Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22.9.11

10 snapshot videos of R.E.M.

1. Τον Nοέμβρη του 1983, σε μια αρκετά νέα εκπομπή του NBC με παρουσιαστή τον David Letterman, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην τηλεόραση μια σχετικά άγνωστη μπάντα από την Αθήνα της Georgia. Το ντεμπούτο τους “Murmur” έχει αποσπάσει εξαιρετικά θετικές κριτικές από τον μουσικό τύπο, χάρη στον ιδιόμορφο ήχο του και τη μυστηριακή, ερμητική στιχουργική του γραφή. Πρώτο single είναι το post-punk Radio Free Europe.



2. «Συναυλιακός χώρος Milton Keynes, 22 Ιουνίου 1985: Βρίσκομαι ψηλά πάνω από τη σκηνή κρεμασμένος στις σκαλωσιές απέναντι σε έναν καταιγιστικό άνεμο, με τη βροχή να πέφτει πάνω στο πρόσωπό μου σαν βελόνες. Ο λόγος που παίρνω αυτό το ρίσκο είναι απλούστατα επειδή προσπαθώ να έχω μια κάπως καλύτερη εικόνα των R.E.M. που παίζουν ζωντανά λίγα μέτρα κάτω μου. Βρέχει καταρρακτωδώς. Αλλά δεν είναι μόνο οι ουρανοί που έχουν ανοίξει, αλλά και το βαριεστημένο κοινό του φεστιβάλ που ανυπομονεί να δει τους U2 και κάνει επίσης τη ζωή δύσκολη στα support συγκροτήματα. Στις μπροστινές σειρές, πίνουν μπύρα μέσα από μεγάλα πλαστικά μπουκάλια, τα οποία στη συνέχεια γεμίζουν με κάτουρο και τα εκσφενδονίζουν στη σκηνή σε όποιο γκρουπ αποδοκιμάζουν, συμπεριλαμβανομένων των R.E.M. (…) O Peter Buck καταφέρνει να αποφύγει με σβελτάδα τα μπουκάλια που έρχονται προς το μέρος του, χωρίς να χάνει ούτε μια νότα. Αλλά ο Michael Stipe είναι ευάλωτος, όπως στέκεται ακλόνητος μπροστά από τη βάση του μικροφώνου. “Ω, σας ευχαριστώ πάρα πολύ,” λέει στο κοινό μετά από μια πολύ κοντινή βολή, “το καλοκαίρι στην Georgia δε μοιάζει καθόλου με αυτό εδώ.” Κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αλλά το κοινό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τους προσέξει, ειδικά εφόσον η πλειοψηφία των τραγουδιών του σετ προέρχεται από το καινούργιο τους άλμπουμ, που ελάχιστοι έχουν μέχρι στιγμής ακούσει. Η συναυλία απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επιτυχημένη.» Peter Hogan – The complete guide to the music of R.E.M. (Omnibus Press)

Όσο κι αν οι κριτικές στον τύπο εξακολουθούσαν να είναι διθυραμβικές, οι R.E.M. δεν έπαυαν να αποτελούν παγκοσμίως μια σχετικά άσημη μπάντα, που στην πρώτη της περιοδεία στην Αγγλία πολλές φορές δυσκολευόταν να παίξει σε club με ακροατήριο μεγαλύτερο των 100 ατόμων. Εδώ, κατά την προετοιμασία του τρίτου δίσκου τους “Fables of the Reconstruction,” προβάρουν ένα από τα καινούργια τους τραγούδια, το Driver 8.



3. Τα μουσικά βιντεοκλίπ για την προώθηση ενός δίσκου στην τηλεόραση θεωρούνταν τότε από τους R.E.M. μια πλαστή, ξεπερασμένη και ακατάλληλη μορφή επικοινωνίας με το κοινό τους. Έτσι, όποτε καλούνταν να πραγματοποιήσουν κάτι σχετικό για τη δισκογραφική τους εταιρεία, άλλοτε ξανάπαιζαν ζωντανά όλο το κομμάτι για τις ανάγκες της βιντεοσκόπησης (So. Central Rain) ή κατέφευγαν σε απλές, χαμηλού προϋπολογισμού, no-budget λύσεις, όπως στο κλασικό πλέον Fall On Me από το 1986 (βλ. επίσης μια εξαιρετική ανάρτηση σχετικά με αυτό το κομμάτι εδώ).



4. Σε ένα ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε το 1987 για την αναδυόμενη μουσική σκηνή της αμερικανικής Αθήνας, μαζί με συγκροτήματα όπως οι B-52's, οι Pylon και οι Flat Duo Jets, παρουσιάζονται και οι R.E.M. με ένα από τα πιο πρόσφατα τραγούδια τους, το εμπνευσμένο από τον αμερικανικό εμφύλιο Swan, Swan H.



5. Στην τελευταία τους κυκλοφορία στην IRS, (“Document”, 1987) οι R.E.M. κάνουν την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία στα charts με το The One I Love. Την επόμενη χρονιά υπογράφουν στην Warner Bros και ηχογραφούν το “Green”. Στο You Are The Everything, από τον δίσκο αυτό, ακούγεται για πρώτη φορά ένα μουσικό όργανο που σταδιακά θα καθιερωνόταν ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του μουσικού τους στίγματος: το μαντολίνο. Εδώ σε μια ζωντανή εκτέλεση στη βρετανική εκπομπή Our Common Future.



6. Το αξιοπερίεργο με τα δύο άλμπουμ που τους εκτόξευσαν στην παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή (“Out Of Time”, 1991 και “Automatic For The People”, 1992) ήταν το γεγονός ότι το γκρουπ, κουρασμένο από τις συνεχείς περιοδείες επί μία δεκαετία, αποφάσισε να μη δώσει συναυλίες μετά την κυκλοφορία τους, δοκιμάζοντας να εκμεταλλευτεί μέσα που έως τότε είχε απορρίψει, όπως τα «επαγγελματικά» βιντεοκλίπ και οι πολλές εμφανίσεις σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.

Μπορεί οι R.E.M. να έχουν σήμερα ουσιαστικά αποκηρύξει το Shiny Happy People, η συμμετοχή τους όμως στο παιδικό σόου Sesame Street με μια διασκευασμένη εκδοχή του κομματιού
(Furry Happy Monsters) έδειχνε πως ακόμα κι αν η κριτική πως «είχαν ξεπουληθεί» σε πιο εμπορικά μονοπάτια είχε κάποια βάση, κατάφερναν να το κάνουν με πραγματικά πολύ ξεχωριστό στυλ.



7. Η αποχώρηση του drummer Bill Berry – όχι απλά από τους R.E.M., αλλά από κάθε επαγγελματική μουσική δραστηριότητα – μετά την ολοκλήρωση του “New Adventures In Hi-Fi” και λίγο καιρό έπειτα από μια δύσκολη περιπέτεια της υγείας του (κατέρρευσε λόγω εγκεφαλικού ανευρύσματος σε συναυλία το 1995), σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία των R.E.M. Συμπτωματικά, στο τελευταίο single τους με τον Berry στις τάξεις τους, ο ρυθμός των ντραμς αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται όλο το κομμάτι, στο θαυμάσιο How The West Was Won And Where It Got Us.



8. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της νεότερης αυτής φάσης των R.E.M. ως τριμελές σχήμα είναι και το Disappear από το παραγνωρισμένο “Reveal” του 2001, εδώ σε μία από τις ελάχιστες φορές που παίχτηκε ζωντανά (στο MTV unplugged).



9. Η επιστροφή τους σε έναν πολύ πιο δυναμικό rock ήχο και στην πολιτική διαμαρτυρία έκανε το “Accelerate” του 2008 έναν αναπάντεχα σπουδαίο δίσκο σε μια χρονική στιγμή που δεν το περίμενε κανείς. Το Mr. Richards από τα sessions της περιόδου αυτής, εδώ σε μια ακουστική εκτέλεση «εν κινήσει».



10. Για τον τελευταίο τους δίσκο – που δεν τους βρίσκει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους, χωρίς να είναι επ’ ουδενί κακός (there’s no such thing as a bad R.E.M. record) – γυρίστηκαν shortfilms από διαφορετικούς σκηνοθέτες για κάθε ένα κομμάτι του, σε μια διαδικασία που βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, την ώρα που το συγκρότημα ανακοίνωσε ομόφωνα τη διάλυσή του. Ο Stipe συμμετέχοντας κι ο ίδιος στο κλιπ του Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter μοιάζει κάπως να προεξοφλεί την εξέλιξη αυτή με το τελικό βλέμμα του στο ιδιόρρυθμο αυτό βίντεο, με guest την εκκεντρική Peaches.


3.1.11

Come Down With Us

Τη συγκεκριμένη συλλογή την είχα γράψει κάπου εφτά χρόνια πριν˙ την ξέθαψα πρόσφατα και την ξανάκουσα, παίρνοντας έτσι την ιδέα να την ανεβάσω εδώ, μαζί με άλλες δύο ακόμη, κάπως σαν αντιστάθμισμα για το διάστημα της (έως τώρα και επερχόμενης) αναγκαστικής απουσίας μου από το μπλογκ και τις διαδικτυακές γειτονιές γενικότερα.

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και πηγαίνοντας προς Βρετανία, με κάποιες στάσεις σε Καναδά, Ιρλανδία και Γαλλία, οι επιλογές των κομματιών μπορεί να μην αποτελούν τον ορισμό του σπάνιου ή ψαγμένου, φτιάχνουν όμως ένα ενδεικτικό soundtrack της μουσικής των late 90s - early 00s και καταγράφουν κάμποσες προσωπικές αδυναμίες.

Καλή χρονιά!


Come Down With Us (18 trks; 74m 41s)

Strictly Roots Vol. 1

Η αγάπη του μπλογκ για τη reggae είναι μάλλον κάτι παραπάνω από γνωστή στους τακτικούς αναγνώστες του. Η παρακάτω συλλογή από roots στιγμές της δεκαετίας του '70 (με κατά βάση μινόρε κλίμακες, αργούς, βαρείς ρυθμούς και conscious θεματολογία) μπορεί να θεωρηθεί προέκταση ενός podcast σε μια παλιότερη ανάρτηση.

Αν τα τραγούδια της συλλογής σας αφήσουν ασυγκίνητους, μπορείτε να σβήσετε οριστικά τη reggae από τις επιλογές σας, εφόσον την έχετε δοκιμάσει στην αυθεντική μορφή της, πέρα από τα στερεότυπα της εύκολης, ελαφριάς, καλοκαιρινής μουσικής για ηλιοκαμένους τουρίστες.


Strictly Roots Vol. 1 (24 trks; 79m 28s)

Select Cuts from Blood & Fire

Μέσα στην τριετία 2000-2002 η γερμανική εταιρεία Select Cuts (sub-label της Echo Beach) κυκλοφόρησε τρεις συλλογές (1,2,3) και μερικά δωδεκάιντσα με remix πάνω σε κλασικά κομμάτια από τον κατάλογο της Blood & Fire, της σημαντικότερης πιθανότατα εταιρείας επανέκδοσης reggae/dub δίσκων.

Οι συμμετέχοντες remixers προέρχονταν είτε από τον χώρο της κατά βάση βρετανικής neo-dub σκηνής (Groove Corporation, Dreadzone, Zion Train, Disciples), είτε ανήκαν σε σχήματα γνωστά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο (Leftfield, Apollo 440, The Orb, Stereo MCs), που ήταν δύσκολο να αντισταθούν στον πειρασμό του να πειραματιστούν πάνω σε standards των King Tubby, Yabby You, Gregory Isaacs, Horace Andy, Big Youth κ.ά., όπως επιλέχτηκαν μέσα από τις εκλεκτικές συλλογές της Blood & Fire.

Μετά το οριστικό κλείσιμο της γερμανικής EFA, υπεύθυνης για τη διανομή των δίσκων, οι συλλογές αυτές δεν κυκλοφορούν πλέον στα δισκοπωλεία. Παρακάτω, βρίσκεται μια επιλογή με highlights από τα συγκεκριμένα άλμπουμ – όπου συγκαταλέγονται, κατά τη γνώμη μου, κυρίως τα λιγότερο γνωστά γκρουπ – χρονικής διάρκειας ίσης με ένα CD.


27.10.10

Present Arms



You got no job, you got no pay
Join the military, sign today
They'll send you off to fight on foreign shores

You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
They'll pay you to protect what isn't yours

You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
The uniformed hero shows no fear

The khaki ranks of flesh and steel
Learning how to smile and kill
They'll teach you to ignore the screams and tears

(UB40, Present Arms, 1981)

Μπορεί να μην πρόκειται και για τον πόλεμο των Φόκλαντς (με αφορμή τον οποίο γράφτηκε το παραπάνω κομμάτι των UB40), ο λόγος της εξαφάνισης μου όμως το επόμενο διάστημα θα ακούει στο όνομα «ελληνικός στρατός».

Arrivederci!

12.10.10

Dub Syndicate - More Dub

Με αφορμή την κυκλοφορία της διπλής συλλογής-ανασκόπησης της πορείας των Dub Syndicate με τίτλο "The Royal Variety Show - The Best of Dub Syndicate", ακολουθεί ένα podcast με αποσπάσματα από 10 κομμάτια που δεν συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή.


Το ξεκίνημα γίνεται με ένα track ("Humourless Journalist Works To Rules") από το ντεμπούτο τους ("Pounding System") με τον βαρύ, στεγνό και ογκώδη dub ήχο του, επηρεασμένο από τις αντίστοιχες παραγωγές των χιουμοριστικών pseudo-concept δίσκων του Scientist στην Greensleeves την ίδια περίοδο. Καθώς το dub σταδιακά εγκαταλείπεται από τη χώρα καταγωγής του κατά τη διάρκεια της dancehall-crazed δεκαετίας του '80, το συνεργατικό σχήμα των Scott-Sherwood βρίσκει ακολούθως την ευκαιρία να πειραματιστεί με νέες τεχνικές σε αδοκίμαστες ως τότε προσμίξεις. Το "Ravi Shankar" με τον χαρακτηριστικό ήχο του sitar emulator αποτελεί εδώ και κάτι παραπάνω από δύο δεκαετίες το εισαγωγικό σήμα της μακροβιότερης εξωτερικής παραγωγής του BBC Radio Lancashire (της εκπομπής On The Wire του Steve Barker), ενώ στο "No Alternative" η σαμπλαρισμένη φωνή της Margaret Thatcher ("there is no alternative but to fight, all other roads are shut off") περασμένη μέσα από παραμορφωτικό φίλτρο αναποδογυρίζει νοηματικά για να μετατραπεί σε κάλεσμα αγωνιστικής αντίστασης.

Από τη δεκαετία του '90, περιλαμβάνεται μια διασκευή του Bim Sherman στο "Can't Take It Easy" του Gregory Isaacs, μια συνεργασία με τον αμερικανό rapper των Spearhead, Michael Franti ("No No") και τρεις πιο κλασικές dubwise στιγμές στο βραδυφλεγές "African Landing", το δυναμικό "Jamaican Jig" και το ανορθόδοξο beat του "Wake Up" (με vocal samples από Big Youth). Σε δύο επιλογές από τους πιο πρόσφατους δίσκους τους, ο dancehall-don Capleton βρίσκεται στα καλύτερά του στο "Time" και ο Cedric Myton των ιστορικών Congos προσθέτει το χαρακτηριστικό falsetto του σε μια πιο roots στιγμή ("No Bed Of Roses").

Listen & enjoy:

Dub Syndicate - More Dub (info + d/l link) [Play now]

1. Humourless Journalist Works To Rules
2. Ravi Shankar Pt. 1
3. No Alternative (But To Fight)
4. Can't Take It Easy [ft. Bim Sherman]
5. No No [ft. Michael Franti]
6. African Landing
7. Jamaican Jig
8. Wake Up
9. Time [ft. Capleton]
10. No Bed Of Roses [ft. Cedric Myton]

22.9.10

Ποπ + Ροκ: 200 δίσκοι για 200 τεύχη (1978-1995)

Όταν οι πληροφορίες γύρω από τη μουσική ήταν ακόμη σχετικά περιορισμένες και δυσπρόσιτες, με βασικές πηγές κανάλια όπως το MTV, το εμπορικό ραδιόφωνο και απόψεις φίλων και γνωστών, η συμβολή των μουσικών περιοδικών ήταν ανεκτίμητη.

Το πρώτο τεύχος του Ποπ + Ροκ που αγόρασα ήταν εκείνο του Απριλίου του 1995 με την PJ Harvey στο εξώφυλλο. Έκτοτε το έπαιρνα τακτικά κάθε μήνα (όπως και το σχετικά σύντομης διάρκειας αδελφάκι του "Zoo", με θεματολογία και αισθητική αντίστοιχη του βρετανικού Mojo), μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας, όταν έπειτα από αρκετές αλλοπρόσαλλες προσπάθειες για αλλαγή ταυτότητας και αποτυχημένα φλερτ με το –κακώς εννοούμενο– lifestyle, κατέληξε σκιά του παλιού του εαυτού.

Στην καλύτερη φάση του, υπό τη διεύθυνση του Μάρκου Φράγκου, διέθετε ένα ξεχωριστό επιτελείο συντακτών: ο ειδικευμένος στους «μαύρους» ήχους, αυστηρός αλλά πάντοτε τεκμηριωμένος και χιουμοριστικός Θανάσης Βούτσινος, ο ιδιαίτερα εμπνευσμένος στη γραφή Νίκος Μποζινάκης, ο ενθουσιώδης μέσα-σε-όλα-τα-είδη Μάνος Μπούρας, ο γενικών καθηκόντων και ευαίσθητος Σπήλιος Λαμπρόπουλος, ο πιστός του ηλεκτρονικού πειραματισμού Τάσος Μαρούγκας και αρκετοί ακόμη.

Το καλοκαίρι του 1995 –ακόμη μαθητής Γυμνασίου– πήρα στα χέρια μου το διπλό επετειακό τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου, όπου με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 τευχών του Ποπ + Ροκ, υπήρχε μια λίστα-οδηγός με τους 200 δίσκους «που απασχόλησαν περισσότερο τις σελίδες του περιοδικού» από το πρώτο τεύχος του 1978 μέχρι τα μέσα του 1995. Ξεφυλλίζοντας κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν αυτά τα παλιά περιοδικά, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ τη λίστα, χάρη στην οποία ήρθα τότε σε επαφή με πολλά καινούργια άγνωστα ονόματα και προτάσεις δίσκων, στη λογική του «να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι».

Ο διευθυντής του Ποπ + Ροκ, που προλογίζει αυτό το αφιέρωμα, γράφει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο προσωπικό του μπλογκ, με αφορμή το κλείσιμο ενός άλλου έντυπου, ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά και αποκαρδιωμένο κείμενο για την εμπειρία του να κυκλοφορείς ειδικευμένα μουσικά περιοδικά στην εποχή των ευρυζωνικών συνδέσεων και της διαδικτυακής πληροφόρησης, σημειώνοντας ενδεικτικά πως αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα αφορούσε πλέον «μοναχικούς ρομαντικούς που "χειρουργούσαμε" το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι».

Η παρακάτω αναδημοσίευση ας θεωρηθεί φόρος τιμής σε μια εποχή που ο μουσικός τύπος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.

(Με ένα κλικ οι εικόνες μεγαλώνουν ή εναλλακτικά, εδώ βρίσκεται ολόκληρο σε μορφή pdf)

16.7.10

Inside the Trojan Horse

Χάρη σε ένα tweet του lkrory21 λίγο καιρό πριν, ανακάλυψα αυτό το thread στο φόρουμ του hiphop.gr, οπού εντοπίζονται ελληνικά samples σε διεθνείς hip-hop παραγωγές. Τα περισσότερα κομμάτια δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύτερο κοινό –προσωπικά γνώριζα ελάχιστα– και αιφνιδιάζουν με τη χρήση αποσπασμάτων ελληνικής μουσικής στη διαδικασία αναζήτησης μιας σπάνιας, εξωτικής λούπας.

Ποιος θα φανταζόταν, για παράδειγμα, ότι το «Μανούλα μου» του Μάνου Χατζιδάκι και του Ιάκωβου Καμπανέλλη θα γινόταν backdrop σε ένα θυμωμένο αμερικάνικο diss-rap ("fukkin cocksucka"!), η Ελευθερία Αρβανιτάκη στη μελοποίηση του «Ερωτικού» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τον Νίκο Ξυδάκη θα συνόδευε το aggressive hip-hop ενός γκρουπ από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ και η μελωδία της «Οδού Αριστοτέλους» του Γιάννη Σπανού θα αποτελούσε κεντρική ιδέα σε μια από τις πιο πρόσφατες παραγωγές της γνωστής ομάδας των Wu-Tang;

Αντίστοιχα, ο Χατζιδάκις με τους New York Rock & Roll Ensemble (στο "The Day", που την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως «Χελιδόνι σε κλουβί»), o Ξαρχάκος με τη Βίκυ Μοσχολιού («Διψασμένο παλικάρι») και τη Μαρία Δημητριάδη («Ένα πρωινό»), η Μαρίζα Κωχ από τους κύκλους παιδικών τραγουδιών («Πέρα στους πέρα κάμπους»), η Γλυκερία διασκευάζοντας Παπάζογλου («Κανείς εδώ δεν τραγουδά»), ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου («Όταν χαράζει»), αλλά ακόμη και ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος («Εσύ ό,τι πεις») και αρκετά –ενίοτε απροσδιόριστης προέλευσης– samples με μπουζούκια θα χρησιμοποιηθούν σαν μουσική βάση πάνω στην οποία θα αναπτύξουν τις ρίμες τους rappers διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ, βρετανοί grime MCs, αλλά και underground hip-hop ονόματα της Γερμανίας και της Σουηδίας.

Η συγκέντρωση αυτών των κομματιών σε μια συλλογή, με προσοχή στη ροή και τη σχετική ομοιογένεια, έγινε αρχικά για λόγους προσωπικής χρήσης. Θεωρώντας όμως ότι πιθανότατα θα ενδιέφερε και πολλούς ακόμη, πήρα την απόφαση να την ανεβάσω παρακάτω:

Tracklisting:

Inside the Trojan Horse (20 trks; 76m 57s)

Για την ακριβή αντιστοίχηση των samples με τα πρωτότυπα τραγούδια (μαζί με αρκετά ακόμη που δε συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή), μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το νήμα στο φόρουμ του hiphop.gr, στους συμμετέχοντες του οποίου αξίζουν τα full credits για την ιδέα, την επιλογή και την αποδελτίωση αυτών των κομματιών.

*********************

Κάπου εδώ το μπλογκ μπαίνει προσωρινά σε αναστολή λειτουργίας για αρκετό διάστημα. Καλό καλοκαίρι!

10.7.10

Μουσική και φωτογραφίες

(Netherlandish Proverbs by Pieter Bruegel the Elder)

Στην πρώτη μου ανάμνηση ήμουν πάντοτε εγώ με τη μαμά μου μια κρύα γκρίζα μέρα σε μια παραλία στην Ουάσιγκτον, στη θαλάσσια δίοδο του Πιούτζιτ κοντά στο Σηάτλ. Θα πρέπει να ήμουν δύο ή τριών χρονών μαζί με έναν φίλο μου από τη γειτονιά και τη μαμά του, περπατώντας ανάμεσα στα ξεβρασμένα ξύλα, ψάχνοντας για καβούρια. Ακόμη και τώρα, μπορώ να θυμηθώ τη μυρωδιά και τη θερμοκρασία του αέρα, την αίσθηση της άμμου και του ψηλού γρασιδιού που κυμάτιζε. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ πως κοίταζα προς το μέρος του φίλου μου και πως φαινόταν το πρόσωπό του όταν μου επέστρεφε το χαμόγελο. Άλλη μια μνήμη που ενίοτε ανακαλώ σαν πρώτη μου ανάμνηση είναι να είμαι ντυμένος σαν τον Τζακ Λόντον μέσα στο καταχείμωνο με ρακέτες του τένις στα πόδια, φορώντας τον ταξιδιωτικό σάκο του μπαμπά μου στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη (φρικτή) εκδοχή του «Ασπροδόντη» από τη Ντίσνεϋ. Ή υπάρχει η ανάμνηση του να έχω κλέψει το τρίτροχο από τον γείτονα και να τρέχω με αυτό μέχρι τα μισά του τετραγώνου πριν με τσακώσουν και αναγκαστώ να επιστρέψω νικημένος ή του να φοράω τη στολή του πυροσβέστη πλένοντας το αμάξι των γονιών μου ή να τρώω μια γρανίτα πορτοκάλι από το φορτηγό-παγωτατζίδικο.

Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.

Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.

Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.

Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.

6 Απριλίου 2008

(liner notes - also transcribed here)

Κείμενο γραμμένο από τον Robin Pecknold για την ειδική έκδοση του πρώτου ομώνυμου δίσκου των Fleet Foxes μαζί με το προηγηθέν EP "Sun Giant".


(R. Pecknold covering Joanna Newsom's "On A Good Day" live at his home)


(Fleet Foxes - He Doesn’t Know Why)

3.7.10

Μουντιάλ

Το καλοκαίρι του 1990 μόλις είχα τελειώσει την Τετάρτη Δημοτικού. Το Μουντιάλ της Ιταλίας ήταν η πρώτη διοργάνωση που κάθισα να παρακολουθήσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρότι γενικά το συγκεκριμένο τουρνουά δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα θεαματικό –και αποστασιοποιημένος μετά από τόσα χρόνια εκτιμώ ότι όντως δεν ήταν– είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που όλο το καλοκαίρι γέμιζα τετράδια ζωγραφίζοντας εμφανίσεις ομάδων και σημειώνοντας τα αποτελέσματα των αγώνων, καθώς τους είχα απομνημονεύσει όλους, ξεκινώντας από την πρώτη φάση των ομίλων μέχρι και τον τελικό.

Αμφιβάλλω αν όλα αυτά θα είχαν συμβεί στην περίπτωση που πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν είχε τύχει να είναι η αναμέτρηση Αργεντινής-Καμερούν. Η αναπάντεχη ήττα της πρωταθλήτριας κόσμου από το ποδοσφαιρικά παντελώς άσημο έως τότε Καμερούν πανηγυρίστηκε με άτεχνους χορούς, αυτοσχέδια συνθήματα και φωνές από εμένα, ενθουσιασμό που μοιραζόμουν με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου. Στη συνέχεια της πορείας των Καμερουνέζων στο Μουντιάλ κάθε ματς είχε το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα, συνοπτικά θυμίζω: νίκη επί της Ρουμανίας, με την πρώτη παρουσία του Ροζέ Μιλά ως αλλαγή, η συντριπτική αλλά ανώδυνη ήττα από την Σοβιετική Ένωση στην τελευταία εμφάνισή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο (παιχνίδι που δε μεταδόθηκε ζωντανά αλλά είδαμε φάσεις το επόμενο πρωί στο Eurosport), το αμφίρροπο παιχνίδι με την Κολομβία και η τιμωρία του εκκεντρικού μπακότερμα-γκολκίπερ της, Ρενέ Ιγκίτα, στην παράταση και ο γκραν-γκινιόλ αγώνας εναντίον της Αγγλίας, με τη διπλή ανατροπή που έφερε την τελική επικράτηση των εγγλέζων. Μετά τον αποκλεισμό του Καμερούν στο τελευταίο παιχνίδι, θυμάμαι να τρέχω μέσα στο σπίτι κλαίγοντας. Ποτέ δε θα ταυτιζόμουν ξανά τόσο πολύ με κάποια ομάδα αργότερα, ούτε θα ξαναζούσα αθλητική διοργάνωση τόσο έντονα μεγαλώνοντας.

***************

Στο "Pam Pam Cameroon" του 1991, ο Macka B περιγράφει αναλυτικά τον ενθουσιασμό του για την πορεία του Καμερούν στο Μουντιάλ, αναφερόμενος και στον αντίκτυπο που είχε στις αφρογενείς μεταναστευτικές κοινότητες τις Βρετανίας, σε μια απολαυστική παραγωγή του Mad Professor:


***************

Για την άλλη όψη του Μουντιάλ

Γιγάντιοι προϋπολογισμοί που αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω, απελάσεις και εκτοπισμοί για «αισθητικούς» σκοπούς, παντελώς αμφίβολη ανταποδοτικότητα, τα συμπεράσματα στο σχετικό άρθρο της Monde Diplomatique, σε μετάφραση εδώ.

Εξαπάτηση εργαζομένων, πλαστικές σφαίρες αντί δεδουλευμένων. Πληροφορίες για διαδηλώτρια θύμα της αστυνομικής καταστολής.

Το αφρικάνικο όνειρο για μια ένδοξη ποδοσφαιρική καριέρα στην Ευρώπη κρύβει πίσω του μια απροκάλυπτη μορφή δουλεμπορίου με τεράστια κέρδη για μάνατζερ, μεσάζοντες και επιτήδειους: αφιέρωμα της Αυγής.

Μια ματιά στο εσωτερικό της Νότιας Αφρικής και στα φαινόμενα ρατσισμού απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, εδώ.

9.6.10

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Τζαμάικα


Πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέστρεψε την Τζαμάικα

Τριάντα χρόνια πριν, οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ προχώρησαν στην αποσταθεροποίηση της ριζοσπαστικής κυβέρνησης της Τζαμάικας με καταστροφικές επιπτώσεις για τον πληθυσμό της.

Άρθρο της Abbie Bakan (δημοσιεύτηκε στον Socialist Worker στις 14 Ιουλίου 2007)

Όταν ο Michael Manley και το PNP (Λαϊκό Εθνικό Κόμμα) εκλέχτηκαν στην Τζαμάικα για μια δεύτερη θητεία τον Δεκέμβρη του 1976, όσοι μάχονταν τον ιμπεριαλισμό και τον ρατσισμό αναθάρρησαν. Ήταν δείγμα του ότι η χώρα στήριζε την άρνησή του να συμφωνήσει στους καταπιεστικούς όρους που απαιτούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. «Δεν είμαστε για πούλημα» ανακοίνωσε σε ένα ενθουσιώδες κοινό των 35.000 στο Εθνικό Στάδιο της πρωτεύουσας Κίνγκστον.

Εκείνη την εποχή, ο Manley αναγνωριζόταν ως «ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στον Τρίτο Κόσμο», σύμφωνα με τον μελετητή της Καραϊβικής Fitzroy Ambursley. Αποτελούσε μια περίπτωση δοκιμασίας, τόσο για το ΔΝΤ όσο και για το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Το προτεινόμενο πρόγραμμα δομικών αλλαγών του ΔΝΤ για την Τζαμάικα επρόκειτο να αποτελέσει το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού και των διαπραγματεύσεων του εθνικού χρέους σε όλο τον Τρίτο Κόσμο. Η ιστορία της ανόδου και της παραίτησης του Manley στη μάχη του με το ΔΝΤ είναι εξαιρετικά διδακτική για τα σημερινά κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης.

Η Τζαμάικα είναι ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, πατρίδα του Bob Marley, της ρέγκε μουσικής και γενέτειρα του πρωτοπόρου ηγέτη του μαύρου εθνικισμού Marcus Garvey. Από την εποχή που ο Χριστόφορος Κολόμβος έφτασε στις ακτές τους, πιστεύοντας λανθασμένα ότι πρόκειται για την Ινδία, περισσότερα από 500 χρόνια πριν, τα νησιά της Καραϊβικής έχουν αποτελέσει αντικείμενο αποικιοκρατικής κατοχής και εκμετάλλευσης.

Ο Michael Manley ήταν σύμβολο αντίστασης όχι μόνο στην Τζαμάικα, αλλά και διεθνώς. Ανέλαβε την εξουσία πρώτη φορά στις εκλογές του 1972. Στα πρώτα χρόνια άσκησης της εξουσίας από τον Manley, έλαβε χώρα ένας αριθμός από σημαντικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις για τον πληθυσμό. Έγινε άρση της έως τότε ισχύουσας απαγόρευσης σε μαρξιστική λογοτεχνία και βιβλία του κινήματος της Μαύρης Δύναμης. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση έγινε προσβάσιμη δωρεάν και ξεκίνησε μια μερική πολιτική αναδιανομής της γης.

Προκλήσεις

Οι εταιρείες ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας και λεωφορείων που βρίσκονταν υπό ξένο έλεγχο, εθνικοποιήθηκαν. Τον Ιανουάριο του 1974, η κυβέρνηση του Manley ανακοίνωσε ένα σχέδιο αλλαγής του συστήματος των φοροαπαλλαγών που ίσχυαν για τις αμερικάνικες και καναδικές εταιρείες βωξίτη, που είχαν τη βάση τους στην Τζαμάικα. Οι εταιρίες αυτές εξόρυσσαν αλουμίνιο για την πολεμική βιομηχανία. Το PNP ακύρωσε τις προηγούμενες συμφωνίες και επέβαλλε έναν ειδικό φόρο για κάθε μορφή βωξίτη που εξορυσσόταν ή επεξεργαζόταν στην Τζαμάικα. Η ρύθμιση αυτή προκάλεσε την ισχυρή οργή των ΗΠΑ και άλλων κυρίαρχων τάξεων. Μια μαζική –και τώρα πια σαφώς τεκμηριωμένη– καμπάνια αποσταθεροποίησης ακολούθησε.

Η επεξεργασία αλουμινίου και βωξίτη μεταφέρθηκε σε άλλους προορισμούς. Ο φόρος χαρακτηρίστηκε παράνομος και αμφισβητήθηκε από της εταιρείες βωξίτη, που προσέφυγαν στο διεθνές κέντρο της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη ρύθμιση των επενδυτικών διαφωνιών. Τοπικές επιχειρήσεις που είχαν συμπορευτεί με τον Manley κατά την εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών, τώρα υποχώρησαν και συμμάχησαν με τους διεθνείς εταίρους τους.

Απολύσεις και διαρκείς αυξήσεις τιμών ξεκίνησαν έναν πληθωριστικό κύκλο που έσβησε τις προηγηθείσες αυξήσεις μισθών. Η εισροή ξένου κεφαλαίου καταποντίστηκε και η CIA εμπλέχτηκε στην υπόθαλψη τοπικών πολιτικών ανταγωνισμών. Μια εκστρατεία τρόμου εξαπολύθηκε καθώς νεαρά μέλη του JLP (Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικας) έβρισκαν εύκολη πρόσβαση στα όπλα σε ανταλλαγές μαριχουάνας-για-πιστόλια.

Κυρώσεις

Αρχικά ο Manley επιχείρησε να κρατήσει μια σταθερή πορεία. Παρακινούμενος από τη λαϊκή υποστήριξη που διέθετε ανάμεσα στην εργατική τάξη του νησιού και τους αγρότες, ο ριζοσπάστης πρωθυπουργός αντιστάθηκε στους όρους ενός μεταρρυθμιστικού πακέτου του ΔΝΤ.

Τον Δεκέμβρη του 1976 ο Manley επανεξελέγη με μεγάλη διαφορά, κερδίζοντας 47 από τις 60 θέσεις στο κοινοβούλιο. Όμως, μετά την απόρριψη της συμφωνίας με τους όρους του ΔΝΤ, η οικονομία καταπνίγηκε από κυρώσεις, ενώ μια καμπάνια στα μέσα ενημέρωσης προκάλεσε ένα κύμα φόβου σε πιθανούς τουρίστες. Οι απολύσεις αυξήθηκαν, τα επιτόκια εκτοξεύθηκαν και οι προμήθειες σε όλα τα αγαθά –από το σαπούνι μέχρι τα ψάρια σε κονσέρβα– βρίσκονταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Αυτό ήταν το όριο των κοινωνικών δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Ο Manley σύντομα θα αποδεικνυόταν ένας αναξιόπιστος σύμμαχος των φτωχών και των εργατικών στρωμάτων, ενώ δε θα υπήρχε επαρκής ανεξάρτητη οργάνωση ανάμεσα στις εργατικές μάζες της Τζαμάικας για να δραστηριοποιηθούν σε μια δική τους πορεία, όταν ξεκίνησε η υποχώρηση.

Το 1977 ο Manley ανακοίνωσε το «Σχέδιο του Λαού» για την οικονομική και πολιτική μεταρρύθμιση. Παρά τη ριζοσπαστική ρητορεία, από τον Μάιο του ίδιου έτους η Τζαμάικα είχε αποδεχθεί μια «εφεδρική συμφωνία» του ΔΝΤ αξίας 38 εκατομμυρίων λιρών για να επαναφέρει μια ισορροπία στην κρίση πληρωμών.

Το ΔΝΤ επανεγκατέστησε μια γραμμή πίστωσης, με πολλές παράλληλες δεσμεύσεις. Το δάνειο προϋπέθετε την επίθεση στο επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού. Οι φτωχότεροι χτυπήθηκαν περισσότερο με δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες ως κυρίαρχη πλευρά των οικονομικών προγραμμάτων.

Καθώς η Τζαμάικα περνούσε από διάφορα «τεστ» του ΔΝΤ, επαναλαμβανόμενες αποτυχίες οδηγούσαν σε όλο και περισσότερες ρυθμίσεις των εγχώριων οικονομικών προγραμμάτων του νησιού. Σύγχυση και απελπισία εξαπλώθηκε ανάμεσα στον πληθυσμό της Τζαμάικας, ιδιαίτερα στους νέους, μαθητές και φοιτητές, καθώς και στα φτωχότερα στρώματα των εργατών και των αγροτών. Η πολιτική βία και η άνοδος της μαύρης αγοράς γιγαντώθηκαν.

Στις εκλογές του 1980, το JLP υπό την ηγεσία του Edward Seaga επανήλθε στη εξουσία με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία του: 52 έδρες έναντι 8 για το PNP. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, οι επαναστάσεις στη Γρενάδα και τη Νικαράγουα έδειξαν ότι αναπτυσσόταν μια τάση αντίθεσης στο αμερικάνικο μοντέλο κυριαρχίας των αγορών στην περιοχή. Όμως τώρα η Τζαμάικα είχε θέσει το μοτίβο της μετακίνησης μέχρι ενός σημείου στην αντιπαράθεση με το ασφυκτικό αγκάλιασμα των ιμπεριαλιστικών αγορών και την υποχώρηση να ακολουθεί κατόπιν. Η κυβέρνηση του JLP και του Seaga χαιρετίστηκε από τις ΗΠΑ ως το νέο μοντέλο των καιρών. Αυτό έδωσε αυτοπεποίθηση σε ηγεσίες όπως αυτές του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher και προανήγγειλε την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Στο τέλος της οκταετίας του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» του Manley, το μέσο εισόδημα στην Τζαμάικα ήταν 25% χαμηλότερο και το κόστος ζωής 320% υψηλότερο. Όπως πολλές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις πριν και μετά από αυτήν, οι ρεφορμιστικές πολιτικές του Manley αποδείχτηκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις ώστε να βάλουν φραγμό στη δύναμη του παγκόσμιου κεφαλαίου.

Μέχρι το τέλος της θητείας του Seaga, η Τζαμάικα είχε ξεπληρώσει ένα σύνολο 443 εκατομμυρίων λιρών στους ξένους δανειστές της, συμπεριλαμβανομένων και 176 εκατομμυρίων στο ΔΝΤ. Το εξωτερικό χρέος της Τζαμάικας είχε ανέλθει σε περισσότερα από 2,2 δισεκατομμύρια λίρες, ανάμεσα στα αναλογικά μεγαλύτερα στον κόσμο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Manley επέστρεψε ως πρωθυπουργός στην ηγεσία μιας νέας κυβέρνησης του PNP το 1989.

Φτώχεια

Είχε εγκαταλείψει την αριστερή ρητορική της προηγούμενης κυβέρνησής του. Αντίθετα, οι αγορές αντιμετωπίζονταν ως το νικητήριο μοντέλο προς εφαρμογή. Ωστόσο, ακόμη και με τους όρους που τέθηκαν από το ΔΝΤ, η Τζαμάικα είχε ξεκάθαρα αποτύχει να φτάσει τους αναμενόμενους στόχους ανάπτυξης. Αντί για οικονομική άνθηση, η Τζαμάικα υπέμεινε επιπλέον δεκαετίες αβάσταχτης φτώχειας. Σήμερα, ακόμη και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ αρχίζουν να αναγνωρίζουν το πρόβλημα.

Σε ένα έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ το 2006 με τίτλο «Δημόσιο Χρέος και Παραγωγικότητα: η Δύσκολη Αναζήτηση της Ανάπτυξης στην Τζαμάικα», ο συγγραφέας Rodolphe Blavy προβληματίζεται με τον διαφαινόμενο «γρίφο» των χαμηλών δεικτών ανάπτυξης της Τζαμάικας. Καταλήγει πως πιθανότατα το ογκώδες χρέος είναι πολύ πιθανό να έχει παίξει κάποιο ρόλο σε αυτό, παρατηρώντας ότι η Τζαμάικα «συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο χρεωμένες χώρες του κόσμου».

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών στον Παγκόσμιο Νότο. Υπάρχουν σίγουρα αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική του Hugo Chavez και στην πρώτη κυβέρνηση του Manley. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Η Βενεζουέλα διαθέτει πολύ περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές από ό,τι η Τζαμάικα. Οι ΗΠΑ είναι ένας πολύ λιγότερο ισχυρός παίκτης σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους στην παγκόσμια οικονομία σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Και εφόσον υπάρξει ένα ισχυρό, ανεξάρτητο κίνημα εργατών και φτωχών, οι δυνάμεις της αντίστασης μπορεί να έχουν μια πολύ καλύτερη τύχη να διατηρήσουν την πορεία αυτή.

Η ιστορία της μάχης της Τζαμάικας με το ΔΝΤ κάνει ξεκάθαρο ότι ο κλοιός του ιμπεριαλισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αντικατασταθεί με ένα άλλο σύστημα βασισμένο σε πολύ διαφορετικές προτεραιότητες. Και θα είναι οι εργατικές τάξεις και οι φτωχοί, όχι οι ηγεσίες των πολυεθνικών, εκείνοι που θα τις θέσουν.




Η Τζαμάικα αποκαλύπτεται, του Linton Kwesi Johnson
(Guardian, 28 Φεβρουαρίου 2003)

«Το ζήτημα είναι να κάνουμε την παγκοσμιοποίηση να δουλεύει για όλους. Δεν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μέλλον για τους πλούσιους, αν δεν υπάρχει η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντός για τους φτωχούς.» Αυτή η κυνική και με τόση ευκολία διατυπωμένη δήλωση του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Horst Köhler, αποκαλύπτεται έξοχα ως προς το κοινότοπο του περιεχομένου της στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Stephanie Black, «Ζωή και Χρέος». Η ταινία της Black είναι εντυπωσιακά αποκαλυπτική στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως καθορίζονται από τις χώρες του G7, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, επηρεάζουν τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες.

Το «Ζωή και Χρέος» επικεντρώνεται στην Τζαμάικα ως ένα τυπικό παράδειγμα μιας μικρής αναπτυσσόμενης χώρας που δέχεται το φάρμακο του ΔΝΤ. (…)

Οι συνεχείς οικονομικές κρίσεις στη Τζαμάικα, η υψηλή ανεργία, η ανομία και η κοινωνική αναταραχή πρέπει να ιδωθούν στο φόντο των πολιτικών του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς αναγκάζονται να ακολουθήσουν για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει πολύ ζωντανά τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι πολιτικές έχουν αντίκτυπο σε εργαζόμενους, μικρές επιχειρήσεις, αγρότες και την κοινωνία της Τζαμάικας γενικότερα. (…)

Στο «Ζωή και Χρέος», βλέπουμε την Τζαμάικα μέσα από τα μάτια του τουρίστα. Ταυτόχρονα, βλέπουμε κι εκείνα με τα οποία ένας τουρίστας σπάνια έρχεται σε επαφή: κάτοικοι των παραγκουπόλεων παρακολουθούν τους εαυτούς τους σε δελτία ειδήσεων που δείχνουν ταραχές, πολιτική βία και εργατικές κινητοποιήσεις. (…)

Γυναίκες που δουλεύουν σε κάτεργα χωρίς ωράρια και δασμούς, αποκαλούμενα «ελεύθερες ζώνες», μιλάνε για τον αγώνα της επιβίωσης τους με εβδομαδιαίους μισθούς των 30 δολαρίων.

Εκείνο που δείχνει η ταινία της Black είναι η εντυπωσιακή αποτυχία της «θεραπείας» του ΔΝΤ. Μετά τις δομικές μεταρρυθμίσεις, τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, την κατάργηση των δασμών στις εισαγωγές, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις υποτιμήσεις, η Τζαμάικα ακόμη βασανίζεται από οικονομική κρίση. Σχέδια ανάπτυξης έχουν εγκαταλειφτεί, καθώς το όραμα της ανεξαρτησίας υποχωρεί. Το «Ζωή και Χρέος» είναι ένα πολύ ισχυρό εφόδιο στο οπλοστάσιο του παγκόσμιου κινήματος για μια πολύ πιο δίκαιη οικονομική τάξη.

Ολόκληρο το άρθρο του Linton Kwesi Johnson στον Guardian, εδώ.

Το site της ταινίας εδώ.

Το "Life and Debt" θα προβληθεί την Πέμπτη 10/6 στις 20.00 στο πλαίσιο του τριήμερου φεστιβάλ «Χρέος, ΔΝΤ, Αντιστάσεις» του «Σπόρου» (9-11/6, σινέ Φιλίπ, είσοδος ελεύθερη).


****************************

Με τη μουσική να αποτελεί τον βασικότερο λόγο για τον οποίο έχει αποκτήσει φήμη η Τζαμάικα σε ολόκληρο τον κόσμο και με τους ίδιους τους τραγουδιστές να θίγουν σε τακτική βάση ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα ήταν παράλογο να μην έχουν γραφτεί κάμποσα κομμάτια σχετικά με το χρέος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις επιπτώσεις στη ζωή τους. Παρακάτω επιλέγονται τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:


Mykal Rose: "Wall Street"

Ευρύτερα γνωστός ως βασικός τραγουδιστής του militant reggae σχήματος των Black Uhuru μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Michael Rose μετά από ένα διάστημα αγρανάπαυσης επανήλθε λίγα χρόνια αργότερα σε σόλο πορεία ηχογραφώντας δεκάδες τραγούδια
σε ετήσια βάση για μια σειρά από παραγωγούς. Σε ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό single, κυκλοφορημένο το 2003, κάνει λόγο για την εκμετάλλευση του μαύρου πληθυσμού της Τζαμάικας από αμερικανούς τραπεζίτες καταλήγοντας στο ρεφρέν: “Wall Street want it all / And the IMF, a big time rip-off”

Mutabaruka: "Life and Debt"

Ο πιο αναγνωρίσιμος dub poet στην Τζαμάικα αναλαμβάνει να συνοψίσει τα συμπεράσματα από την ομώνυμη ταινία της Stephanie Black δηλώνοντας σε χαρακτηριστικά patois: “Borrowin money fi lend / Capitalism a nuh wi fren”

Lee 'Scratch' Perry: "S.D.I."

Εναρκτήριο κομμάτι του καλύτερου δίσκου που έβγαλε ο Lee Perry στη δεκαετία του ’80, S.D.I. (δηλαδή Strategic Defense Initiative) ήταν η εξαγγελία της πρωτοβουλίας ανάπτυξης «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Γη και Διάστημα από την κυβέρνηση Reagan, κίνηση που πέρα από τη μάλλον έωλη επιστημονική της βάση, έδωσε νέα ώθηση στην κούρσα των εξοπλισμών και χαρακτηρίστηκε γρήγορα «Πόλεμος των Άστρων». Το γεγονός αυτό δίνει την ευκαιρία στον Perry να καταφερθεί ενάντια σε πληθώρα οργανισμών, εταιρειών, ονομάτων και άλλων αρκτικόλεξων όπως το ΔΝΤ, η CIA, το FBI, η ITT, η ΕΣΣΔ, διάφορες τράπεζες, αλλά κι η Margaret Thatcher μεταξύ άλλων.

****************************

+bonus

Ο Linton Kwesi Johnson αποτελεί εμβληματική μορφή στην τζαμαϊκανική κουλτούρα, ως ένας από τους γνωστότερους εκπροσώπους της παροικίας της στην Αγγλία. Μέλος του βρετανικού τμήματος των Μαύρων Πανθήρων από σχολική ηλικία, με την πρωτοποριακή απαγγελία στίχων πάνω σε reggae ρυθμό (τη λεγόμενη dub poetry) διακρίθηκε σαν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κοινωνικοπολιτικής κριτικής στην ταραγμένη περίοδο των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Πρόσφατα αναρτήθηκε στο youtube βίντεο από μια σύντομη συνέντευξη του –μαζί με τον σταθερό συνεργάτη του Dennis Bovell– στην ΕΤ2 το 1987, όταν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα για συναυλία, σε ένα εξαιρετικά σπάνιο ντοκουμέντο εκείνης της εποχής:


24.5.10

The Slits

The Slits started where Alternative TV and The Pop Group ended up - total chaos. Other punk bands talked about not being able to play, but were secretly competent. Genuinely inept, The Slits really sounded cacophonous, with only the faintest subliminal skank indicating their punky-reggae intentions. Some people reckon the 'true' Slits is this early naïve sound of girls struggling with their instruments and vocal chords, impelled forward by sheer glee and gall. Personally, I think The Slits got better when they, ah, got better - picking up some rudimentary instrumental skills and establishing a firmer rhythmic foundation (something helped when original drummer Palmolive, unable to provide the reggae-inflected groove the rest of the band wanted, moved on and was replaced by a guy who called himself Budgie). The Slits also established a studio relationship with Dennis Bovell, who helped them transform their rampaging racket into a more shapely disorder.

The Slits were a feral girl gang. Aged just fifteen in 1977, singer Ari Up recalls being 'wild and crazy, like an animal let loose - but an innocent little girl with it, too'. From her striking image (tangled dreadlocks, knickers worn on the outside of her clothes) to her seemingly pre-social antics, Ari inspired fear and fascination in equal measure. On one infamous occasion, she urinated onstage. 'It wasn't to shock anyone,' she insists. 'I needed to pee, there wasn't a toilet near, so I pissed onstage - on the side, but everyone in the audience saw it. I just didn't care.'

Ari's background was German and wealthy, but her heiress mother Nora was a bohemian and rock scenester. The family home served as open house for all kinds of stars, from Yes singer Jon Anderson to Joe Strummer. The Slits' guitarist Viv Albertine also came from a genteel background and went to art school, where she met The Clash's Mick Jones. Blonde, charismatic and trailing a host of male punk admirers, Albertine shared a squat with Keith Levene and played in a short-lived band with him and Sid Vicious called Flowers of Romance. Balefully dark haired and laconic, bassist Tessa Pollitt came from another all-girl punk group who trumped The Slits with a name - The Castrators - worthy of radical feminist Valerie Solanas, founder of the Society for Cutting Up Men.

A fan of Solanas's SCUM Manifesto, Malcolm McLaren attempted to manage The Slits, seeing them as the female Pistols. Legend has it his managerial come-on was: 'I want to work with you because you're girls and you play music. I hate music and I hate girls. I thrive on hate.' But instead of thinking up outrageous ideas worthy of Solanas or Sid Vicious, McLaren's masterplan was wildly sexist and degrading. After attacking the rock industry, he wanted to infiltrate the disco movement. At first, he tried to get The Slits to sign to the cheesy German disco label Hansa. Then, when Island moved to sign the band and invited McLaren to make a movie around them, he came up with a screenplay that envisioned The Slits as an all-girl rock band who go to Mexico only to find themselves effectively sold into slavery and ultimately turned into porno-disco stars. The Slits shrewdly extricated themselves from McLaren's grasp, but they did sign to Island and started working on their debut alburn, Cut, with Dennis Bovell in the summer of 1979.

Bovell was an obvious choice. The Slits, especially Ari, were reggae fiends. 'We used to find the blues parties just following the bass,' she says. 'We would be streets away and listen for the vibrations. In 1976-8, there were zero white people. And I was not just the only white girl but the only one with dreads. In fact, I was the first person to have the tree - I had my locks up in a tree-type shape. But I got away with it because I was dancing the hell out of their blues parties. Back then the style of dancing was called "steppers" and I was such a good stepper.' As she developed beyond the basic punk screech into plaintive, reedy singing, her Bavaria-meets-Jamaica accent made her sound like Nico on spliff rather than smack.

Punk diehards sometimes claim that Dennis Bovell dulled The Slits' edges, domesticated them. The band were ambitious, though: they wanted to be pop stars. Island boss Chris Blackwell thought that they had potential in spades and he gave Bovell as much studio time as required. The Slits had so much input that it was more a case of sorting out what should go,' says Bovell, They were just bulging with material and I had the task of sorting it out and saying, "This goes here." it was like an enormous jigsaw puzzle all dumped in your lap.' Cut's songs do often sound like polyrhythmic cogs and jutting mechanical parts cobbled together to form slightly wonky but captivating contraptions. Albertine's itchy-and-scratchy rhythm guitar darts between Pollitt's sinuous basslines and Budgie's clackety clockwork drums. According to Bovell, Albertine 'was no Jimi Hendrixette... She'd do the occasional bit of single-note lead guitar, but mostly she was more like a female Steve Cropper from Booker T and the MGs, doing all these great rhythm things. She was always very conscious of not wanting to play the guitar like a man, but actually trying to create a style of her own.'

Probably the most delightful element in The Slits' sound is the strange geometry of the clashing and overlapping vocals: Albertine and Pollitt weave around Ari's shrill, slightly sour warble. On the opener, 'Instant Hit', the girls form a roundelay of haphazard harmonies that Ari describes as 'a kind of "Frère Jacques" thing'. Albertine's lyrics to 'Instant Hit' depict an unhealthily thin boy who 'don't like himself very much/'cos he has set his self to self-destruct' - a barbed portrait that applied equally to Sid Vicious and Keith Levene, her junkie bandmates in Flowers of Romance. 'So Tough', a frenetic piss-take of macho posturing, gives way to the doleful skank of 'Spend Spend Spend', its sidling bass and brittle-nerved percussion perfectly complementing the lyric's sketch of a shopaholic vainly trying to 'satisfy this empty feeling' with impulse purchases. 'Shoplifting' turns 'Spend Spend Spend' inside out: woman-as-consumerist-dupe becomes petty-thief-as-feminist-rebel. Frantic punk-reggae, the song surges into adrenaline overdrive as Ari, caught red-handed, yells, 'Do a runner!' The song climaxes with a shattering scream that mingles terror, glee and relief at escaping the supermarket detective, a yowl that collapses into the giggled gasp, 'I've pissed in my knickers.'

The fast songs on Cut are exhilarating: 'Shoplifting'; the romance-as-braindeath parody 'Love Und Romance'; and the single, 'Typical Girls', a diatribe against un-Slitty females who 'don't create, don't rebel' and whose heads are addled with women's magazine-induced anxieties about 'spots, fat, unnatural smells'. But the most haunting songs on Cut are the clutch of downtempo, despondent tracks: 'FM', 'Ping Pong Affair', and 'Newtown', which takes its title from the urban centres that sprang up after the Second World War. All these towns started life as an architect's and urban planner's Utopian vision before swiftly degenerating into characterless gridzones of anomie and despair. The song draws a disconcerting parallel between the conformists hooked on cultural tranquillizers such as 'televisiono' and 'footballino', and The Slits' own bohemian peers zonked on illegal narcotics; Albertine's jittery scrape mimics the flesh-crawling ache of cold turkey. Withdrawal of an emotional kind inspired 'Ping Pong Affair' - Ari measuring out the empty post-break-up evenings with masturbation ('Same old thing yeah I know/Everybody does it') and cigarettes. Dub-inflected and desolate, Cut's slow songs impart a sense of atomized individuals numbing their pain with pop culture's illusions; romance junkies and glamourholics adrift in a haze of cheap dreams. Underneath it all you could sense The Slits' yearning for a simpler, natural life. Cut's famous cover photograph of the group as mud-smeared Amazons combined nostalgie de la boue with she-warrior defiance to jab the casual record-shop browser right in the eye. Naked but for loin-cloths and warpaint, The Slits stand proudly bare-breasted, staring out the camera. Behind them you can see the wall of a picturesque cottage, brambles and roses clambering up the side, as if to underline the 'we're no delicate English roses and this is no come-hither look' message. The cottage was Ridge Farm, the studio where Bovell produced Cut. Says Ari, 'We got so into the countryside when we were doing the album, to the point of rolling around in the earth. So we decided to cover ourselves in mud and show that women could be sexy without dressing in a prescribed way. Sexy, in a natural way, and naked, without being pornographic.'

Cut's cover echoes the photo of the Mud People of Papua New Guinea on the front of Y. Like The Slits, The Pop Group pined for a lost wholeness they imagined existed before civilization's debilitating effect. On 'She Is Beyond Good and Evil', Mark Stewart had yowled, 'Western values mean nothing to her.' A tape of African drumming preceded The Pop Group's arrival onstage during the Animal Instincts tour, and via a Melody Maker interview they appealed to their fans to bring drums and whistles, and transform gigs into tribal ceremonies. In an NME feature, Gareth Sager argued that Western civilizations, being 'based on cities', were sick because they were cut off from 'natural cycles', unlike African tribes where repression simply didn't exist. He proposed abolishing conventional education and spending the money helping people to de-indoctrinate themselves. Language itself might be the enemy: 'Words Disobey Me' proposed stripping away layers of conditioning and recovering a pure, naïve speech of the heart. 'Speak the unspoken/First words of a child…/We don't need words/Throw them away', beseeched Stewart.

The Slits shared The Pop Group's naïve idealization of noble savagery and pure instinct, a cult of innocence and intuition that sometimes took on an anti-intellectual tinge. The two groups got 'so close we were like one tribe', says Ari Up. Bruce Smith took over from Budgie as The Slits' drummer, and played both sets when the two groups did a joint tour of Europe. There was even tribal endogamy: Sager went out with Albertine; Sean Oliver (the last of The Pop Group's several bassists) fathered a child with Pollitt; Bruce Smith dated and eventually married Neneh Cherry, a friend of Ari who eventually joined The Slits as stage dancer and backing vocalist. Full merger as a single tribe was formally anointed when the groups founded their own independent label, Y, in 1980, administered by Pop Group manager Dick O'Dell. The Slits had parted company with Island, while The Pop Group severed their links with Radar after learning to their horror about the parent company WEA's links to the Kinney conglomerate, which was involved in arms dealing.

(Simon Reynolds, Rip it Up and Start Again: Postpunk 1978-1984 - πρώτη δημοσίευση εδώ)


Είναι λογικό να στέκεται κανείς επιφυλακτικά απέναντι στις επανασυνδέσεις παλιών συγκροτημάτων μετά από δεκαετίες απραξίας. Η περίπτωση των Slits μοιάζει να είναι αρκετά αξιοσημείωτη: πρόκειται για το πρώτο βρετανικό γυναικείο punk group, που σχηματίστηκε από τρεις φίλες σε εφηβική ηλικία, κράτησε για κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια και διαλύθηκε μετά από δύο δίσκους. Με τον ήχο τους έντονα επηρεασμένο από το funk και τη reggae, ένα πραγματικά ερασιτεχνικό στυλ «δεν ξέρουμε να παίζουμε καλά και δε μας νοιάζει», απέχθεια για συμβατικές αρμονίες και ποπ ευκολίες, βρέθηκαν μαζί με τις σημαντικότερες μορφές του πανκ κινήματος, ανοίγοντας πολλές από τις συναυλίες των Clash, ενώ διέθεταν ταυτόχρονα πραγματικούς δεσμούς αίματος με γκρουπ όπως οι Sex Pistols και οι Pop Group. H μητέρα της τραγουδίστριας τους, Ari Up, εξάλλου, είναι σύζυγος του John Lydon για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια.

Ακολουθώντας τη διάλυση των Slits, η Ari Up αποτελώντας για μερικά χρόνια μέλος του πειραματικού σχήματος των New Age Steppers, αποφάσισε να φύγει από την Αγγλία, για να περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του ’80 κατά δήλωσή της «γυμνή στη ζούγκλα του Μπελίζε». Στη δεκαετία του ’90, εγκαταστάθηκε στην Τζαμάικα, όπου απέκτησε τη φήμη της ιδιόρρυθμης λευκής dancehall τραγουδίστριας-χορεύτριας, γνωστής με το προσωνύμιο Maddusa, με εμφανίσεις ακόμη και στην τοπική τηλεόραση, μιλώντας και τραγουδώντας με την περίεργη βαριά γερμανο-τζαμαϊκανική της προφορά.

Η ανασύσταση των Slits μετρά ήδη πέντε χρόνια – μπορεί να είναι δύσκολο να μεταφέρουν την ατμόσφαιρα της κλασικής εποχή του πανκ στο σήμερα, ωστόσο η συναυλία τους στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη είναι μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση (προσωπικά πάντως, δεν είναι ακόμη βέβαιο ότι θα μπορέσω να είμαι παρών).






ΥΓ. Φωτογραφίες από εδώ κι εδώ