεται έξοχα ως προς το κοινότοπο του περιεχομένου της στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Stephanie Black, «Ζωή και Χρέος». Η ταινία της Black είναι εντυπωσιακά αποκαλυπτική στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως καθορίζονται από τις χώρες του G7, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, επηρεάζουν τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες.

Το «Ζωή και Χρέος» επικεντρώνεται στην Τζαμάικα ως ένα τυπικό παράδειγμα μιας μικρής αναπτυσσόμενης χώρας που δέχεται το φάρμακο του ΔΝΤ. (…)

Οι συνεχείς οικονομικές κρίσεις στη Τζαμάικα, η υψηλή ανεργία, η ανομία και η κοινωνική αναταραχή πρέπει να ιδωθούν στο φόντο των πολιτικών του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς αναγκάζονται να ακολουθήσουν για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει πολύ ζωντανά τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι πολιτικές έχουν αντίκτυπο σε εργαζόμενους, μικρές επιχειρήσεις, αγρότες και την κοινωνία της Τζαμάικας γενικότερα. (…)

Στο «Ζωή και Χρέος», βλέπουμε την Τζαμάικα μέσα από τα μάτια του τουρίστα. Ταυτόχρονα, βλέπουμε κι εκείνα με τα οποία ένας τουρίστας σπάνια έρχεται σε επαφή: κάτοικοι των παραγκουπόλεων παρακολουθούν τους εαυτούς τους σε δελτία ειδήσεων που δείχνουν ταραχές, πολιτική βία και εργατικές κινητοποιήσεις. (…)

Γυναίκες που δουλεύουν σε κάτεργα χωρίς ωράρια και δασμούς, αποκαλούμενα «ελεύθερες ζώνες», μιλάνε για τον αγώνα της επιβίωσης τους με εβδομαδιαίους μισθούς των 30 δολαρίων.

Εκείνο που δείχνει η ταινία της Black είναι η εντυπωσιακή αποτυχία της «θεραπείας» του ΔΝΤ. Μετά τις δομικές μεταρρυθμίσεις, τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, την κατάργηση των δασμών στις εισαγωγές, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις υποτιμήσεις, η Τζαμάικα ακόμη βασανίζεται από οικονομική κρίση. Σχέδια ανάπτυξης έχουν εγκαταλειφτεί, καθώς το όραμα της ανεξαρτησίας υποχωρεί. Το «Ζωή και Χρέος» είναι ένα πολύ ισχυρό εφόδιο στο οπλοστάσιο του παγκόσμιου κινήματος για μια πολύ πιο δίκαιη οικονομική τάξη.

Ολόκληρο το άρθρο του Linton Kwesi Johnson στον Guardian, εδώ.

Το site της ταινίας εδώ.

Το "Life and Debt" θα προβληθεί την Πέμπτη 10/6 στις 20.00 στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ «Χρέος, ΔΝΤ, Αντιστάσεις» του «Σπόρου» (9-11/6, σινέ Φιλίπ, είσοδος ελεύθερη).


****************************

Με τη μουσική να αποτελεί τον βασικότερο λόγο για τον οποίο έχει αποκτήσει φήμη η Τζαμάικα σε ολόκληρο τον κόσμο και με τους ίδιους τους τραγουδιστές να θίγουν σε τακτική βάση ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα ήταν παράλογο να μην έχουν γραφτεί κάμποσα κομμάτια σχετικά με το χρέος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις επιπτώσεις στη ζωή τους. Παρακάτω επιλέγονται τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:


Mykal Rose: "Wall Street"

Ευρύτερα γνωστός ως βασικός τραγουδιστής του militant reggae σχήματος των Black Uhuru μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Michael Rose μετά από ένα διάστημα αγρανάπαυσης επανήλθε λίγα χρόνια αργότερα σε σόλο πορεία ηχογραφώντας δεκάδες τραγούδια
σε ετήσια βάση για μια σειρά από παραγωγούς. Σε ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό single, κυκλοφορημένο το 2003, κάνει λόγο για την εκμετάλλευση του μαύρου πληθυσμού της Τζαμάικας από αμερικανούς τραπεζίτες καταλήγοντας στο ρεφρέν: “Wall Street want it all / And the IMF, a big time rip-off”

Mutabaruka: "Life and Debt"

Ο πιο αναγνωρίσιμος dub poet στην Τζαμάικα αναλαμβάνει να συνοψίσει τα συμπεράσματα από την ομώνυμη ταινία της Stephanie Black δηλώνοντας σε χαρακτηριστικά patois: “Borrowin money fi lend / Capitalism a nuh wi fren”

Lee 'Scratch' Perry: "S.D.I."

Εναρκτήριο κομμάτι του καλύτερου δίσκου που έβγαλε ο Lee Perry στη δεκαετία του ’80, S.D.I. (δηλαδή Strategic Defense Initiative) ήταν η εξαγγελία της πρωτοβουλίας ανάπτυξης «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Γη και Διάστημα από την κυβέρνηση Reagan, κίνηση που πέρα από τη μάλλον έωλη επιστημονική της βάση, έδωσε νέα ώθηση στην κούρσα των εξοπλισμών και χαρακτηρίστηκε γρήγορα «Πόλεμος των Άστρων». Το γεγονός αυτό δίνει την ευκαιρία στον Perry να καταφερθεί ενάντια σε πληθώρα οργανισμών, εταιρειών, ονομάτων και άλλων αρκτικόλεξων όπως το ΔΝΤ, η CIA, το FBI, η ITT, η ΕΣΣΔ, διάφορες τράπεζες, αλλά κι η Margaret Thatcher μεταξύ άλλων.

****************************

+bonus

Ο Linton Kwesi Johnson αποτελεί εμβληματική μορφή στην τζαμαϊκανική κουλτούρα, ως ένας από τους γνωστότερους εκπροσώπους της παροικίας της στην Αγγλία. Μέλος του βρετανικού τμήματος των Μαύρων Πανθήρων από σχολική ηλικία, με την πρωτοποριακή απαγγελία στίχων πάνω σε reggae ρυθμό (τη λεγόμενη dub poetry) διακρίθηκε σαν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κοινωνικοπολιτικής κριτικής στην ταραγμένη περίοδο των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Πρόσφατα αναρτήθηκε στο youtube βίντεο από μια σύντομη συνέντευξη του –μαζί με τον σταθερό συνεργάτη του Dennis Bovell– στην ΕΤ2 το 1987, όταν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα για συναυλία, σε ένα εξαιρετικά σπάνιο ντοκουμέντο εκείνης της εποχής:


24.5.10

The Slits

The Slits started where Alternative TV and The Pop Group ended up - total chaos. Other punk bands talked about not being able to play, but were secretly competent. Genuinely inept, The Slits really sounded cacophonous, with only the faintest subliminal skank indicating their punky-reggae intentions. Some people reckon the 'true' Slits is this early naïve sound of girls struggling with their instruments and vocal chords, impelled forward by sheer glee and gall. Personally, I think The Slits got better when they, ah, got better - picking up some rudimentary instrumental skills and establishing a firmer rhythmic foundation (something helped when original drummer Palmolive, unable to provide the reggae-inflected groove the rest of the band wanted, moved on and was replaced by a guy who called himself Budgie). The Slits also established a studio relationship with Dennis Bovell, who helped them transform their rampaging racket into a more shapely disorder.

The Slits were a feral girl gang. Aged just fifteen in 1977, singer Ari Up recalls being 'wild and crazy, like an animal let loose - but an innocent little girl with it, too'. From her striking image (tangled dreadlocks, knickers worn on the outside of her clothes) to her seemingly pre-social antics, Ari inspired fear and fascination in equal measure. On one infamous occasion, she urinated onstage. 'It wasn't to shock anyone,' she insists. 'I needed to pee, there wasn't a toilet near, so I pissed onstage - on the side, but everyone in the audience saw it. I just didn't care.'

Ari's background was German and wealthy, but her heiress mother Nora was a bohemian and rock scenester. The family home served as open house for all kinds of stars, from Yes singer Jon Anderson to Joe Strummer. The Slits' guitarist Viv Albertine also came from a genteel background and went to art school, where she met The Clash's Mick Jones. Blonde, charismatic and trailing a host of male punk admirers, Albertine shared a squat with Keith Levene and played in a short-lived band with him and Sid Vicious called Flowers of Romance. Balefully dark haired and laconic, bassist Tessa Pollitt came from another all-girl punk group who trumped The Slits with a name - The Castrators - worthy of radical feminist Valerie Solanas, founder of the Society for Cutting Up Men.

A fan of Solanas's SCUM Manifesto, Malcolm McLaren attempted to manage The Slits, seeing them as the female Pistols. Legend has it his managerial come-on was: 'I want to work with you because you're girls and you play music. I hate music and I hate girls. I thrive on hate.' But instead of thinking up outrageous ideas worthy of Solanas or Sid Vicious, McLaren's masterplan was wildly sexist and degrading. After attacking the rock industry, he wanted to infiltrate the disco movement. At first, he tried to get The Slits to sign to the cheesy German disco label Hansa. Then, when Island moved to sign the band and invited McLaren to make a movie around them, he came up with a screenplay that envisioned The Slits as an all-girl rock band who go to Mexico only to find themselves effectively sold into slavery and ultimately turned into porno-disco stars. The Slits shrewdly extricated themselves from McLaren's grasp, but they did sign to Island and started working on their debut alburn, Cut, with Dennis Bovell in the summer of 1979.

Bovell was an obvious choice. The Slits, especially Ari, were reggae fiends. 'We used to find the blues parties just following the bass,' she says. 'We would be streets away and listen for the vibrations. In 1976-8, there were zero white people. And I was not just the only white girl but the only one with dreads. In fact, I was the first person to have the tree - I had my locks up in a tree-type shape. But I got away with it because I was dancing the hell out of their blues parties. Back then the style of dancing was called "steppers" and I was such a good stepper.' As she developed beyond the basic punk screech into plaintive, reedy singing, her Bavaria-meets-Jamaica accent made her sound like Nico on spliff rather than smack.

Punk diehards sometimes claim that Dennis Bovell dulled The Slits' edges, domesticated them. The band were ambitious, though: they wanted to be pop stars. Island boss Chris Blackwell thought that they had potential in spades and he gave Bovell as much studio time as required. The Slits had so much input that it was more a case of sorting out what should go,' says Bovell, They were just bulging with material and I had the task of sorting it out and saying, "This goes here." it was like an enormous jigsaw puzzle all dumped in your lap.' Cut's songs do often sound like polyrhythmic cogs and jutting mechanical parts cobbled together to form slightly wonky but captivating contraptions. Albertine's itchy-and-scratchy rhythm guitar darts between Pollitt's sinuous basslines and Budgie's clackety clockwork drums. According to Bovell, Albertine 'was no Jimi Hendrixette... She'd do the occasional bit of single-note lead guitar, but mostly she was more like a female Steve Cropper from Booker T and the MGs, doing all these great rhythm things. She was always very conscious of not wanting to play the guitar like a man, but actually trying to create a style of her own.'

Probably the most delightful element in The Slits' sound is the strange geometry of the clashing and overlapping vocals: Albertine and Pollitt weave around Ari's shrill, slightly sour warble. On the opener, 'Instant Hit', the girls form a roundelay of haphazard harmonies that Ari describes as 'a kind of "Frère Jacques" thing'. Albertine's lyrics to 'Instant Hit' depict an unhealthily thin boy who 'don't like himself very much/'cos he has set his self to self-destruct' - a barbed portrait that applied equally to Sid Vicious and Keith Levene, her junkie bandmates in Flowers of Romance. 'So Tough', a frenetic piss-take of macho posturing, gives way to the doleful skank of 'Spend Spend Spend', its sidling bass and brittle-nerved percussion perfectly complementing the lyric's sketch of a shopaholic vainly trying to 'satisfy this empty feeling' with impulse purchases. 'Shoplifting' turns 'Spend Spend Spend' inside out: woman-as-consumerist-dupe becomes petty-thief-as-feminist-rebel. Frantic punk-reggae, the song surges into adrenaline overdrive as Ari, caught red-handed, yells, 'Do a runner!' The song climaxes with a shattering scream that mingles terror, glee and relief at escaping the supermarket detective, a yowl that collapses into the giggled gasp, 'I've pissed in my knickers.'

The fast songs on Cut are exhilarating: 'Shoplifting'; the romance-as-braindeath parody 'Love Und Romance'; and the single, 'Typical Girls', a diatribe against un-Slitty females who 'don't create, don't rebel' and whose heads are addled with women's magazine-induced anxieties about 'spots, fat, unnatural smells'. But the most haunting songs on Cut are the clutch of downtempo, despondent tracks: 'FM', 'Ping Pong Affair', and 'Newtown', which takes its title from the urban centres that sprang up after the Second World War. All these towns started life as an architect's and urban planner's Utopian vision before swiftly degenerating into characterless gridzones of anomie and despair. The song draws a disconcerting parallel between the conformists hooked on cultural tranquillizers such as 'televisiono' and 'footballino', and The Slits' own bohemian peers zonked on illegal narcotics; Albertine's jittery scrape mimics the flesh-crawling ache of cold turkey. Withdrawal of an emotional kind inspired 'Ping Pong Affair' - Ari measuring out the empty post-break-up evenings with masturbation ('Same old thing yeah I know/Everybody does it') and cigarettes. Dub-inflected and desolate, Cut's slow songs impart a sense of atomized individuals numbing their pain with pop culture's illusions; romance junkies and glamourholics adrift in a haze of cheap dreams. Underneath it all you could sense The Slits' yearning for a simpler, natural life. Cut's famous cover photograph of the group as mud-smeared Amazons combined nostalgie de la boue with she-warrior defiance to jab the casual record-shop browser right in the eye. Naked but for loin-cloths and warpaint, The Slits stand proudly bare-breasted, staring out the camera. Behind them you can see the wall of a picturesque cottage, brambles and roses clambering up the side, as if to underline the 'we're no delicate English roses and this is no come-hither look' message. The cottage was Ridge Farm, the studio where Bovell produced Cut. Says Ari, 'We got so into the countryside when we were doing the album, to the point of rolling around in the earth. So we decided to cover ourselves in mud and show that women could be sexy without dressing in a prescribed way. Sexy, in a natural way, and naked, without being pornographic.'

Cut's cover echoes the photo of the Mud People of Papua New Guinea on the front of Y. Like The Slits, The Pop Group pined for a lost wholeness they imagined existed before civilization's debilitating effect. On 'She Is Beyond Good and Evil', Mark Stewart had yowled, 'Western values mean nothing to her.' A tape of African drumming preceded The Pop Group's arrival onstage during the Animal Instincts tour, and via a Melody Maker interview they appealed to their fans to bring drums and whistles, and transform gigs into tribal ceremonies. In an NME feature, Gareth Sager argued that Western civilizations, being 'based on cities', were sick because they were cut off from 'natural cycles', unlike African tribes where repression simply didn't exist. He proposed abolishing conventional education and spending the money helping people to de-indoctrinate themselves. Language itself might be the enemy: 'Words Disobey Me' proposed stripping away layers of conditioning and recovering a pure, naïve speech of the heart. 'Speak the unspoken/First words of a child…/We don't need words/Throw them away', beseeched Stewart.

The Slits shared The Pop Group's naïve idealization of noble savagery and pure instinct, a cult of innocence and intuition that sometimes took on an anti-intellectual tinge. The two groups got 'so close we were like one tribe', says Ari Up. Bruce Smith took over from Budgie as The Slits' drummer, and played both sets when the two groups did a joint tour of Europe. There was even tribal endogamy: Sager went out with Albertine; Sean Oliver (the last of The Pop Group's several bassists) fathered a child with Pollitt; Bruce Smith dated and eventually married Neneh Cherry, a friend of Ari who eventually joined The Slits as stage dancer and backing vocalist. Full merger as a single tribe was formally anointed when the groups founded their own independent label, Y, in 1980, administered by Pop Group manager Dick O'Dell. The Slits had parted company with Island, while The Pop Group severed their links with Radar after learning to their horror about the parent company WEA's links to the Kinney conglomerate, which was involved in arms dealing.

(Simon Reynolds, Rip it Up and Start Again: Postpunk 1978-1984 - πρώτη δημοσίευση εδώ)


Είναι λογικό να στέκεται κανείς επιφυλακτικά απέναντι στις επανασυνδέσεις παλιών συγκροτημάτων μετά από δεκαετίες απραξίας. Η περίπτωση των Slits μοιάζει να είναι αρκετά αξιοσημείωτη: πρόκειται για το πρώτο βρετανικό γυναικείο punk group, που σχηματίστηκε από τρεις φίλες σε εφηβική ηλικία, κράτησε για κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια και διαλύθηκε μετά από δύο δίσκους. Με τον ήχο τους έντονα επηρεασμένο από το funk και τη reggae, ένα πραγματικά ερασιτεχνικό στυλ «δεν ξέρουμε να παίζουμε καλά και δε μας νοιάζει», απέχθεια για συμβατικές αρμονίες και ποπ ευκολίες, βρέθηκαν μαζί με τις σημαντικότερες μορφές του πανκ κινήματος, ανοίγοντας πολλές από τις συναυλίες των Clash, ενώ διέθεταν ταυτόχρονα πραγματικούς δεσμούς αίματος με γκρουπ όπως οι Sex Pistols και οι Pop Group. H μητέρα της τραγουδίστριας τους, Ari Up, εξάλλου, είναι σύζυγος του John Lydon για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια.

Ακολουθώντας τη διάλυση των Slits, η Ari Up αποτελώντας για μερικά χρόνια μέλος του πειραματικού σχήματος των New Age Steppers, αποφάσισε να φύγει από την Αγγλία, για να περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του ’80 κατά δήλωσή της «γυμνή στη ζούγκλα του Μπελίζε». Στη δεκαετία του ’90, εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα, όπου απέκτησε τη φήμη της ιδιόρρυθμης λευκής dancehall τραγουδίστριας-χορεύτριας, γνωστής με το προσωνύμιο Maddusa, με εμφανίσεις ακόμη και στην τοπική τηλεόραση, μιλώντας και τραγουδώντας με την περίεργη βαριά γερμανο-τζαμαϊκανική της προφορά.

Η ανασύσταση των Slits μετρά ήδη πέντε χρόνια – μπορεί να είναι δύσκολο να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της κλασικής εποχή του πανκ στο σήμερα, ωστόσο η συναυλία τους στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη είναι μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση (προσωπικά πάντως, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα μπορέσω να είμαι παρών).






ΥΓ. Φωτογραφίες από εδώ κι εδώ

10.2.10

μικρά (10): από συνεντεύξεις

- Ποια ήταν η πρώτη φορά που, παιδί ακόμα, στήσατε μια παράσταση;
- Ήταν στην Κατοχή, τόσο παλιά! Για κάποιο λόγο είχα μείνει μόνη μου στο σπίτι, προφανώς κάπου είχαν πεταχτεί για λίγο οι γονείς μου. Ξαφνικά χτυπάει το κουδούνι, ανοίγω και βλέπω έναν Ιταλό που άρχισε κάτι να μου λέει στα ιταλικά. Τον κοιτάω και λέω μέσα μου «αυτός είναι Μακαρονάς, εχθρός. Τι θα κάνω τώρα;». Του κάνω νόημα, κλείνω την πόρτα, τρέχω και βάζω τη ρεπούμπλικα του μπαμπά μου, παίρνω τη μαγκούρα του και φοράω και την καμπαρντίνα του που κρεμόταν πίσω. Μετά, ξανανοίγω την πόρτα και του λέω στα ελληνικά: «Άκου να σου πω, παλιομακαρονά. Εγώ είμαι ο Καλογερόπουλος και αν δεν φύγεις αμέσως, δεν σε βλέπω καλά». Ο άνθρωπος είδε ένα μεταμφιεσμένο πιτσιρίκι και σηκώθηκε κι έφυγε. Εγώ όμως ήμουν σίγουρη ότι τον έπεισα και τον φόβισα.
(Ξένια Καλογεροπούλου στο Ποντίκι, 04.02.10)

- Το «Νησί της Αφροδίτης» το είχε απορρίψει η λογοκρισία, εγώ ήμουν διαγραμμένος, ξέρεις πώς σώθηκε; Το ’59 όταν χαλάρωσαν κάπως τα πράγματα, μου είπε ο Μπορίς Πολεβόι, πρόεδρος της Ενωσης Συγγραφέων: «Φέρε το ίσως μπορεί να ανέβει». Το έδωσε στον Κομισαρζέφκσι, έναν πολύ δυνατό σκηνοθέτη τότε και πολύ έξυπνο. Υπήρχε στο Μάλι Τεάτρ η Βέρα Πασέναγια, σαν να λέμε η Κοτοπούλη της Ρωσίας, εβδομηντάρα τότε, δεν έβρισκε μεγάλο ρόλο να παίξει. Της λέει αυτός υπάρχει ένας ρόλος της μάνας ενός αγωνιστή της Κύπρου που παλεύει τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Το διάβασε αυτή και τρελάθηκε, αλλά πώς να ανέβει αφού εγώ ήμουν διαγραμμένος. Αυτή ήταν φίλη της γυναίκας του Χρουστσόφ, τον παίρνει λοιπόν απευθείας τηλέφωνο. Με το παιδιάστικο νάζι της μεγάλης πρωταγωνίστριας –τώρα σοβαρά σου μιλάω˙ μου τα διηγήθηκε η ίδια αργότερα– λέει: «Σύντροφε Νικήτα βρήκα επιτέλους και εγώ ένα έργο να παίξω η καημένη και δεν με αφήνουν», λες και ήταν η τελευταία της σειράς και μιλάμε τώρα για κλασική του ρωσικού θεάτρου. «Ποιος δεν σας αφήνει, πείτε μου ποιος, να τον σκίσω». «Να ο συγγραφέας είναι ένας Έλληνας πολιτικός πρόσφυγας που τον έχουν διαγράψει εκεί στην Τασκένδη, εγώ είμαι ηθοποιός, δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα». «Γιατί, τα καταλαβαίνω εγώ;», της λέει ο Χρουστσόφ (γέλια). «Παίχτε το έργο και όποιος σας μιλήσει να τον παραπέμπετε σε εμένα». Την άλλη μέρα με φωνάξανε στο Μάλι Τεάτρ να υπογράψω το συμβόλαιο και αρχίσανε τις πρόβες. Μέσα σε ένα μήνα ξαναέγινα ένδοξος. Το έργο έγινε θρίαμβος, έφτασε να παίζεται σε 170 θέατρα σε όλη τη Σοβιετική Ένωση. Με φωνάξανε ως υποψήφιο για το Βραβείο Λένιν, με τον όρο να δεχθώ την αποκήρυξη του Ζαχαριάδη ή αλλιώς να γίνω Σοβιετικός υπήκοος. Αρνήθηκα.
(Αλέξης Πάρνης στην Καθημερινή, 25.10.09)

- Τις φωνές σας με ποια κριτήρια τις επιλέγετε;
- Ποιες φωνές;
- Τους τραγουδιστές που συνεργάζεστε μαζί τους. Τι προσόντα πρέπει να έχουν;
- Ναι. Να τραγουδούν καλά και να μην έχουν τραγουδήσει ξανά, ως επί το πλείστον. Μοιάζω σαν αυτούς που κάνουν τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, που συλλέγουν ηθοποιούς για τον Χριστό. Πρέπει να μην είναι γνωστοί. Δεν μου αρέσουν οι γνωστοί τραγουδιστές. Εκτός αν έχουν μία πολύ έντονη προσωπικότητα, όπως είναι η Μαρία Φαραντούρη. Ύστερα, να είναι ερωτικοί. Δηλαδή να έχουν έλξη. Από τη φύση τους. Και η άλλη δουλειά είναι δικιά μου, το πώς θα τραγουδήσουν. Και δεν θέλω να τραγουδήσουν μετά από εμένα άλλη μουσική. Είμαι λίγο-πολύ, όπως σας είπα, σαν τους χολιγουντιανους πράκτορες που ζητάνε ηθοποιούς για τον ρόλο του Χριστού. Υπογράφουν οι ηθοποιοί που θα παίξουν τον ρόλο του Χριστού ότι για δέκα, δεκαπέντε χρόνια μετά δεν πρόκειται να παίξουν στο σινεμά. Διότι δεν νοείται να παίζεις τον ρόλο του Χριστού και μετά να εμφανίζεσαι λατίνος εραστής ή γκάνγκστερ. Λοιπόν, το ίδιο κι εγώ. Δεν μου αρέσει να τραγουδάνε μετά από εμένα κατά τρόπο που δεν θα ήθελα.
- Εδώ θα 'θελα να σας θυμίσω το έργο σας «Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης»...
- Α, εκεί είχαμε κάποιον Κύπριο!
- Τον Ευτύχιο Χατζηττοφή.
- Τον Χατζηττοφή! Αυτός ήταν πολύ σπουδαίο παιδί!
- Τι απέγινε;
- Αυτός δουλεύει στην Τράπεζα. Αυτός μ' αρέσει πάρα πολύ! Είναι σοβαρότατο παιδί και τραγουδάει εξαίσια. Και προπαντός τραγουδάει εξαίσια στο άλλο έργο μου, το «Χωρίον ο πόθος». Εκεί είναι σπουδαίος. Πιο σπουδαίος. Γιατί στο «Μεθυσμένο κορίτσι» ήταν ακόμη λιγάκι ανώριμος. Αλλά στο «Χωρίον ο πόθος» είναι έκτακτος. Αυτός έφυγε και παντρεύτηκε και, προς τιμήν του, δεν έκανε μετά τραγούδι και πήγε να δουλέψει στην Τράπεζα. Είναι υπάλληλος της Τραπέζης και μένει κάπου στο Μενίδι. Όχι, στο Κρανίδι. Πολύ σπουδαίο παιδί. Αυτός μ' αρέσει.
(Μάνος Χατζιδάκις στον Χρήστο Μακρή (1984), αναδημοσίευση στην Ελευθεροτυπία, 23.10.09)

31.1.10

Howard Zinn (1922-2010)

Ένα καλογραμμένο βιογραφικό σημείωμα βρίσκεται στη σχετική σελίδα της Wikipedia.

«Αν θέλουμε η δημοκρατία να αποκτήσει κάποιο νόημα, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε τα όρια του καπιταλισμού και του εθνικισμού, τότε κάτι τέτοιο δεν θα ξεκινήσει από την κορυφή, αν κρίνουμε από την ιστορία του κόσμου. Θα ξεκινήσει μέσα από κινήματα, μέσα από την εκπαίδευση, την οργάνωση, τις αναταραχές, τις απεργίες, τα μποϊκοτάζ, τις διαδηλώσεις και την απειλή για απώλεια της σταθερότητας που έχουν ανάγκη οι κατέχοντες την εξουσία»

Μία από τις τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του, εν είδει επιλόγου: το άρθρο του στον Guardian σχετικά με την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στον Μπαράκ Ομπάμα (η μετάφραση στα ελληνικά από το aformi's blog):

Έμεινα κατάπληκτος όταν άκουσα ότι ο Μπαράκ Ομπάμα πήρε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Στην πραγματικότητα σοκαρίστηκα, γιατί δίνεται ένα βραβείο ειρήνης σ’ έναν πρόεδρο που διεξάγει δυο πολέμους.

Μέχρι που θυμήθηκα ότι ο Γούντροου Ουίλσον, ο Θίοντορ Ρούσβελτ και ο Χένρι Κίσινγκερ είχαν πάρει το Νόμπελ Ειρήνης. Η επιτροπή των Νόμπελ είναι διάσημη για τις επιφανειακές εκτιμήσεις της, έλκεται από τη ρητορική και τις κενές χειρονομίες, και αγνοεί τις κραυγαλέες παραβιάσεις της παγκόσμιας ειρήνης.

Ναι, ο Ουίλσον είχε την εκτίμηση της Κοινωνίας των Εθνών- αυτού του αναποτελεσματικού οργάνου που δεν έκανε τίποτα να εμποδίσει τον πόλεμο. Ωστόσο είχε βομβαρδίσει την Μεξικανική ακτή, έστειλε στρατεύματα να καταλάβουν την Αϊτή και την Δομινικανή Δημοκρατία, και έβαλε τις ΗΠΑ στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σίγουρα ενός από τους πιο ηλίθιους και αιματηρούς πολέμους.

Σίγουρα, ο Θίοντορ Ρούσβελτ βοήθησε στη σύναψη ειρήνης μεταξύ Ιαπωνίας και Ρωσίας. Αλλά ήταν φιλοπόλεμος, συνέβαλε στο να καταληφθεί η Κούβα από τις ΗΠΑ, υποτίθεται για να απελευθερωθεί από την Ισπανία, ενώ στην πραγματικότητα αλυσόδεναν το μικρό νησί στις ΗΠΑ. Σαν πρόεδρος ήταν επικεφαλής του αιματηρού πολέμου για την υποδούλωση των Φιλιππινέζων, και επιπλέον είχε συγχαρεί τον Αμερικανό στρατηγό που μόλις είχε σφαγιάσει 600 απροστάτευτους χωρικούς στις Φιλιππίνες.

Η επιτροπή δεν έδωσε το βραβείο Νόμπελ στον Μαρκ Τουέιν, που κατήγγειλε τον Ρούσβελτ και κριτίκαρε τον πόλεμο, ούτε στον Ουίλιαμ Τζέιμς, ηγέτη της αντιιμπεριαλιστικής ένωσης.

Ω ναι, η επιτροπή αισθάνθηκε ότι ήταν δυνατόν να δώσει το βραβείο ειρήνης στον Χένρι Κίσινγκερ, γιατί υπέγραψε την τελική ειρηνευτική συμφωνία που έθετε τέλος στον πόλεμο του Βιετνάμ, πόλεμο του οποίου ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες. Ο Κίσινγκερ, είχε πειθήνια συμφωνήσει με τον Νίξον στην επέκταση του πολέμου, για τον βομβαρδισμό χωριών στο Βιετνάμ, στο Λάος και την Καμπότζη. Ο Κίσινγκερ, που αποτελεί με ακρίβεια τον ορισμό του εγκληματία πολέμου, του δόθηκε το βραβείο ειρήνης!

Θα έπρεπε το βραβείο ειρήνης να δίνεται σε ανθρώπους όχι στη βάση των υποσχέσεων που δίνουν -όπως με τον Ομπάμα, που με εκφραστικότητα δίνει απλά υποσχέσεις- αλλά στη βάση αυτών που πράγματι έκαναν για τον τερματισμό πολέμων. Και ο Ομπάμα συνεχίζει τη θανάσιμη, απάνθρωπη στρατιωτική δράση στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν.

Η επιτροπή των Νόμπελ ειρήνης θα πρέπει να συνταξιοδοτηθεί, και να παραδώσει την τεράστια περιουσία της σε κάποια διεθνή οργάνωση ειρήνης η οποία δεν θα αισθάνεται δέος όταν αντιμετωπίζει αστέρες και ρητορική, και η οποία να έχει κάποια επίγνωση της ιστορίας.

28.1.10

Ο Ρήγας Φεραίος και οι εξωγήινοι

Δεκέμβρης του 2008, κάπου μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Βρίσκομαι στην Ακαδημίας, έξω από τον κινηματογράφο Έλλη. Έχουμε δώσει ραντεβού για να δούμε τους «Τρεις Πιθήκους». Έχω φτάσει νωρίτερα και καθώς η παρέα αργεί, στέκομαι και χαζεύω τις φωτογραφίες από την ταινία και τα «προσεχώς», αλλά και τα περιοδικά στο παρακείμενο περίπτερο. Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει σε αυτό:


Με πιάνουν τα γέλια. Βλέποντας το καταπληκτικό εξώφυλλο "Ρήγας Φεραίος meets Invaders from Mars", ξέρω ότι αυτό σίγουρα θα διασκεδάσει και τον Α. μόλις έρθει. Όντως, καταλήγουμε να μπούμε στο σινεμά γελώντας και κάνοντας αστεία αμφίβολης ποιότητας (τύπου «και στο επόμενο τεύχος: "Μπουμπουλίνα ή Μπαμπουλίνα; Η εκτοπλασματική συμβολή στην Επανάσταση του ’21"»). Δυστυχώς δεν είχα μαζί μου φωτογραφική μηχανή (μόνο ένα ψιλοκαβουρδιστήρι κινητό), ήταν και άλλα τα σημαντικά εκείνης της περιόδου και έτσι μια καλή ιδέα για ποστ τελικά εγκαταλείφτηκε.

**********************

Με αφορμή την προηγούμενη ανάρτηση, θυμήθηκα κάποια στιγμή το παραπάνω περιστατικό και σκέφτηκα να γκουγκλίσω τη φράση “ρηγας φεραιος εξωγηινοι”.

Στα πρώτα κιόλας αποτελέσματα φιγουράρει η ιστοσελίδα του περιοδικού «Μυστική Ελλάδα» με τα περιεχόμενα του συγκεκριμένου τεύχους. Διαβάζουμε: «Τι σχέση μπορεί να έχει ο Ρήγας Φεραίος με την εξωγήινη ζωή; Πως προετοίμαζε τους Έλληνες "για παν ενδεχόμενο";». Ο χαρακτήρας του περιοδικού είναι αρκετά φανερός τόσο από τον τίτλο όσο και από τα υπόλοιπα περιεχόμενα: ένας συνδυασμός μεταφυσικής, αποκρυφισμού και ελληνοκεντρισμού, όχι θεαματικά διαφορετικός από την περίπτωση Λιακόπουλου. Στο ίδιο τεύχος μπορεί να διαβάσει κανείς και για τον «Έλληνα Ανθρωπολόγο» και «τη διαμάχη που δημιούργησε με τα νέα στοιχεία που έφερε στο φως σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων», αλλά και (το δεύτερο αγαπημένο μου μετά τον Ρήγα) για την «Ιερότητα και τα μυστικά επίπεδα της Ελληνικής Γλώσσας: είναι η Ελληνική Γλώσσα απλώς ένας κώδικας καθημερινής επικοινωνίας η μήπως κρύβει συμβολισμούς και γνώση διαθέσιμα μόνο σε όσους έχουν μελετήσει τα μυστικά της;». Ως προς το τελευταίο ερώτημα μπορώ να πω ότι υποψιάζομαι την απάντηση που δίνει ο αρθρογράφος στις σελίδες του περιοδικού. Η διαλεύκανση του κεντρικού θέματος (Ρήγας και εξωγήινοι) παραμένει όμως μυστήριο...

Επιστροφή στο Γκουγκλ: στην επόμενη σελίδα ένα λινκ για το phorum.gr και την υποκατηγορία «Εναλλακτικές Επιστήμες» αποδεικνύεται θησαυρός. Μάλιστα, καθώς η σχετική δημοσίευση έγινε τον Ιούλιο του 2008, ενώ το περιοδικό είναι του Νοεμβρίου του ίδιου έτους, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι οι Μυστικοελλαδίτες πιθανότατα αντέγραψαν τη θεματολογία τους από εκεί ή, για την ακρίβεια, εμπνεύστηκαν ελεύθερα από εκεί προσθέτοντας και τις δικές τους σάλτσες (για την «προειδοποίηση προς το Γένος» κτλ). Υποθέτω ότι λίγα πράγματα μπορεί να έχουμε κοινά με τον συγκεκριμένο φορουμίστα, οφείλω όμως να τον ευχαριστήσω για τον κόπο που έκανε να μεταφέρει ένα εκτενές απόσπασμα από το «Φυσικής Απάνθισμα», το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Ρήγα από το 1790. Το αναδημοσιεύω εδώ, πιστεύοντας ότι αξίζει να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα (και αρκετά χαριτωμένη, μπορώ να πω) προσέγγιση -μέσα από τελεολογικούς συλλογισμούς- για την πιθανότητα ύπαρξης ζωής σε άλλους πλανήτες και σώματα του ηλιακού μας συστήματος:

[Ρήγας] [...] Όθεν αν είχεν η σελήνη ανθρώπους επάνω της, εκείνοι οπού ήθελε κατοικούν εις το ένα ήμισύ της, ήθελαν έχη δεκαπέντε ημερών νύχτα, εν καιρώ οπού εις το άλλο μισόν της ήθελαν έχει δεκαπέντε ημερών ημέραν οι άλλοι (ήγουν εις τους πόλους της) και πάλιν, όταν τριγυρίζη εις τον εαυτόν της η σελήνη, έχουν ετούτοι οπού είχον νύχτα ημέραν, και οι άλλοι μισοί έχουν νύχτα.

[μαθητής] Αυθέντη μου, με λέγετε πως κατοικούν άνθρωποι εις την σελήνην, λοιπόν αυτή κατά τον λόγον σας έπεται να είναι ένα σώμα καθώς και η γη μας.

[Ρήγας] Ναι (απεκρίθην) το πιστεύουν όλοι δια βέβαιον, πως η σελήνη είναι σώμα καθώς και η γη μας, [...]

[μαθητής] Σας παρακαλώ ας μη βάλωμεν κανέναν κάτοικον εις αυτούς τους δύο πλανήτες [τον Ερμή και τον Κρόνο], διατί θέλει ευρίσκονται ωσάν εις τον άδην, και να τυραννούνται οι μεν δια της φωτιάς, οι δε δια της ψύχρας. Προ πάντων όμως, αν είναι αυτού κάτοικοι, πρέπει να ζούν τρώγοντες αέραν, διατί είς τους Ερμήτας από την ζέστην θέλει καίγονται τα πωρικά, εις δε τους Κρονίους, θέλει ξεπαγιάζουν από την ψύχραν: ας μην τους αφήσωμεν λέγω τους δυστυχείς αυτούς μήτε με την διάνοιάν μας καν να μην υποφέρωμεν οπού να ευρίσκονται εις τοιαύτην παιδείαν.

[Ρήγας] Του λόγου σου κάμνεις τα συμπεράσματά σου ωσάν ένας κάτοικος της γης παιδί μου, ο οποίος μετρά τα αποτελέσματα και τα φαινόμενα των άλλων πλανητών, από όσα βλέπει εις τον εδικόν του και συγκρίνει με τον εαυτόν του και τους κατοίκους των. Άραγε δεν είναι δυνατόν να ευρίσκονται φυτεμένοι άνθρωποι εις κανέναν πλανήτην, και να ζούν μόνον με αέρα μην έχοντες χρείαν από φαγί; Και οι κάτοικοι του Ερμού να είναι μιας φύσεως που να ημπορούν να υποφέρουν την φωτιά, καθώς λέγουν πως και η σαλαμάνδρα ζη εις το πυρ; Και εκ του εναντίου πάλιν οι κάτοικοι του Κρόνου να έχουν δια τροφή τους κρύσταλλον και χιώνι και να ευρίσκονται πολλά καλά εις μιάν τοιαύτην ψύχραν;

[μαθητής] Όταν αυτό ήταν αυθέντη μου, ήθελε μας κλαίουν λοιπόν οι κάτοικοι του Ερμού, αν τους ήταν γνωστός ο πλανήτης μας, νομίζοντες πως ξεπαγιάζομεν από την ψύχραν και εκείνοι του Κρόνου ήθελε πιστεύουν πως αναλούμεν από την ζέστην.

[...]

[Ρήγας] Αν δεχθώμεν την υπόθεσην αυτήν, ήγουν πως ο θεός δεν έκτισε τίποτες του κάκου, οι πλανήτες πρέπει να αφορούν εις ένα τέλος και μίαν αιτίαν. Αμή πες με, διατί άλλο εκτίσθησαν; Κατά το παρόν ημείς δεν ιξεύρομεν να ωφεληθώμεν τίποτες απ’ αυτούς, όθεν πρέπει να ερευνήσωμεν εις τους ίδιους την αιτίαν δια την οποίαν εκτίσθησαν και δεν βλέπομεν άλλην οπού να μας πληροφορήσει τόσον, παρά αν ειπούμεν πως είναι κατοικημένοι. Συμπεραίνομεν έτι, ότι αφ ου είναι κατοικημένοι, εκτίσθησαν δι’ αυτό, και ότι έχουν οι κάτοικοί τους μίαν παρόμοιαν φύσιν και διάνοιαν με ημάς, και τελευταίον ότι, άνθρωποι μιας παρομοίας φύσεως με την εδικήν μας, ήθελαν γενή στάκτη και κονιορτός εις ένα λεπτόν κατοικούντες τον Ερμήν, ή ήθελαν ξεπαγιάσει εις τον Κρόνον [...]


ΥΓ. Εκ των υστέρων, μέσα από το σχετικό λήμμα της Βικιπαίδειας, που παραπέμπει στην ψηφιακή βιβλιοθήκη «Ελληνομνήμων», διαπιστώνω ότι έχει ψηφιοποιηθεί ολόκληρο το βιβλίο στην αρχική του μάλιστα έκδοση: δείτε εδώ.