Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναυλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναυλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.3.10

One Love Reggae Ideas (Βοτανικός, 24.3.2010)

Hey guys, last night we had the Congos / Max Romeo / Lee Perry / Sherwood concert in Athens, Greece and it was very good!

I arrived during the end of the Greek support band (which was not my cup of tea), then AMS started playing some tunes including “Golden Locks”, the Perry-Lennon mashup, the new Jeb Loy (“To Be Rich”), two tracks based on “Waiting In Vain” a drum’n’bass one and a cover by someone who sounded much like Leroy Smart, a track on the Wailers’ “War” rhythm, a bit of Pablo Moses (“One People”). Eventually the crowd (the event went sold out) started whistling as they waited for the Congos to appear.

Meanwhile, there was a great backing band to play for all acts consisting of Leroy “Horsemouth” Wallace on drums, Dennis Bovell on bass, Black Steel (Mad Professor’s usual guitarist) on guitar, a trumpet player, a sax one and a keyboardist. Horsemouth brought mr. Ted Bafaloukos on stage (he’s the director of the classic “Rockers” movie, a Greek man from the isle of Andros) and asked us all to applaud “he’s my director!” - btw there was also a special screening of Rockers the night before in a cafeteria in central Athens with Bafaloukos and Horsemouth being present and also other members of the tour (like Cedric Myton who took many pictures with his camera). Horsemouth got cheered a lot by the end of the film (also during some scenes like the part when he speaks directly to the camera about doing things the rastafarian way) and bowed to us many times! I chatted a few words with mr. Bafaloukos regarding his recent interview in the Vice magazine and told him about the great pictures he provided “I’ve got many great pictures” he replied!

Anyway the Congos came onstage and they were great. Cedric Myton, Congo Ashanti Roy, Watty Burnett and a fourth singer were there and played mainly material from the “Heart of the Congos” ending with “Ark of the Covenant” and “Fisherman”. Many times Cedric asked “dub it up, dub it up” and Sherwood, who was behind the controls throughout the concert did some really good live echoing things! Only drawback that they played only for about half an hour. Same for Max Romeo who I’d seen before in concert - he was really good again and played “One Step Forward” / “Uptown Babies” / “Three Blind Mice” / “Melt Away” / “Perilous Time” & “Chase The Devil” accompanied by a female backing vocal duet that stayed for Perry’s appearance too.

Perry came onstage with his traveling suitcase and a wild costume - highlight of which was having about 10 aromatic sticks planted on his hat alight! He started with renditions of Marley tunes most of which were composed during their days of collaboration (i.e. “Small Axe”, “Sun Is Shining”, “Duppy Conqueror”, “Punky Reggae Party” or “Voodoo Party” nowadays) and others like “Exodus”. He surprisingly stayed quite close to the originals. The best part of his set was the following one with very nice renditions of “Soul Fire”, “Secret laboratory”, “Inspector Gadget” and “Roast Fish and Cornbread”. He did some of his usual hilarious speeches between some of the songs where among other things advised us all to go vegetarian or asked us what we think about scenarios that IMF must come to Greece (“boooo!” was the answer) and proclaimed “Greece must increase / Roman-Catholic priest must go down!”

The encore was fantastic with all singers getting onstage (Congos, Max and Perry) and doing “War Inna Babylon” and another tune (“Ital Woman” or something like that?) and then the show ended with Black Steel playing Happy Birthday on his guitar for Lee Perry turning 74 years old (20th March 1936 according to Wikipedia) and Horsemouth getting downstage barefooted and shaking our hands!

I tried to see if I could speak to mr. Sherwood at the end of the show, but he left 5-10 mins later probably because they had to travel to Thessaloniki to repeat the show there tonight.

P.S. Wrote this in a bit of a hurry so don’t know if it makes much sense!

-----------------------

Έχω πολύ καιρό να ανεβάσω live review, το παραπάνω είναι copy-paste από ένα γραμμένο στα γρήγορα e-mail που έστειλα χθες βράδυ για την προχθεσινή συναυλία.

Δείτε ακόμη τις αναφορές από το mixtape.gr και το avopolis.gr από όπου και οι φωτογραφίες.

15.7.09

Primal Scream – Stone Ya To The Bone

Love, Byrds, MC5, George Clinton, Sly & The Family Stone, The Clash, Suicide, Sun Ra, King Tubby, 60s psychedelics, garage rock, funk, shoegazing, dub, acid house, disco-punk, Wild Angels*, Vanishing Point*, Out Of The Blue* and more: mix up and stir...


Όταν ο drummer των Jesus & Mary Chain, Bobby Gillespie, αποχωρούσε για να αφιερωθεί στο δικό του συγκρότημα, δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι η κίνηση αυτή θα του έβγαινε σε καλό. Μετά από δύο πρώτους δίσκους χωρίς ιδιαίτερο αντίκτυπο, η συνέχεια είναι γνωστή: η στιγμή της καταξίωσης των Primal Scream έρχεται το 1991 με την κυκλοφορία του “Screamadelica”, ενός βραδύκαυστου, ηδονιστικού μείγματος dance και rock, που συνδύαζε τις κιθαριστικές καταβολές τους με τον acid house πυρετό και την άνθιση της rave κουλτούρας της εποχής. Η επόμενη κυκλοφορία τους που προκαλεί μεγάλη αίσθηση είναι το “Exterminator” του 2000. Με μια στροφή - σχεδόν από το πουθενά - σε έναν επιθετικό, θορυβώδη ήχο με πολιτικές αιχμές και με αφορμή τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ (που σε αντίθεση με άλλους πολέμους, είχε προκαλέσει υποτονικές έως ανύπαρκτες αντιδράσεις στη μουσική σκηνή), βάζουν στο στόχαστρό τους τον «διεθνή ιμπεριαλισμό», τους «ξεπουλημένους πρώην χίπις της νέας εξουσίας» και τα «ναρκωτικά ως μέσο καταστολής» - για το τελευταίο φημολογείται ότι θα είχαν να διηγηθούν πολλές προσωπικές ιστορίες, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ηρωίνη, speed, ecstasy, κοκαΐνη και αμφεταμίνες. Ενδιαμέσως, το 1997, είχε μεσολαβήσει το “Vanishing Point” (ο δίσκος τους που θα ξεχώριζα προσωπικά για διάφορους λόγους), στα βήματα του Screamadelica, με τον Gary ‘Mani’ Mounfield των Stone Roses να εντάσσεται πλέον στο γκρουπ, αναλαμβάνοντας το μπάσο. Είχε προηγηθεί το “Give Out But Don’t Give Up” (1994) με παλιομοδίτικο garage rock στυλ, αλλά και συνεργασίες με τον George Clinton (Parliament, Funkadelic), δίσκος που κατακρίθηκε για την προσωρινή εγκατάλειψη των οποιονδήποτε πειραματισμών. Εξίσου ρετρό, αλλά πιο σφιχτοδεμένο ήταν το “Riot City Blues” του 2006, ενώ στο “Evil Heat” του 2002 επιχείρησαν να δώσουν μια λιγότερο χαοτική μορφή στον ήχο του “Exterminator” επαναλαμβάνοντας τη συνεργασία τους με τον Kevin Shields των My Bloody Valentine. Το περσινό “Beautiful Future”, με την λίγο-απ-όλα λογική του, μάλλον δεν πρόσθεσε ούτε αφαίρεσε κάτι από τη συνολική εικόνα τους.


Facts/Factoids:

- Το 1992 κερδίζουν την πρώτη απονομή του Mercury Prize Award για το άλμπουμ τους Screamadelica, που συνοδεύεται από μια επιταγή αξίας 20,000 λιρών. Τα μέλη του γκρουπ βρίσκονται σε μια από τις χειρότερες φάσεις τους λόγω καταχρήσεων και αποχωρώντας χάνουν την επιταγή κάπου στο δρόμο.

- Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Give Out But Don’t Give Up, το 1994, δύο μέλη του γκρουπ, ο Martin Duffy και ο Robert Young βρίσκονται σε ένα μπαρ της Νέας Υόρκης. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνονται μια μεγάλη λίμνη αίματος να έχει σχηματιστεί πίσω από τον Martin. Θα εισαχθεί έγκαιρα στο νοσοκομείο γλιτώνοντας, χωρίς ποτέ να καταλάβει ποιος και γιατί τον μαχαίρωσε.

- Το 1997 γράφεται στον Τύπο ότι οι Primal Scream θα ακυρώσουν μια σειρά από συναυλίες τους «σε ένδειξη σεβασμού στη μνήμη της πριγκίπισσας Νταϊάνα». Την επόμενη μέρα εκδίδουν διάψευση όπου αποδίδουν τις ακυρώσεις σε τεχνικούς λόγους προσθέτοντας: «δεν έχουμε κανένα σεβασμό για την Diana Spencer ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας».

- Το 2005, στο φεστιβάλ Glastonbury, καλούνται να στηρίξουν την πρωτοβουλία “Make Poverty History” και να βάλουν την υπογραφή τους, ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων συμμετεχόντων, επάνω σε ταμπλό με το μήνυμα/σύνθημα της οργάνωσης - o Bobby Gillespie σβήνει με μαρκαδόρο τη λέξη “Poverty” και γράφει στη θέση της “Israel”. Ακολουθούν δημοσιεύματα που τον κατηγορούν για αντισημιτισμό και φιλοναζισμό. Ο ίδιος εξηγεί ότι κίνητρό του ήταν να προβοκάρει σε έκφραση συμπαράστασής προς τους παλαιστίνιους, υπενθυμίζοντας τη συναυλία που είχαν διοργανώσει το 2004 μαζί με τους Spiritualized για τα παιδιά των παλαιστινιακών καταυλισμών, έχοντας αρθρογραφήσει σχετικά και στον Guardian. Αργότερα, σε συνέντευξη στο NME τον ρωτούν ευθέως: “Do you support Hamas or Hezbollah?” - “No, I support Celtic”.


Την εποχή της κυκλοφορίας του Exterminator, τον Δεκέμβρη του 1999, δίνουν συνέντευξη στον Θανάση Αθανασόπουλο του Ποπ + Ροκ. Βρίσκεται στις 3 παρακάτω σελίδες, κλικ για μεγέθυνση:




Τους Primal Scream τους ανακάλυψα λίγο μετά την κυκλοφορία του Vanishing Point - πήγαινα τότε ακόμη σχολείο. To ίδιο διάστημα αγόρασα το Screamadelica και το remix album Echo Dek και γοητευμένος από τον τρόπο που οι συγκεκριμένοι δίσκοι φάνταζαν όλο και καλύτεροι μετά από κάθε νέα ακρόαση, αφού σε έβαζαν πρώτα στο τριπ τους, έγιναν γρήγορα ένα από τα πιο αγαπημένα μου συγκροτήματα. Μαθαίνοντας έτσι το 2002, ότι θα έρθουν τελικά στο Rockwave, είχα ενθουσιαστεί. Εκείνο το καλοκαίρι όμως θα ακυρωθεί τελικά ολόκληρο το φεστιβάλ. Μερικούς μήνες αργότερα ανακοινώνεται συναυλία τους στο Ρόδον, βγάζω εισιτήρια και αναμένω με ανυπομονησία. Την προηγούμενη της εμφάνισής τους, χιονίζει για τα καλά στην Αθήνα, το στρώνει κάτω με αποτέλεσμα να κλείσει το αεροδρόμιο. Η συναυλία και πάλι ακυρώνεται. Τελικά θα κανονιστεί νέα ημερομηνία, λίγο καιρό μετά, και πάλι στο Ρόδον, χωρίς κάποιο απρόοπτο αυτή τη φορά. Όμως... τα φώτα χαμηλώνουν, τα μέλη του γκρουπ ανεβαίνουν στη σκηνή, ανάμεσά τους και ο Kevin Shields με τη φουντωτή αλά 80s χαίτη. Ογκώδης ήχος, γκάζια στο τέρμα και κάπου εκεί παρατηρούμε τον Bobby Gillespie, σχεδόν τρεκλίζοντας, με βλέμμα lost-in-space, σαν ηθοποιός ταινίας όπου το ανθρώπινο είδος έχει καταληφθεί από εξωγήινους, να απαγγέλλει μηχανικά τους στίχους ρίχνοντας παγωμένα βλέμματα στο ταβάνι, στο πάτωμα και στο κοινό (ή μήπως στο κενό;). Όταν φτάνουν στο encore, δεν αντέχει άλλο, κάθεται στο πάτωμα με τα πόδια του να κρέμονται από τη σκηνή, δίνοντας την αίσθηση ότι θα προτιμούσε να είναι κάπου αλλού ξαπλωμένος, βλέποντας ίσως μωρά να μπουσουλάνε στο ταβάνι.


Στις 4 Ιουλίου, στο γήπεδο Τάε-Κβον-Ντο, προσέρχομαι σίγουρα με πολύ λιγότερο ενθουσιασμό, αλλά αρκετό ενδιαφέρον, για να παρακολουθήσω το σετ τους που θα διαρκέσει περίπου μια ώρα. Μετά από ένα μάλλον αμήχανο ξεκίνημα και με τον ήχο να μη βοηθάει καθόλου, αφήνοντας μόνο τα φωνητικά να ακούγονται καθαρά μέσα σε μια χασμωδία αντηχήσεων στο κλειστό γήπεδο, σταδιακά και με σημείο καμπής μια εξαιρετική εκτέλεση του Deep Hit Of The Morning Sun, αρχίζουν να παίρνουν τα πάνω τους και να γίνονται όλο και πιο δυναμικοί, κυρίως στα κομμάτια που απομακρύνονται από τις στουντιακές τους φόρμες και δίνουν περιθώρια για αυτοσχεδιασμό. Ακόμη και το “Suicide Bomb” που δε γέμιζε το μάτι στον τελευταίο δίσκο τους, ακούγεται εδώ πολύ πιο δυνατό και ακόμη περισσότερο η συνέχεια με τα Movin’ On Up (χωρίς τα προηχογραφημένα γκόσπελ χορωδιακά φωνητικά που χρησιμοποιούσαν σε παλιότερα live), Rocks, Exterminator, Swastika Eyes κ.ά. Θα κλείσουν με το Accelerator, ακολουθούμενο από ένα δυνατό πεντάλεπτο feedback από κιθάρες, δείγμα του ότι δε θα έπαιζαν encore - δεν το επέτρεπαν εξάλλου και τα χρονικά περιθώρια που τους είχαν δοθεί. Ήταν μια σχετική αποζημίωση για τις προηγούμενες (μη) εμφανίσεις τους, με ίσως μοναδική παραφωνία το παράταιρο του να ακούγονται στίχοι περί “military-industrial illusion of democracy” και “satellite sickness, TV junk - no civil disobedience, no civil disobedience” με τη συνοδεία διαφήμισης γνωστού αναψυκτικού-χορηγού που-πάει-με-όλα σε διαρκή επανάληψη σε μεγάλη οθόνη πάνω από τη σκηνή.


Ακολουθεί ένα podcast με αποσπάσματα από b-sides, remixes & rarities:

Primal Scream – Stone Ya To The Bone (info + d/l link) [Play now]

1. Velocity Girl
2. Screamadelica
3. Jailbird (Dust Brothers Mix)
4. The Big Man & The Scream Team Meet The Barmy Army Uptown (Full Strength Fortified Dub)
5. Know Your Rights
6. Rebel Dub
7. Wise Blood
8. The Revenge Of The Hammond Connection
9. When The Kingdom Comes
10. Stone Ya To The Bone

Velocity Girl
Από τις πρώτες τους ηχογραφήσεις, με διάρκεια κάτι περισσότερο από ένα λεπτό και επιρροές από Byrds. Με αυτό ξεκινούσε η ιστορική κασέτα του περιοδικού NME, C86.

Screamadelica
Δε βρίσκεται στο ομώνυμο άλμπουμ του ’91, αλλά στο “Dixie Narco” EP, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Στο ίδιο ύφος tripped-out electro-psychedelica με κομμάτια όπως το Come Together.

Jailbird (Dust Brothers Mix)
Πρόκειται για τους Chemical Brothers, πριν ακόμα μετονομαστούν έτσι για να ξεχωρίζουν από τους συνονόματους αμερικανούς παραγωγούς. Διατηρώντας ελάχιστα στοιχεία από το πρωτότυπο, θα το μετατρέψουν σε άλλο ένα mid-90s big beat σφυροκόπημα.

The Big Man & The Scream Team Meet The Barmy Army Uptown (Full Strength Fortified Dub)
Από μια ελάχιστα γνωστή συνεργασία τους, κάτι σαν side-project, με τον συγγραφέα Irvine Welsh (The Acid House, Trainspotting) και το label της On-U Sound, κυκλοφόρησε με αφορμή τη διεξαγωγή του Πανευρωπαϊκού Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στην Αγγλία το 1996. Ο Welsh απαγγέλλει τον μισο-μεθυσμένο υβριστικό μονόλογο ενός οπαδού της εθνικής ομάδας της Σκοτίας.

Know Your Rights
Διασκευή στο κομμάτι των Clash (εμφανώς μουσικών τους ειδώλων), b-side στο single Kowalski.

Rebel Dub
Στο Star από το “Vanishing Point” συνεργάζονταν με τον θρυλικό Augustus Pablo (2 μόλις χρόνια πριν αυτός πεθάνει) που παίζει τη χαρακτηριστική του μελόντικα και τους Memphis Horns (το horn section της Stax Records, έχοντας συνοδεύσει ονόματα όπως ο Isaac Hayes και ο Otis Redding). Σε αυτή την απογυμνωμένη instrumental εκτέλεση, η μελόντικα και οι τρομπέτες πλαισιώνονται από τα tablas του Pandit Dinesh.

Wise Blood
Από το εξαιρετικό remix album “Echo Dek”, αποτελούμενο από σκοτεινές dub versions των κομματιών του “Vanishing Point” δια χειρός Adrian Sherwood - εδώ ακούγονται σαμπλαρισμένα φωνητικά του Prince Far I, από το “Quante Jubila”.

The Revenge Of The Hammond Connection
B-side στο Kill All Hippies, σε τελείως διαφορετικό στυλ, κυκλοφόρησε σαν tribute στον Curtis Mayfield λίγους μήνες μετά το θάνατό του.

When The Kingdom Comes
B-side του Accelerator, έγινε για ένα διάστημα live standard στις συναυλίες τους.

Stone Ya To The Bone
B-side στο Country Girl, με ένα πολύ δυνατό riff, έμεινε ανεξήγητα έξω από το Riot City Blues.

10.2.09

Daddy G (Bios, 7.2.2009) + Devil chase

Το dj-set του Daddy G το περασμένο Σάββατο ξεκίνησε με reggae, drum’n’bass, dub επιλογές για να καταλήξει σε πιο soul/hip-hop/electronica ήχους. Λόγω και προσωπικών αδυναμιών, το πρώτο μέρος μου άρεσε περισσότερο. Ένα από τα highlights ήταν το φευγάτο mashup του Limb By Limb του Cutty Ranks με το Tequila των Champs...! Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι αν αφαιρεθεί το σύνολο των μουσικών ιδιωμάτων που ακούστηκαν εκείνο το βράδυ από το μουσικό στίγμα των Massive Attack, απομένει κάτι σαν το υποβλητικό μεν, αλλά μουντό και γκρίζο “100th Window”, άλμπουμ στο οποίο δεν συμμετείχε ο Daddy G.

Καθώς το set ξεκίνησε με ένα πολύ ενδιαφέρον καινούργιο κομμάτι (αγνώστων λοιπών στοιχείων, any ideas?) βασισμένο στο κλασικό Chase The Devil του Max Romeo, αυτό μου έδωσε την αφορμή για τη δημιουργία του παρακάτω mix.
update: Ήταν το Ain't No Rest For The Wicked των Cage The Elephant σε mashup με το Chase The Devil (ή αλλιώς Wicked Devil Reggae Remix) - info από εδώ, audio εδώ.


Devil chase (info + d/l link) [Play now]

1. Max Romeo - Chase The Devil
2. Prince Jazzbo - Croaking Lizard
3. Lee Perry - Disco Devil
4. Dreadzone - Iron Shirt
5. Jay-Z - Lucifer
6. The Qemists - Iron Shirt









Ακούγονται αποσ
πάσματα από τρεις version του κομματιού από τη δεκαετία του 70, ηχογραφημένες στο Black Ark στούντιο του Lee Perry. Το original του Max Romeo, η dj version του Prince Jazzbo (που συμπεριλήφθηκε στο κλασικό "Super Ape"), αλλά και η αρκετά λιγότερο γνωστή version με τα ιδιότυπα φωνητικά του ίδιου του Perry, που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Disco Devil. Στη συνέχεια, τρία πιο πρόσφατα κομμάτια που βασίζονται σε samples από το πρωτότυπο: το dub-funk Iron Shirt των Dreadzone [2005], το hip-hop Lucifer του Jay-Z [2003], αλλά και η rave προσέγγιση των Qemists [2006] (όπου σαμπλάρεται και το Jah Heavy Load του Ijahman) - πολύ καλύτερο στο είδος του από το αντιπαθητικό Out Of Space των Prodigy, κατά τη γνώμη μου.

29.1.09

Zion Train (Αν, 24.1.2008)

(Το παρακάτω ποστ ήταν να ανέβει νωρίτερα, αλλά ενέσκηψε στο μεταξύ ο Νικηταράς ο Δεντροφάγος...)

Μπαίνοντας στο Αν το Σάββατο βράδυ, με το που πλήρωνες το εισιτήριο, σου πατούσαν μια σφραγίδα στο χέρι (για την ελεύθερη είσοδο-έξοδο), που σε έκανε να αισθάνεσαι λίγο σαν ζώο κοπαδιού.

Κατεβαίνοντας, είχε ξεκινήσει το ιδιαίτερα ενδιαφέρον set του Professor Skank με live dub mixes σε δυνατούς roots ρυθμούς, που ενίοτε λοξοδρομούσαν προς το dancehall, αλλά και το drum’n’bass. Κακή στιγμή η εκτέλεση (δις) ενός ελληνικού rap-dancehall (στο ρυθμό του World-A-Music/Welcome to Jamrock) καταγγελτικού της κρατικής καταστολής, όχι λόγω του μηνύματος που ήθελε να μεταφέρει, αλλά εξαιτίας της απουσίας μιας κάποιας στιχουργικής ευρηματικότητας.

Οι Zion Train μπορεί να πήραν το όνομά τους από το ομώνυμο τραγούδι του Bob Marley, το μουσικό τους στίγμα όμως ήταν εξαρχής μακριά από την παραδοσιακή reggae. Ο ήχος τους διαμορφώθηκε ως το κράμα δύο underground τάσεων του μουσικού τοπίου των 90s. Της ανερχόμενης πειραματικής neo-dub σκηνής και της techno/rave κουλτούρας, αναμεμειγμένες συνήθως σε ισόποσες δόσεις. Έτσι, οι δίσκοι τους περιείχαν όλο το φάσμα των ήχων ξεκινώντας από το digi-roots dub και φτάνοντας στο minimalist techno, με μπόλικες στιγμές soulful γυναικείων φωνητικών από τη μόνιμη guest vocalist, ονόματι Molara. «Εγκέφαλος» πίσω από το σχήμα είναι ο Neil Perch (a.k.a. DJ Perch), ιδρυτής του label της Universal Egg, όπου βρήκαν στέγη αρκετά σχήματα συγγενών ήχων (στα οποία συχνά έκανε την παραγωγή ή συμμετείχε ως μέλος του αντίστοιχου side-project και ο ίδιος), όπως οι Extremadura, Power Steppers, Sounds From The Ground, Jah Free κ.ά.

Ανεβαίνοντας στη σκηνή γύρω στις 12, ο Perch πήρε θέση πίσω από τις κονσόλες, δύο μουσικοί αριστερά στα πνευστά (σαξόφωνο, τρομπέτα) και εξολοκλήρου υπεύθυνος για το dee-jaying ο γερμανός Dubdadda, όχι ακριβώς ο τύπος που έχεις στο μυαλό σου ως reggae MC.


Με ιδιαίτερα φιλική διάθεση, μας μίλησε μεταξύ άλλων για το πόσο κατανοεί και επιδοκιμάζει το πρόσφατο ξέσπασμα των νέων (μιλώντας, όπως μας είπε, ως πατέρας και παππούς), ενώ με αφορμή μια κοπέλα που κατέλαβε κάποια στιγμή τη σκηνή χορεύοντας και δεν έλεγε να κατέβει, μας πληροφόρησε χαμογελώντας “I see greek dubheads love beer. I don’t like beer, I love marijuana”.

Η επιλογή και εξέλιξη των κομματιών γινόταν με αρκετά αυτοσχεδιαστικό στυλ, τα πνευστά έκαναν συχνά περάσματα από roots classics μελωδίες (Swing Easy, Rockfort Rock, Satta, None a Jah Jah Children No Cry κ.ά.), και το μόνο στοιχείο που έμοιαζε να λείπει ήταν η παρουσία κάποιου vocalist (where was Molara?), καθώς παρότι το toasting/shouting δε σταμάτησε να βρίσκει ανταπόκριση στο κοινό, κάπου άρχιζε να κουράζει.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η συναυλία δεν ήταν ιδιαίτερα διασκεδαστική, με τη μπάντα να παραμένει στη σκηνή για περισσότερο από δύο ώρες. Ο ήχος άρχιζε να γίνεται σταδιακά όλο πιο σκληρός και techno, όσο πλησίαζε το τέλος, με αποκορύφωμα τα οργιαστικά ψηλά bpm του encore που προκάλεσαν χορευτικό αμόκ.

(Φωτογραφία από το avopolis.gr)

23.11.08

Το Head Charge στον Tony Allen

Ωραίος τίτλος, έτσι; Πάντοτε ήθελα να αναφερθώ στον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο - κατά το πρότυπο του Ιούλιου Καίσαρα και του Νομάρχη (π.χ. «ο Νομάρχης μιλάει πάντα καθαρά κι αντρίκεια») - και το blogging ήταν η μοναδική λύση!

Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση μπαίνοντας στο Fuzz στην αρχή της Βουλιαγμένης ήταν το πλήθος (μέτρησα γύρω στα 8) κορίτσια και αγόρια που σε ρωτούσαν «Καπνίζετε;». Όχι, δεν εκπροσωπούσαν κάποια πιλοτική αντικαπνιστική πρωτοβουλία, αλλά γνωστή μάρκα τσιγάρων με σύμβολο συμπαθές θηλαστικό της ερήμου. Ζωσμένα με δειγματολόγια-βιτρίνες σχεδόν στενοχωριούνταν όταν έπεφταν σε μη καπνιστές. Όπως μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς, μέχρι να ξεκινήσει η συναυλία (με την αναμενόμενη καθυστέρηση 1 ώρας και κάτι από τη θεωρητική ώρα έναρξης), ένα ντουμάνι πυκνού καπνού είχε κυκλώσει τον χώρο.

Η μπάντα του Tony Allen ήταν καταπληκτική. Δυστυχώς τα ονόματα των 4 μουσικών που τον συνόδευαν δεν έγιναν γνωστά σε κανένα δελτίο τύπου (ούτε κι ήταν εύκολο να βρεθούν με ένα γρήγορο ψάξιμο στο Γκουγκλ), υποθέτω πάντως ότι πρόκειται για μουσικούς που συμμετέχουν στον δίσκο που ηχογραφεί αυτήν την περίοδο και δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη.

Δύο λευκοί (μάλλον γαλλικής καταγωγής), ο ένας στα keyboards, ο άλλος - με cool σκούρα γυαλιά μονίμως φορεμένα - έχοντας αναλάβει την τρομπέτα, αλλά και τον ρόλο να «ξεσηκώσει» το κοινό χτυπώντας συνοδευτικά κρουστά (όπως το shekere) με αντίστοιχες χορευτικές κινήσεις. Δυο μαύροι με παρόμοια dreadlocks στο κεφάλι, ο ένας στην κιθάρα, ο άλλος στο μπάσο, αμφότεροι εξαιρετικοί players.

Ο ίδιος ο Tony Allen, πίσω από τα κρουστά του (επίσης με χαρακτηριστικά μεγάλα shades-καθρέφτες), επιβεβαίωσε το γεγονός ότι θεωρεί περιττή την κίνηση του σώματος την ώρα του drumming (αντιθέτως προτιμάει να είναι συγκεντρωμένος), αφήνοντας μόνο χέρια και πόδια να κάνουν τη δουλειά. Αυτό βέβαια καθόλου δε σήμαινε ότι έπαιζε ανέκφραστος, καθώς ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του κάθε φορά που το ενθουσιώδες κοινό συμμετείχε είτε χειροκροτώντας είτε κρατώντας τον ρυθμό. Με ιδιαίτερα low profile μιλούσε λίγο (και σιγανά) στην αρχή για να μας πει “let’s not talk and just play, OK?” και λίγο αργότερα “Please, keep the pipe down, OK?”.

Παρότι στις τελευταίες του συνεργασίες πειραματίστηκε με hip-hop και ενίοτε ηλεκτρονικούς ήχους, μας έπαιξε καθαρό afrobeat, πυκνό, funky και bass-heavy, με επαναλαμβανόμενες call-and-response φράσεις στα φωνητικά, όπως ακριβώς έγινε γνωστό από τους Nigeria 70 του Fela Kuti. Με ρεπερτόριο αποκλειστικά από τη solo πορεία του (γνώρισα τα Asiko, Kindness και Black Voices), άφησε χώρο στον ίδιο και στους μουσικούς του να σολάρουν, ενώ συχνά τα κομμάτια τέλειωναν (ή έφταναν σε κορύφωση) μέσα σε σχεδόν rock τζαμάρισμα. Μετά από μιάμιση ώρα η μπάντα αποχώρησε μέσα σε γενική αποθέωση, με όλους τους μουσικούς και ιδιαίτερα τον Tony να νιώθει συγκίνηση και να μας ευχαριστεί πολλαπλά, και τα πρόσωπα στο κοινό φωτεινά και ειλικρινά ευτυχισμένα.


Επιστροφή στη σκηνή για ένα encore (μια δεκάλεπτη-και-κάτι εκτέλεση του Ariya) και νέα έξοδος σε γενικό χειροκρότημα. Δεύτερο encore δεν υπήρξε (παρά τη νέα προσπάθεια).

Στα μικρά της συναυλίας (αυτά που συζητάς με τους φίλους σου και γελάς), ένας μεσήλικας τύπος με intellectual παρουσιαστικό (γυαλιά, μουσάκι κτλ), που κάθε τόσο έβγαζε έναν σπηλαιώδη βρυχηθμό «yeeeeeeeaahh!» (φανταστείτε τον Gerard Butler στους 300) με αποτέλεσμα τόσο να μας κοψοχολιάζει, αλλά και να με γεμίσει σάλια… Επίσης, η συνήθεια του να ανοίγεις κουβεντούλα - αν και παρατηρήθηκε σε μικρότερο βαθμό από ό,τι συνήθως - παραμένει ενοχλητική για τους διπλανούς, κι όχι, το ότι η μουσική είναι jazz (με την ευρεία έννοια του όρου) και mainly instrumental δε σημαίνει ότι μπορούμε ταυτόχρονα να λύνουμε και τα προσωπικά μας (καταραμένε Woody Allen!).

Εν ολίγοις, μια θαυμάσια συναυλία, από αυτές που χωρίς πολύ hype, αξίζουν και με το παραπάνω. Εφάμιλλη εκείνης των Manu Dibango & Ray Lema στον ίδιο χώρο (όταν λεγόταν Club 22), πριν από μερικά χρόνια.

(φωτογραφική δεν είχα μαζί μου - αυτή του κινητού είναι άθλια - οπότε μάλλον θα κλέψω τις φωτό από κανένα άλλο live review, όταν το πετύχω).
(update: φωτό από το avopolis)