Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jazz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.5.10

Guru's Jazzmatazz

«Η jazz-rap ήταν μια απόπειρα ανάμιξης της αφροαμερικανικής μουσικής του παρελθόντος με την κυρίαρχη μορφή του παρόντος, ταυτόχρονα φόρος τιμής αλλά και αναζωογόνηση της jazz, όσο και διεύρυνση των οριζόντων της rap. Ενώ οι ρυθμοί της jazz-rap βασίζονταν αποκλειστικά στο hip-hop, τα samples και η ηχητική δομή της προέρχονταν κυρίως από την cool jazz, τη soul-jazz και το hard bop. Η μορφή της ήταν πιο χαλαρή και εγκεφαλική από άλλα είδη του hip-hop, με πολλούς από τους καλλιτέχνες να εκφράζουν την αφροκεντρική πολιτική τους ταυτότητα, συμπληρώνοντας έτσι την ιστορική συνείδηση του συγκεκριμένου είδους. Δεδομένης της διανοητικής της κλίσης, δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι η jazz-rap δεν έγινε ποτέ μουσική των δρόμων, άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση για κάτι τέτοιο. Η jazz-rap εμφανίστηκε ως μια πιο θετική εναλλακτική απέναντι στο hardcore/gangsta κίνημα που αναδείχτηκε ως το κυρίαρχο mainstream rap είδος στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και αφορούσε περισσότερο τη διάδοση του hip-hop σε ακροατές που δεν ήταν σε θέση να καλοδεχτούν την αυξανόμενη επιθετικότητα της inner-city εκδοχής του ή να ταυτιστούν με αυτή.» (All Music Guide)

Στους σημαντικότερους εκπροσώπους του είδους ανήκουν τα γκρουπ της κολεκτίβας των Native Tongues, ονόματα όπως οι Tribe Called Quest, οι De La Soul και οι Jungle Brothers. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και συγκροτήματα όπως οι Digable Planets, οι Us3 και οι Gang Starr. Χρησιμοποιώντας φράσεις από παλιά τζαζ κομμάτια πάνω σε νέες ρυθμικές λούπες, έχτισαν ένα προσωπικό ύφος που επανανοηματοδότησε το "cool" της αρχέτυπης τζαζ στην εικόνα του σύγχρονου, σκεπτόμενου rapper.


Βασικό μέλος των τελευταίων υπήρξε ο Guru˙ κατά κόσμον Keith Elam, το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του οποίου αποτελούσε ταυτόχρονα και ακρωνύμιο: Gifted Unlimited Rhymes Universal. Στην πρώτη του σόλο απόπειρα το 1993 με τη μορφή του rap-jazz εγχειρήματος των Guru's Jazzmatazz, αντί να βασιστεί σε samples, αποφάσισε να συνεργαστεί με τζαζίστες, όπως ο Donald Byrd, ο Lonnie Liston Smith, ο Roy Ayers, ο Branford Marsalis κι ο Ronny Jordan, στη δημιουργία της μουσικής για τις ρίμες του και τα συνοδευτικά γυναικεία φωνητικά. Μόλις κυκλοφόρησε, ο δίσκος απέσπασε εξαιρετικά ευνοϊκές κριτικές, αποκτώντας ιδιαίτερη φήμη και κατακτώντας σταδιακά μια θέση στις περισσότερες λίστες για τις καλύτερες στιγμές της ραπ διαχρονικά. Μέσα στα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν τρία sequel (το 1995, το 2000 και το 2007), όπου τα τζαζ στοιχεία έφθιναν προοδευτικά, δίνοντας περισσότερο βάρος σε μια πιο soul/R&B κατεύθυνση.

Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του Guru από καρκίνο στις 19 Απριλίου (σε ηλικία 49 ετών), ακολουθεί ένα podcast με αποσπάσματα από τους 4 δίσκους της σειράς Jazzmatazz.


Jazzmatazz overview (info + d/l link) [Play now]

1. When You're Near (ft. N'Dea Davenport)
2. Le Bien, Le Mal (ft. MC Solaar)
3. No Time To Play (ft. DC Lee)
4. Medicine (ft. Ini Kamoze & True Masters)
5. Respect the Architect (ft. Bahamadia)
6. Keep Your Worries (ft. Angie Stone)
7. Plenty (ft. Erykah Badu)
8. State Of Clarity (ft. Common)
9. Stand Up (ft. Damian Marley)
10. This Is Art

24.7.09

Late Hours Vol. 1

Καλό (υπόλοιπο) καλοκαίρι!

Για το επόμενο διάστημα θα προσπαθήσω να μείνω όσο το δυνατόν πιο μακριά από οθόνες...

Παρακάτω, βρίσκεται μια συλλογή-mixtape που είχα φτιάξει ένα απόγευμα του Απρίλη του 2008, δοκιμάζοντας τις βασικές λειτουργίες του Audacity. Την ονόμασα "Late Hours Vol. 1" με κεντρικό concept «μουσική για μεταμεσονύκτιες ακροάσεις», περίπου στο ύφος σειρών όπως η LateNightTales και η Back to Mine (λέμε τώρα).

Για το tracklisting κάντε κλικ στην εικόνα:


Για να την κατεβάσετε πατήστε εδώ:

(με μετατροπή σε wav χωράει ακριβώς σε ένα CD).


Τα λέμε!


17.1.09

Gilad Atzmon

Sold out τελικά η συναυλία / σεμινάριο του Gilad Atzmon απόψε στο Μέγαρο. Αυτά παθαίνεις όταν δεν αποφασίζεις έγκαιρα να πας για εισιτήριο (που ήταν και φτηνό). Καλή διασκέδαση, οπότε, σε όσους θα πάνε.

Για να είμαι ειλικρινής δεν έχω αγοράσει μέχρι σήμερα κάποιον δίσκο του, αλλά η συμβολή του στα τελευταία θαυμάσια άλμπουμ του Robert Wyatt είναι καθοριστική.



Το "Old Europe" (προφανές το σχόλιο του τίτλου για τον ευφημισμό του Donald Rumsfeld) από το "Cuckooland" του 2003, αναφέρεται στο ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ του Miles Davies και της Juliette Greco στο μεταπολεμικό Παρίσι. Η two-men band των Robert Wyatt (φωνητικά, keyboards, ντραμς, τρομπέτα) και Gilad Atzmon (άλτο και τενόρο σαξόφωνο, κλαρινέτο) χτίζει όλο το κομμάτι.

Τέλος, οι πολιτικές θέσεις του Atzmon (βετεράνου του πολέμου στο Λίβανο), αν διατυπώνονταν από κάποιον μη-Ισραηλινό, θα θεωρούνταν αυτόματα «έξαλλος αντισημιτισμός» (όχι ότι ο ίδιος τη γλίτωσε, βέβαια).

23.11.08

Το Head Charge στον Tony Allen

Ωραίος τίτλος, έτσι; Πάντοτε ήθελα να αναφερθώ στον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο - κατά το πρότυπο του Ιούλιου Καίσαρα και του Νομάρχη (π.χ. «ο Νομάρχης μιλάει πάντα καθαρά κι αντρίκεια») - και το blogging ήταν η μοναδική λύση!

Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση μπαίνοντας στο Fuzz στην αρχή της Βουλιαγμένης ήταν το πλήθος (μέτρησα γύρω στα 8) κορίτσια και αγόρια που σε ρωτούσαν «Καπνίζετε;». Όχι, δεν εκπροσωπούσαν κάποια πιλοτική αντικαπνιστική πρωτοβουλία, αλλά γνωστή μάρκα τσιγάρων με σύμβολο συμπαθές θηλαστικό της ερήμου. Ζωσμένα με δειγματολόγια-βιτρίνες σχεδόν στενοχωριούνταν όταν έπεφταν σε μη καπνιστές. Όπως μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς, μέχρι να ξεκινήσει η συναυλία (με την αναμενόμενη καθυστέρηση 1 ώρας και κάτι από τη θεωρητική ώρα έναρξης), ένα ντουμάνι πυκνού καπνού είχε κυκλώσει τον χώρο.

Η μπάντα του Tony Allen ήταν καταπληκτική. Δυστυχώς τα ονόματα των 4 μουσικών που τον συνόδευαν δεν έγιναν γνωστά σε κανένα δελτίο τύπου (ούτε κι ήταν εύκολο να βρεθούν με ένα γρήγορο ψάξιμο στο Γκουγκλ), υποθέτω πάντως ότι πρόκειται για μουσικούς που συμμετέχουν στον δίσκο που ηχογραφεί αυτήν την περίοδο και δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη.

Δύο λευκοί (μάλλον γαλλικής καταγωγής), ο ένας στα keyboards, ο άλλος - με cool σκούρα γυαλιά μονίμως φορεμένα - έχοντας αναλάβει την τρομπέτα, αλλά και τον ρόλο να «ξεσηκώσει» το κοινό χτυπώντας συνοδευτικά κρουστά (όπως το shekere) με αντίστοιχες χορευτικές κινήσεις. Δυο μαύροι με παρόμοια dreadlocks στο κεφάλι, ο ένας στην κιθάρα, ο άλλος στο μπάσο, αμφότεροι εξαιρετικοί players.

Ο ίδιος ο Tony Allen, πίσω από τα κρουστά του (επίσης με χαρακτηριστικά μεγάλα shades-καθρέφτες), επιβεβαίωσε το γεγονός ότι θεωρεί περιττή την κίνηση του σώματος την ώρα του drumming (αντιθέτως προτιμάει να είναι συγκεντρωμένος), αφήνοντας μόνο χέρια και πόδια να κάνουν τη δουλειά. Αυτό βέβαια καθόλου δε σήμαινε ότι έπαιζε ανέκφραστος, καθώς ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του κάθε φορά που το ενθουσιώδες κοινό συμμετείχε είτε χειροκροτώντας είτε κρατώντας τον ρυθμό. Με ιδιαίτερα low profile μιλούσε λίγο (και σιγανά) στην αρχή για να μας πει “let’s not talk and just play, OK?” και λίγο αργότερα “Please, keep the pipe down, OK?”.

Παρότι στις τελευταίες του συνεργασίες πειραματίστηκε με hip-hop και ενίοτε ηλεκτρονικούς ήχους, μας έπαιξε καθαρό afrobeat, πυκνό, funky και bass-heavy, με επαναλαμβανόμενες call-and-response φράσεις στα φωνητικά, όπως ακριβώς έγινε γνωστό από τους Nigeria 70 του Fela Kuti. Με ρεπερτόριο αποκλειστικά από τη solo πορεία του (γνώρισα τα Asiko, Kindness και Black Voices), άφησε χώρο στον ίδιο και στους μουσικούς του να σολάρουν, ενώ συχνά τα κομμάτια τέλειωναν (ή έφταναν σε κορύφωση) μέσα σε σχεδόν rock τζαμάρισμα. Μετά από μιάμιση ώρα η μπάντα αποχώρησε μέσα σε γενική αποθέωση, με όλους τους μουσικούς και ιδιαίτερα τον Tony να νιώθει συγκίνηση και να μας ευχαριστεί πολλαπλά, και τα πρόσωπα στο κοινό φωτεινά και ειλικρινά ευτυχισμένα.


Επιστροφή στη σκηνή για ένα encore (μια δεκάλεπτη-και-κάτι εκτέλεση του Ariya) και νέα έξοδος σε γενικό χειροκρότημα. Δεύτερο encore δεν υπήρξε (παρά τη νέα προσπάθεια).

Στα μικρά της συναυλίας (αυτά που συζητάς με τους φίλους σου και γελάς), ένας μεσήλικας τύπος με intellectual παρουσιαστικό (γυαλιά, μουσάκι κτλ), που κάθε τόσο έβγαζε έναν σπηλαιώδη βρυχηθμό «yeeeeeeeaahh!» (φανταστείτε τον Gerard Butler στους 300) με αποτέλεσμα τόσο να μας κοψοχολιάζει, αλλά και να με γεμίσει σάλια… Επίσης, η συνήθεια του να ανοίγεις κουβεντούλα - αν και παρατηρήθηκε σε μικρότερο βαθμό από ό,τι συνήθως - παραμένει ενοχλητική για τους διπλανούς, κι όχι, το ότι η μουσική είναι jazz (με την ευρεία έννοια του όρου) και mainly instrumental δε σημαίνει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να λύνουμε και τα προσωπικά μας (καταραμένε Woody Allen!).

Εν ολίγοις, μια θαυμάσια συναυλία, από αυτές που χωρίς πολύ hype, αξίζουν και με το παραπάνω. Εφάμιλλη εκείνης των Manu Dibango & Ray Lema στον ίδιο χώρο (όταν λεγόταν Club 22), πριν από μερικά χρόνια.

(φωτογραφική δεν είχα μαζί μου - αυτή του κινητού είναι άθλια - οπότε μάλλον θα κλέψω τις φωτό από κανένα άλλο live review, όταν το πετύχω).
(update: φωτό από το avopolis)