26.11.12
22.9.11
10 snapshot videos of R.E.M.
1. Τον Nοέμβρη του 1983, σε μια αρκετά νέα εκπομπή του NBC με παρουσιαστή τον David Letterman, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην τηλεόραση μια σχετικά άγνωστη μπάντα από την Αθήνα της Georgia. Το ντεμπούτο τους “Murmur” έχει αποσπάσει εξαιρετικά θετικές κριτικές από τον μουσικό τύπο, χάρη στον ιδιόμορφο ήχο του και τη μυστηριακή, ερμητική στιχουργική του γραφή. Πρώτο single είναι το post-punk Radio Free Europe.
2. «Συναυλιακός χώρος Milton Keynes, 22 Ιουνίου 1985: Βρίσκομαι ψηλά πάνω από τη σκηνή κρεμασμένος στις σκαλωσιές απέναντι σε έναν καταιγιστικό άνεμο, με τη βροχή να πέφτει πάνω στο πρόσωπό μου σαν βελόνες. Ο λόγος που παίρνω αυτό το ρίσκο είναι απλούστατα επειδή προσπαθώ να έχω μια κάπως καλύτερη εικόνα των R.E.M. που παίζουν ζωντανά λίγα μέτρα κάτω μου. Βρέχει καταρρακτωδώς. Αλλά δεν είναι μόνο οι ουρανοί που έχουν ανοίξει, αλλά και το βαριεστημένο κοινό του φεστιβάλ που ανυπομονεί να δει τους U2 και κάνει επίσης τη ζωή δύσκολη στα support συγκροτήματα. Στις μπροστινές σειρές, πίνουν μπύρα μέσα από μεγάλα πλαστικά μπουκάλια, τα οποία στη συνέχεια γεμίζουν με κάτουρο και τα εκσφενδονίζουν στη σκηνή σε όποιο γκρουπ αποδοκιμάζουν, συμπεριλαμβανομένων των R.E.M. (…) O Peter Buck καταφέρνει να αποφύγει με σβελτάδα τα μπουκάλια που έρχονται προς το μέρος του, χωρίς να χάνει ούτε μια νότα. Αλλά ο Michael Stipe είναι ευάλωτος, όπως στέκεται ακλόνητος μπροστά από τη βάση του μικροφώνου. “Ω, σας ευχαριστώ πάρα πολύ,” λέει στο κοινό μετά από μια πολύ κοντινή βολή, “το καλοκαίρι στην Georgia δε μοιάζει καθόλου με αυτό εδώ.” Κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αλλά το κοινό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τους προσέξει, ειδικά εφόσον η πλειοψηφία των τραγουδιών του σετ προέρχεται από το καινούργιο τους άλμπουμ, που ελάχιστοι έχουν μέχρι στιγμής ακούσει. Η συναυλία απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επιτυχημένη.» Peter Hogan – The complete guide to the music of R.E.M. (Omnibus Press)
Όσο κι αν οι κριτικές στον τύπο εξακολουθούσαν να είναι διθυραμβικές, οι R.E.M. δεν έπαυαν να αποτελούν παγκοσμίως μια σχετικά άσημη μπάντα, που στην πρώτη της περιοδεία στην Αγγλία πολλές φορές δυσκολευόταν να παίξει σε club με ακροατήριο μεγαλύτερο των 100 ατόμων. Εδώ, κατά την προετοιμασία του τρίτου δίσκου τους “Fables of the Reconstruction,” προβάρουν ένα από τα καινούργια τους τραγούδια, το Driver 8.
3. Τα μουσικά βιντεοκλίπ για την προώθηση ενός δίσκου στην τηλεόραση θεωρούνταν τότε από τους R.E.M. μια πλαστή, ξεπερασμένη και ακατάλληλη μορφή επικοινωνίας με το κοινό τους. Έτσι, όποτε καλούνταν να πραγματοποιήσουν κάτι σχετικό για τη δισκογραφική τους εταιρεία, άλλοτε ξανάπαιζαν ζωντανά όλο το κομμάτι για τις ανάγκες της βιντεοσκόπησης (So. Central Rain) ή κατέφευγαν σε απλές, χαμηλού προϋπολογισμού, no-budget λύσεις, όπως στο κλασικό πλέον Fall On Me από το 1986 (βλ. επίσης μια εξαιρετική ανάρτηση σχετικά με αυτό το κομμάτι εδώ).
4. Σε ένα ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε το 1987 για την αναδυόμενη μουσική σκηνή της αμερικανικής Αθήνας, μαζί με συγκροτήματα όπως οι B-52's, οι Pylon και οι Flat Duo Jets, παρουσιάζονται και οι R.E.M. με ένα από τα πιο πρόσφατα τραγούδια τους, το εμπνευσμένο από τον αμερικανικό εμφύλιο Swan, Swan H.
5. Στην τελευταία τους κυκλοφορία στην IRS, (“Document”, 1987) οι R.E.M. κάνουν την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία στα charts με το The One I Love. Την επόμενη χρονιά υπογράφουν στην Warner Bros και ηχογραφούν το “Green”. Στο You Are The Everything, από τον δίσκο αυτό, ακούγεται για πρώτη φορά ένα μουσικό όργανο που σταδιακά θα καθιερωνόταν ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του μουσικού τους στίγματος: το μαντολίνο. Εδώ σε μια ζωντανή εκτέλεση στη βρετανική εκπομπή Our Common Future.
6. Το αξιοπερίεργο με τα δύο άλμπουμ που τους εκτόξευσαν στην παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή (“Out Of Time”, 1991 και “Automatic For The People”, 1992) ήταν το γεγονός ότι το γκρουπ, κουρασμένο από τις συνεχείς περιοδείες επί μία δεκαετία, αποφάσισε να μη δώσει συναυλίες μετά την κυκλοφορία τους, δοκιμάζοντας να εκμεταλλευτεί μέσα που έως τότε είχε απορρίψει, όπως τα «επαγγελματικά» βιντεοκλίπ και οι πολλές εμφανίσεις σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.
Μπορεί οι R.E.M. να έχουν σήμερα ουσιαστικά αποκηρύξει το Shiny Happy People, η συμμετοχή τους όμως στο παιδικό σόου Sesame Street με μια διασκευασμένη εκδοχή του κομματιού (Furry Happy Monsters) έδειχνε πως ακόμα κι αν η κριτική πως «είχαν ξεπουληθεί» σε πιο εμπορικά μονοπάτια είχε κάποια βάση, κατάφερναν να το κάνουν με πραγματικά πολύ ξεχωριστό στυλ.
7. Η αποχώρηση του drummer Bill Berry – όχι απλά από τους R.E.M., αλλά από κάθε επαγγελματική μουσική δραστηριότητα – μετά την ολοκλήρωση του “New Adventures In Hi-Fi” και λίγο καιρό έπειτα από μια δύσκολη περιπέτεια της υγείας του (κατέρρευσε λόγω εγκεφαλικού ανευρύσματος σε συναυλία το 1995), σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία των R.E.M. Συμπτωματικά, στο τελευταίο single τους με τον Berry στις τάξεις τους, ο ρυθμός των ντραμς αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται όλο το κομμάτι, στο θαυμάσιο How The West Was Won And Where It Got Us.
8. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της νεότερης αυτής φάσης των R.E.M. ως τριμελές σχήμα είναι και το Disappear από το παραγνωρισμένο “Reveal” του 2001, εδώ σε μία από τις ελάχιστες φορές που παίχτηκε ζωντανά (στο MTV unplugged).
9. Η επιστροφή τους σε έναν πολύ πιο δυναμικό rock ήχο και στην πολιτική διαμαρτυρία έκανε το “Accelerate” του 2008 έναν αναπάντεχα σπουδαίο δίσκο σε μια χρονική στιγμή που δεν το περίμενε κανείς. Το Mr. Richards από τα sessions της περιόδου αυτής, εδώ σε μια ακουστική εκτέλεση «εν κινήσει».
10. Για τον τελευταίο τους δίσκο – που δεν τους βρίσκει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους, χωρίς να είναι επ’ ουδενί κακός (there’s no such thing as a bad R.E.M. record) – γυρίστηκαν shortfilms από διαφορετικούς σκηνοθέτες για κάθε ένα κομμάτι του, σε μια διαδικασία που βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, την ώρα που το συγκρότημα ανακοίνωσε ομόφωνα τη διάλυσή του. Ο Stipe συμμετέχοντας κι ο ίδιος στο κλιπ του Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter μοιάζει κάπως να προεξοφλεί την εξέλιξη αυτή με το τελικό βλέμμα του στο ιδιόρρυθμο αυτό βίντεο, με guest την εκκεντρική Peaches.
2. «Συναυλιακός χώρος Milton Keynes, 22 Ιουνίου 1985: Βρίσκομαι ψηλά πάνω από τη σκηνή κρεμασμένος στις σκαλωσιές απέναντι σε έναν καταιγιστικό άνεμο, με τη βροχή να πέφτει πάνω στο πρόσωπό μου σαν βελόνες. Ο λόγος που παίρνω αυτό το ρίσκο είναι απλούστατα επειδή προσπαθώ να έχω μια κάπως καλύτερη εικόνα των R.E.M. που παίζουν ζωντανά λίγα μέτρα κάτω μου. Βρέχει καταρρακτωδώς. Αλλά δεν είναι μόνο οι ουρανοί που έχουν ανοίξει, αλλά και το βαριεστημένο κοινό του φεστιβάλ που ανυπομονεί να δει τους U2 και κάνει επίσης τη ζωή δύσκολη στα support συγκροτήματα. Στις μπροστινές σειρές, πίνουν μπύρα μέσα από μεγάλα πλαστικά μπουκάλια, τα οποία στη συνέχεια γεμίζουν με κάτουρο και τα εκσφενδονίζουν στη σκηνή σε όποιο γκρουπ αποδοκιμάζουν, συμπεριλαμβανομένων των R.E.M. (…) O Peter Buck καταφέρνει να αποφύγει με σβελτάδα τα μπουκάλια που έρχονται προς το μέρος του, χωρίς να χάνει ούτε μια νότα. Αλλά ο Michael Stipe είναι ευάλωτος, όπως στέκεται ακλόνητος μπροστά από τη βάση του μικροφώνου. “Ω, σας ευχαριστώ πάρα πολύ,” λέει στο κοινό μετά από μια πολύ κοντινή βολή, “το καλοκαίρι στην Georgia δε μοιάζει καθόλου με αυτό εδώ.” Κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αλλά το κοινό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τους προσέξει, ειδικά εφόσον η πλειοψηφία των τραγουδιών του σετ προέρχεται από το καινούργιο τους άλμπουμ, που ελάχιστοι έχουν μέχρι στιγμής ακούσει. Η συναυλία απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επιτυχημένη.» Peter Hogan – The complete guide to the music of R.E.M. (Omnibus Press)
Όσο κι αν οι κριτικές στον τύπο εξακολουθούσαν να είναι διθυραμβικές, οι R.E.M. δεν έπαυαν να αποτελούν παγκοσμίως μια σχετικά άσημη μπάντα, που στην πρώτη της περιοδεία στην Αγγλία πολλές φορές δυσκολευόταν να παίξει σε club με ακροατήριο μεγαλύτερο των 100 ατόμων. Εδώ, κατά την προετοιμασία του τρίτου δίσκου τους “Fables of the Reconstruction,” προβάρουν ένα από τα καινούργια τους τραγούδια, το Driver 8.
3. Τα μουσικά βιντεοκλίπ για την προώθηση ενός δίσκου στην τηλεόραση θεωρούνταν τότε από τους R.E.M. μια πλαστή, ξεπερασμένη και ακατάλληλη μορφή επικοινωνίας με το κοινό τους. Έτσι, όποτε καλούνταν να πραγματοποιήσουν κάτι σχετικό για τη δισκογραφική τους εταιρεία, άλλοτε ξανάπαιζαν ζωντανά όλο το κομμάτι για τις ανάγκες της βιντεοσκόπησης (So. Central Rain) ή κατέφευγαν σε απλές, χαμηλού προϋπολογισμού, no-budget λύσεις, όπως στο κλασικό πλέον Fall On Me από το 1986 (βλ. επίσης μια εξαιρετική ανάρτηση σχετικά με αυτό το κομμάτι εδώ).
4. Σε ένα ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε το 1987 για την αναδυόμενη μουσική σκηνή της αμερικανικής Αθήνας, μαζί με συγκροτήματα όπως οι B-52's, οι Pylon και οι Flat Duo Jets, παρουσιάζονται και οι R.E.M. με ένα από τα πιο πρόσφατα τραγούδια τους, το εμπνευσμένο από τον αμερικανικό εμφύλιο Swan, Swan H.
5. Στην τελευταία τους κυκλοφορία στην IRS, (“Document”, 1987) οι R.E.M. κάνουν την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία στα charts με το The One I Love. Την επόμενη χρονιά υπογράφουν στην Warner Bros και ηχογραφούν το “Green”. Στο You Are The Everything, από τον δίσκο αυτό, ακούγεται για πρώτη φορά ένα μουσικό όργανο που σταδιακά θα καθιερωνόταν ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του μουσικού τους στίγματος: το μαντολίνο. Εδώ σε μια ζωντανή εκτέλεση στη βρετανική εκπομπή Our Common Future.
6. Το αξιοπερίεργο με τα δύο άλμπουμ που τους εκτόξευσαν στην παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή (“Out Of Time”, 1991 και “Automatic For The People”, 1992) ήταν το γεγονός ότι το γκρουπ, κουρασμένο από τις συνεχείς περιοδείες επί μία δεκαετία, αποφάσισε να μη δώσει συναυλίες μετά την κυκλοφορία τους, δοκιμάζοντας να εκμεταλλευτεί μέσα που έως τότε είχε απορρίψει, όπως τα «επαγγελματικά» βιντεοκλίπ και οι πολλές εμφανίσεις σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.
Μπορεί οι R.E.M. να έχουν σήμερα ουσιαστικά αποκηρύξει το Shiny Happy People, η συμμετοχή τους όμως στο παιδικό σόου Sesame Street με μια διασκευασμένη εκδοχή του κομματιού (Furry Happy Monsters) έδειχνε πως ακόμα κι αν η κριτική πως «είχαν ξεπουληθεί» σε πιο εμπορικά μονοπάτια είχε κάποια βάση, κατάφερναν να το κάνουν με πραγματικά πολύ ξεχωριστό στυλ.
7. Η αποχώρηση του drummer Bill Berry – όχι απλά από τους R.E.M., αλλά από κάθε επαγγελματική μουσική δραστηριότητα – μετά την ολοκλήρωση του “New Adventures In Hi-Fi” και λίγο καιρό έπειτα από μια δύσκολη περιπέτεια της υγείας του (κατέρρευσε λόγω εγκεφαλικού ανευρύσματος σε συναυλία το 1995), σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία των R.E.M. Συμπτωματικά, στο τελευταίο single τους με τον Berry στις τάξεις τους, ο ρυθμός των ντραμς αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται όλο το κομμάτι, στο θαυμάσιο How The West Was Won And Where It Got Us.
8. Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της νεότερης αυτής φάσης των R.E.M. ως τριμελές σχήμα είναι και το Disappear από το παραγνωρισμένο “Reveal” του 2001, εδώ σε μία από τις ελάχιστες φορές που παίχτηκε ζωντανά (στο MTV unplugged).
9. Η επιστροφή τους σε έναν πολύ πιο δυναμικό rock ήχο και στην πολιτική διαμαρτυρία έκανε το “Accelerate” του 2008 έναν αναπάντεχα σπουδαίο δίσκο σε μια χρονική στιγμή που δεν το περίμενε κανείς. Το Mr. Richards από τα sessions της περιόδου αυτής, εδώ σε μια ακουστική εκτέλεση «εν κινήσει».
10. Για τον τελευταίο τους δίσκο – που δεν τους βρίσκει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους, χωρίς να είναι επ’ ουδενί κακός (there’s no such thing as a bad R.E.M. record) – γυρίστηκαν shortfilms από διαφορετικούς σκηνοθέτες για κάθε ένα κομμάτι του, σε μια διαδικασία που βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, την ώρα που το συγκρότημα ανακοίνωσε ομόφωνα τη διάλυσή του. Ο Stipe συμμετέχοντας κι ο ίδιος στο κλιπ του Alligator_Aviator_Autopilot_Antimatter μοιάζει κάπως να προεξοφλεί την εξέλιξη αυτή με το τελικό βλέμμα του στο ιδιόρρυθμο αυτό βίντεο, με guest την εκκεντρική Peaches.
μικρά (16)
-------------------------------------
«Είναι φανερό, το μέλημα ήταν και είναι ένα. Με την απολιτικοποίηση –και τη συνακόλουθη ηθικοποίηση– της πολιτικής αρνούμαστε πως είμαστε εμείς, σαν κατεστημένο πλέον, ο στόχος της αποδοκιμασίας και της βίας, πως είμαστε εμείς ο αποδέκτης της μούντζας και της ροχάλας, αφού εμείς είμαστε σήμερα εξουσία, ή το αξιοδάκρυτο πια: αεριστές και γλειφτρόνια της εξουσίας.»
Αυτή είναι η κατακλείδα του τελευταίου κειμένου («Όταν εμείς ανακαλύπταμε την ανομία...») που έστειλε ο Γιάννης Χάρης στα «Νέα», αλλά δε δημοσιεύτηκε ποτέ. Αντίθετα, ειδοποιήθηκε ότι, λόγω περικοπών, η συνεργασία τους θα διακοπεί. Προβοκατόρικο ερώτημα: πόσοι άραγε να αναγνώρισαν τους εαυτούς τους στα παραπάνω λόγια;
3.1.11
Come Down With Us
Τη συγκεκριμένη συλλογή την είχα γράψει κάπου εφτά χρόνια πριν˙ την ξέθαψα πρόσφατα και την ξανάκουσα, παίρνοντας έτσι την ιδέα να την ανεβάσω εδώ, μαζί με άλλες δύο ακόμη, κάπως σαν αντιστάθμισμα για το διάστημα της (έως τώρα και επερχόμενης) αναγκαστικής απουσίας μου από το μπλογκ και τις διαδικτυακές γειτονιές γενικότερα.
Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και πηγαίνοντας προς Βρετανία, με κάποιες στάσεις σε Καναδά, Ιρλανδία και Γαλλία, οι επιλογές των κομματιών μπορεί να μην αποτελούν τον ορισμό του σπάνιου ή ψαγμένου, φτιάχνουν όμως ένα ενδεικτικό soundtrack της μουσικής των late 90s - early 00s και καταγράφουν κάμποσες προσωπικές αδυναμίες.
Καλή χρονιά!

Come Down With Us (18 trks; 74m 41s)
Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και πηγαίνοντας προς Βρετανία, με κάποιες στάσεις σε Καναδά, Ιρλανδία και Γαλλία, οι επιλογές των κομματιών μπορεί να μην αποτελούν τον ορισμό του σπάνιου ή ψαγμένου, φτιάχνουν όμως ένα ενδεικτικό soundtrack της μουσικής των late 90s - early 00s και καταγράφουν κάμποσες προσωπικές αδυναμίες.
Καλή χρονιά!

Come Down With Us (18 trks; 74m 41s)
Strictly Roots Vol. 1
Η αγάπη του μπλογκ για τη reggae είναι μάλλον κάτι παραπάνω από γνωστή στους τακτικούς αναγνώστες του. Η παρακάτω συλλογή από roots στιγμές της δεκαετίας του '70 (με κατά βάση μινόρε κλίμακες, αργούς, βαρείς ρυθμούς και conscious θεματολογία) μπορεί να θεωρηθεί προέκταση ενός podcast σε μια παλιότερη ανάρτηση.
Αν τα τραγούδια της συλλογής σας αφήσουν ασυγκίνητους, μπορείτε να σβήσετε οριστικά τη reggae από τις επιλογές σας, εφόσον την έχετε δοκιμάσει στην αυθεντική μορφή της, πέρα από τα στερεότυπα της εύκολης, ελαφριάς, καλοκαιρινής μουσικής για ηλιοκαμένους τουρίστες.

Strictly Roots Vol. 1 (24 trks; 79m 28s)
Αν τα τραγούδια της συλλογής σας αφήσουν ασυγκίνητους, μπορείτε να σβήσετε οριστικά τη reggae από τις επιλογές σας, εφόσον την έχετε δοκιμάσει στην αυθεντική μορφή της, πέρα από τα στερεότυπα της εύκολης, ελαφριάς, καλοκαιρινής μουσικής για ηλιοκαμένους τουρίστες.

Strictly Roots Vol. 1 (24 trks; 79m 28s)
Select Cuts from Blood & Fire
Μέσα στην τριετία 2000-2002 η γερμανική εταιρεία Select Cuts (sub-label της Echo Beach) κυκλοφόρησε τρεις συλλογές (1,2,3) και μερικά δωδεκάιντσα με remix πάνω σε κλασικά κομμάτια από τον κατάλογο της Blood & Fire, της σημαντικότερης πιθανότατα εταιρείας επανέκδοσης reggae/dub δίσκων.
Οι συμμετέχοντες remixers προέρχονταν είτε από τον χώρο της κατά βάση βρετανικής neo-dub σκηνής (Groove Corporation, Dreadzone, Zion Train, Disciples), είτε ανήκαν σε σχήματα γνωστά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο (Leftfield, Apollo 440, The Orb, Stereo MCs), που ήταν δύσκολο να αντισταθούν στον πειρασμό του να πειραματιστούν πάνω σε standards των King Tubby, Yabby You, Gregory Isaacs, Horace Andy, Big Youth κ.ά., όπως επιλέχτηκαν μέσα από τις εκλεκτικές συλλογές της Blood & Fire.
Μετά το οριστικό κλείσιμο της γερμανικής EFA, υπεύθυνης για τη διανομή των δίσκων, οι συλλογές αυτές δεν κυκλοφορούν πλέον στα δισκοπωλεία. Παρακάτω, βρίσκεται μια επιλογή με highlights από τα συγκεκριμένα άλμπουμ – όπου συγκαταλέγονται, κατά τη γνώμη μου, κυρίως τα λιγότερο γνωστά γκρουπ – χρονικής διάρκειας ίσης με ένα CD.

Οι συμμετέχοντες remixers προέρχονταν είτε από τον χώρο της κατά βάση βρετανικής neo-dub σκηνής (Groove Corporation, Dreadzone, Zion Train, Disciples), είτε ανήκαν σε σχήματα γνωστά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο (Leftfield, Apollo 440, The Orb, Stereo MCs), που ήταν δύσκολο να αντισταθούν στον πειρασμό του να πειραματιστούν πάνω σε standards των King Tubby, Yabby You, Gregory Isaacs, Horace Andy, Big Youth κ.ά., όπως επιλέχτηκαν μέσα από τις εκλεκτικές συλλογές της Blood & Fire.
Μετά το οριστικό κλείσιμο της γερμανικής EFA, υπεύθυνης για τη διανομή των δίσκων, οι συλλογές αυτές δεν κυκλοφορούν πλέον στα δισκοπωλεία. Παρακάτω, βρίσκεται μια επιλογή με highlights από τα συγκεκριμένα άλμπουμ – όπου συγκαταλέγονται, κατά τη γνώμη μου, κυρίως τα λιγότερο γνωστά γκρουπ – χρονικής διάρκειας ίσης με ένα CD.

Select Cuts from Blood & Fire (15 trks; 78m 56s)
Ετικέτες
μουσική,
compilation,
dub,
electronica,
reggae
27.10.10
Present Arms
You got no job, you got no pay
Join the military, sign today
They'll send you off to fight on foreign shores
You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
They'll pay you to protect what isn't yours
You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
The uniformed hero shows no fear
The khaki ranks of flesh and steel
Learning how to smile and kill
They'll teach you to ignore the screams and tears
(UB40, Present Arms, 1981)
Μπορεί να μην πρόκειται και για τον πόλεμο των Φόκλαντς (με αφορμή τον οποίο γράφτηκε το παραπάνω κομμάτι των UB40), ο λόγος της εξαφάνισης μου όμως το επόμενο διάστημα θα ακούει στο όνομα «ελληνικός στρατός».
Arrivederci!
Join the military, sign today
They'll send you off to fight on foreign shores
You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
They'll pay you to protect what isn't yours
You'll be your mother's pride and joy
Her armed and dangerous golden boy
The uniformed hero shows no fear
The khaki ranks of flesh and steel
Learning how to smile and kill
They'll teach you to ignore the screams and tears
(UB40, Present Arms, 1981)
Μπορεί να μην πρόκειται και για τον πόλεμο των Φόκλαντς (με αφορμή τον οποίο γράφτηκε το παραπάνω κομμάτι των UB40), ο λόγος της εξαφάνισης μου όμως το επόμενο διάστημα θα ακούει στο όνομα «ελληνικός στρατός».
Arrivederci!
Ετικέτες
μουσική,
προσωπικές ιστορίες,
reggae,
videos
23.10.10
John Holloway: Η κραυγή

Πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος; Ίσως έχουμε σχηματίσει μια ασαφή ιδέα του: ένας κόσμος δικαιοσύνης, ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι θα μπορούν να σχετίζονται μεταξύ τους ως άνθρωποι και όχι ως πράγματα, ένας κόσμος στον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι διαμορφώνουν τη ζωή τους. Ωστόσο δεν χρειάζεται να έχουμε διαμορφώσει μια εικόνα του πώς θα ήταν ένας αληθινός κόσμος για να αισθανθούμε ότι αυτός που υπάρχει είναι ριζικά εσφαλμένος. Το ότι αισθανόμαστε πως ο κόσμος είναι άδικος δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε διαμορφώσει την εικόνα μιας ουτοπίας για να τον αντικαταστήσουμε. Ούτε σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε σχηματίσει μια ρομαντική ιδέα του τύπου «κάποια μέρα θα έρθει ο πρίγκιπας μου» που υπονοεί ότι -παρόλο που ο κόσμος είναι εσφαλμένος σήμερα- κάποια μέρα θα φτάσουμε σε έναν αληθινό κόσμο, στη γη της επαγγελίας, στο αίσιο τέλος. Δεν χρειαζόμαστε καμιά υπόσχεση αισίου τέλους για να δικαιολογήσουμε την απόρριψη ενός κόσμου που τον νιώθουμε εσφαλμένο.
Αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: η απόρριψη ενός κόσμου που αισθανόμαστε ότι είναι εσφαλμένος, η άρνηση ενός κόσμου που τον νιώθουμε αρνητικό. Από εκεί πρέπει να πιαστούμε.
Μάλιστα να «γαντζωθούμε», γιατί υπάρχουν τόσο πολλά που μπορούν να κατασιγάσουν την αρνητικότητά μας και να καταπνίξουν την κραυγή μας. Ο θυμός μας πυροδοτείται διαρκώς από την εμπειρία, αλλά κάθε προσπάθεια έκφρασης αυτού του θυμού προσκρούει πάνω σε έναν τοίχο φτιαγμένο από απορροφητικό βαμβάκι. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο πολλά επιχειρήματα, φαινομενικά αρκετά λογικά. Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να στρέψουν την κραυγή ενάντιά μας, να μας κοιτάξουν και να μας ρωτήσουν γιατί κραυγάζουμε. Μήπως οφείλεται στην ηλικία μας, στην κοινωνική μας προέλευση ή απλώς είμαστε τόσο αρνητικοί λόγω κάποιας ψυχολογικής δυσπροσαρμοστικότητας: Μήπως πεινάμε, μήπως δεν κοιμηθήκαμε καλά ή αισθανόμαστε απλώς εκνευρισμό πριν από την περίοδο; Μήπως δεν κατανοούμε πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος, τις πρακτικές δυσκολίες που εμποδίζουν την εφαρμογή ριζικών αλλαγών; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι είναι αντιεπιστημονικό να κραυγάζουμε;
Έτσι μας παρακινούν (και αισθανόμαστε και οι ίδιοι την ανάγκη) να μελετήσουμε την κοινωνία και να ανατρέξουμε στην κοινωνική και πολιτική θεωρία. Και τότε συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Όσο περισσότερο μελετάμε την κοινωνία, τόσο περισσότερο η αρνητικότητά μας αμβλύνεται ή παραμερίζεται ως άσχετη. Δεν υπάρχει χώρος για την κραυγή στον ακαδημαϊκό λόγο. Επιπλέον, η ακαδημαϊκή μελέτη μας παρέχει μία γλώσσα και έναν τρόπο σκέψης με τα οποία πολύ δύσκολα εκφράζουμε την κραυγή μας. Η κραυγή, αν εμφανιστεί, γίνεται αντιληπτή σαν κάτι που χρήζει εξήγησης, όχι σαν κάτι που πρέπει να αρθρωθεί. Από ερωτηματικό για την κοινωνία, η κραυγή καθίσταται αντικείμενο ανάλυσης. Γιατί κραυγάζουμε; Ή μάλλον -καθώς εμείς είμαστε πλέον κοινωνικοί επιστήμονες- γιατί αυτοί κραυγάζουν; Πώς εξηγούμε την κοινωνική εξέγερση, την κοινωνική δυσαρέσκεια; Η κραυγή ακυρώνεται συστηματικά με την αναγωγή στα συμφραζόμενα της. Οι άνθρωποι κραυγάζουν λόγω των βρεφικών εμπειριών τους, λόγω της μοντερνιστικής σύλληψης περί υποκειμένου, λόγω της ανθυγιεινής τους διατροφής, λόγω της εξασθένησης των οικογενειακών δομών: όλες αυτές οι εξηγήσεις υποστηρίζονται από στατιστικά τεκμηριωμένες έρευνες. Η ύπαρξη της κραυγής δεν αμφισβητείται ολοκληρωτικά, αλλά στερείται κάθε εγκυρότητας. Καθώς αποχωρίζεται από το «εμείς» και προβάλλεται σε ένα «αυτοί», η κραυγή αποκλείεται από την επιστημονική μέθοδο. Όταν γινόμαστε κοινωνικοί επιστήμονες, μαθαίνουμε πως, για να κατανοήσουμε, πρέπει να επιδιώξουμε την αντικειμενικότητα, να αφήσουμε κατά μέρος τα αισθήματα μας. Δεν είναι τόσο το τι μαθαίνουμε, αλλά το πώς το μαθαίνουμε που φαίνεται να καταπνίγει την κραυγή μας. Πρόκειται για μια ολόκληρη δομή σκέψης που μας αφοπλίζει.
Ωστόσο τίποτε απ' όσα προκάλεσαν την αρχική μας οργή δεν έχει εξαφανιστεί. Ίσως μάθαμε πως όσα μας εξοργίζουν σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρη ενός συστήματος κοινωνικής κυριαρχίας, αλλά κατά κάποιο τρόπο η αρνητικότητά μας εξαλείφθηκε. Και όμως η φρίκη του κόσμου συνεχίζεται. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να επιδοθούμε σε ένα επιστημονικό ταμπού: να κραυγάσουμε σαν παιδιά, να υψώσουμε την κραυγή πάνω απ' όλες τις δομικές εξηγήσεις και να πούμε: «Δεν μας ενδιαφέρει η ψυχιατρική διάγνωση, δεν μας ενδιαφέρει εάν η υποκειμενικότητα μας είναι μια κοινωνική κατασκευή: αυτή είναι η κραυγή μας, αυτός είναι ο πόνος μας, αυτά είναι τα δάκρυα μας. Δεν θα επιτρέψουμε να μετριαστεί η οργή μας από την πραγματικότητα, αντίθετα η πραγματικότητα πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην κραυγή μας. Πείτε ότι κάνουμε σαν παιδιά ή σαν έφηβοι, αλλά αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: κραυγάζουμε».
John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία (Το νόημα της επανάστασης σήμερα), μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας
Αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: η απόρριψη ενός κόσμου που αισθανόμαστε ότι είναι εσφαλμένος, η άρνηση ενός κόσμου που τον νιώθουμε αρνητικό. Από εκεί πρέπει να πιαστούμε.
Μάλιστα να «γαντζωθούμε», γιατί υπάρχουν τόσο πολλά που μπορούν να κατασιγάσουν την αρνητικότητά μας και να καταπνίξουν την κραυγή μας. Ο θυμός μας πυροδοτείται διαρκώς από την εμπειρία, αλλά κάθε προσπάθεια έκφρασης αυτού του θυμού προσκρούει πάνω σε έναν τοίχο φτιαγμένο από απορροφητικό βαμβάκι. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με τόσο πολλά επιχειρήματα, φαινομενικά αρκετά λογικά. Υπάρχουν τόσοι τρόποι για να στρέψουν την κραυγή ενάντιά μας, να μας κοιτάξουν και να μας ρωτήσουν γιατί κραυγάζουμε. Μήπως οφείλεται στην ηλικία μας, στην κοινωνική μας προέλευση ή απλώς είμαστε τόσο αρνητικοί λόγω κάποιας ψυχολογικής δυσπροσαρμοστικότητας: Μήπως πεινάμε, μήπως δεν κοιμηθήκαμε καλά ή αισθανόμαστε απλώς εκνευρισμό πριν από την περίοδο; Μήπως δεν κατανοούμε πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος, τις πρακτικές δυσκολίες που εμποδίζουν την εφαρμογή ριζικών αλλαγών; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι είναι αντιεπιστημονικό να κραυγάζουμε;
Έτσι μας παρακινούν (και αισθανόμαστε και οι ίδιοι την ανάγκη) να μελετήσουμε την κοινωνία και να ανατρέξουμε στην κοινωνική και πολιτική θεωρία. Και τότε συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο. Όσο περισσότερο μελετάμε την κοινωνία, τόσο περισσότερο η αρνητικότητά μας αμβλύνεται ή παραμερίζεται ως άσχετη. Δεν υπάρχει χώρος για την κραυγή στον ακαδημαϊκό λόγο. Επιπλέον, η ακαδημαϊκή μελέτη μας παρέχει μία γλώσσα και έναν τρόπο σκέψης με τα οποία πολύ δύσκολα εκφράζουμε την κραυγή μας. Η κραυγή, αν εμφανιστεί, γίνεται αντιληπτή σαν κάτι που χρήζει εξήγησης, όχι σαν κάτι που πρέπει να αρθρωθεί. Από ερωτηματικό για την κοινωνία, η κραυγή καθίσταται αντικείμενο ανάλυσης. Γιατί κραυγάζουμε; Ή μάλλον -καθώς εμείς είμαστε πλέον κοινωνικοί επιστήμονες- γιατί αυτοί κραυγάζουν; Πώς εξηγούμε την κοινωνική εξέγερση, την κοινωνική δυσαρέσκεια; Η κραυγή ακυρώνεται συστηματικά με την αναγωγή στα συμφραζόμενα της. Οι άνθρωποι κραυγάζουν λόγω των βρεφικών εμπειριών τους, λόγω της μοντερνιστικής σύλληψης περί υποκειμένου, λόγω της ανθυγιεινής τους διατροφής, λόγω της εξασθένησης των οικογενειακών δομών: όλες αυτές οι εξηγήσεις υποστηρίζονται από στατιστικά τεκμηριωμένες έρευνες. Η ύπαρξη της κραυγής δεν αμφισβητείται ολοκληρωτικά, αλλά στερείται κάθε εγκυρότητας. Καθώς αποχωρίζεται από το «εμείς» και προβάλλεται σε ένα «αυτοί», η κραυγή αποκλείεται από την επιστημονική μέθοδο. Όταν γινόμαστε κοινωνικοί επιστήμονες, μαθαίνουμε πως, για να κατανοήσουμε, πρέπει να επιδιώξουμε την αντικειμενικότητα, να αφήσουμε κατά μέρος τα αισθήματα μας. Δεν είναι τόσο το τι μαθαίνουμε, αλλά το πώς το μαθαίνουμε που φαίνεται να καταπνίγει την κραυγή μας. Πρόκειται για μια ολόκληρη δομή σκέψης που μας αφοπλίζει.
Ωστόσο τίποτε απ' όσα προκάλεσαν την αρχική μας οργή δεν έχει εξαφανιστεί. Ίσως μάθαμε πως όσα μας εξοργίζουν σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρη ενός συστήματος κοινωνικής κυριαρχίας, αλλά κατά κάποιο τρόπο η αρνητικότητά μας εξαλείφθηκε. Και όμως η φρίκη του κόσμου συνεχίζεται. Γι' αυτό είναι απαραίτητο να επιδοθούμε σε ένα επιστημονικό ταμπού: να κραυγάσουμε σαν παιδιά, να υψώσουμε την κραυγή πάνω απ' όλες τις δομικές εξηγήσεις και να πούμε: «Δεν μας ενδιαφέρει η ψυχιατρική διάγνωση, δεν μας ενδιαφέρει εάν η υποκειμενικότητα μας είναι μια κοινωνική κατασκευή: αυτή είναι η κραυγή μας, αυτός είναι ο πόνος μας, αυτά είναι τα δάκρυα μας. Δεν θα επιτρέψουμε να μετριαστεί η οργή μας από την πραγματικότητα, αντίθετα η πραγματικότητα πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην κραυγή μας. Πείτε ότι κάνουμε σαν παιδιά ή σαν έφηβοι, αλλά αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: κραυγάζουμε».
John Holloway, Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία (Το νόημα της επανάστασης σήμερα), μτφ. Άννα Χόλογουεη, εκδ. Σαββάλας
16.10.10
Ξένοι στην ίδια πόλη
Η εφημερίδα «Ποντίκι» διοργάνωσε πρόσφατα έναν διαγωνισμό κόμικς με γενικό τίτλο «Ξένοι στην ίδια πόλη», κεντρική ιδέα που κάθε σχεδιαστής μπορούσε να επεξεργαστεί ελεύθερα. Δεκαεφτά από τις συμμετοχές (3 βραβεία, 3 ειδικές διακρίσεις και 11 έπαινοι) δημοσιεύτηκαν σε ειδικό συνοδευτικό ένθετο τον περασμένο μήνα.
Αυτή η αυτοβιογραφική διήγηση μιας δασκάλας σε διαπολιτισμικό σχολείο ήταν η ιστορία που μου άρεσε περισσότερο:



Αυτή η αυτοβιογραφική διήγηση μιας δασκάλας σε διαπολιτισμικό σχολείο ήταν η ιστορία που μου άρεσε περισσότερο:
(κλικ στις σελίδες για μεγέθυνση)



12.10.10
Dub Syndicate - More Dub
Με αφορμή την κυκλοφορία της διπλής συλλογής-ανασκόπησης της πορείας των Dub Syndicate με τίτλο "The Royal Variety Show - The Best of Dub Syndicate", ακολουθεί ένα podcast με αποσπάσματα από 10 κομμάτια που δεν συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή.

Το ξεκίνημα γίνεται με ένα track ("Humourless Journalist Works To Rules") από το ντεμπούτο τους ("Pounding System") με τον βαρύ, στεγνό και ογκώδη dub ήχο του, επηρεασμένο από τις αντίστοιχες παραγωγές των χιουμοριστικών pseudo-concept δίσκων του Scientist στην Greensleeves την ίδια περίοδο. Καθώς το dub σταδιακά εγκαταλείπεται από τη χώρα καταγωγής του κατά τη διάρκεια της dancehall-crazed δεκαετίας του '80, το συνεργατικό σχήμα των Scott-Sherwood βρίσκει ακολούθως την ευκαιρία να πειραματιστεί με νέες τεχνικές σε αδοκίμαστες ως τότε προσμίξεις. Το "Ravi Shankar" με τον χαρακτηριστικό ήχο του sitar emulator αποτελεί εδώ και κάτι παραπάνω από δύο δεκαετίες το εισαγωγικό σήμα της μακροβιότερης εξωτερικής παραγωγής του BBC Radio Lancashire (της εκπομπής On The Wire του Steve Barker), ενώ στο "No Alternative" η σαμπλαρισμένη φωνή της Margaret Thatcher ("there is no alternative but to fight, all other roads are shut off") περασμένη μέσα από παραμορφωτικό φίλτρο αναποδογυρίζει νοηματικά για να μετατραπεί σε κάλεσμα αγωνιστικής αντίστασης.
Από τη δεκαετία του '90, περιλαμβάνεται μια διασκευή του Bim Sherman στο "Can't Take It Easy" του Gregory Isaacs, μια συνεργασία με τον αμερικανό rapper των Spearhead, Michael Franti ("No No") και τρεις πιο κλασικές dubwise στιγμές στο βραδυφλεγές "African Landing", το δυναμικό "Jamaican Jig" και το ανορθόδοξο beat του "Wake Up" (με vocal samples από Big Youth). Σε δύο επιλογές από τους πιο πρόσφατους δίσκους τους, ο dancehall-don Capleton βρίσκεται στα καλύτερά του στο "Time" και ο Cedric Myton των ιστορικών Congos προσθέτει το χαρακτηριστικό falsetto του σε μια πιο roots στιγμή ("No Bed Of Roses").
Listen & enjoy:
1. Humourless Journalist Works To Rules
2. Ravi Shankar Pt. 1
3. No Alternative (But To Fight)
4. Can't Take It Easy [ft. Bim Sherman]
5. No No [ft. Michael Franti]
6. African Landing
7. Jamaican Jig
8. Wake Up
9. Time [ft. Capleton]
10. No Bed Of Roses [ft. Cedric Myton]

Το ξεκίνημα γίνεται με ένα track ("Humourless Journalist Works To Rules") από το ντεμπούτο τους ("Pounding System") με τον βαρύ, στεγνό και ογκώδη dub ήχο του, επηρεασμένο από τις αντίστοιχες παραγωγές των χιουμοριστικών pseudo-concept δίσκων του Scientist στην Greensleeves την ίδια περίοδο. Καθώς το dub σταδιακά εγκαταλείπεται από τη χώρα καταγωγής του κατά τη διάρκεια της dancehall-crazed δεκαετίας του '80, το συνεργατικό σχήμα των Scott-Sherwood βρίσκει ακολούθως την ευκαιρία να πειραματιστεί με νέες τεχνικές σε αδοκίμαστες ως τότε προσμίξεις. Το "Ravi Shankar" με τον χαρακτηριστικό ήχο του sitar emulator αποτελεί εδώ και κάτι παραπάνω από δύο δεκαετίες το εισαγωγικό σήμα της μακροβιότερης εξωτερικής παραγωγής του BBC Radio Lancashire (της εκπομπής On The Wire του Steve Barker), ενώ στο "No Alternative" η σαμπλαρισμένη φωνή της Margaret Thatcher ("there is no alternative but to fight, all other roads are shut off") περασμένη μέσα από παραμορφωτικό φίλτρο αναποδογυρίζει νοηματικά για να μετατραπεί σε κάλεσμα αγωνιστικής αντίστασης.
Από τη δεκαετία του '90, περιλαμβάνεται μια διασκευή του Bim Sherman στο "Can't Take It Easy" του Gregory Isaacs, μια συνεργασία με τον αμερικανό rapper των Spearhead, Michael Franti ("No No") και τρεις πιο κλασικές dubwise στιγμές στο βραδυφλεγές "African Landing", το δυναμικό "Jamaican Jig" και το ανορθόδοξο beat του "Wake Up" (με vocal samples από Big Youth). Σε δύο επιλογές από τους πιο πρόσφατους δίσκους τους, ο dancehall-don Capleton βρίσκεται στα καλύτερά του στο "Time" και ο Cedric Myton των ιστορικών Congos προσθέτει το χαρακτηριστικό falsetto του σε μια πιο roots στιγμή ("No Bed Of Roses").
Listen & enjoy:
1. Humourless Journalist Works To Rules
2. Ravi Shankar Pt. 1
3. No Alternative (But To Fight)
4. Can't Take It Easy [ft. Bim Sherman]
5. No No [ft. Michael Franti]
6. African Landing
7. Jamaican Jig
8. Wake Up
9. Time [ft. Capleton]
10. No Bed Of Roses [ft. Cedric Myton]
8.10.10
μικρά (15)
Ερμηνείες
«Όταν ο Πρωθυπουργός αναφερόταν τότε όσο ήταν στην αντιπολίτευση ότι "υπάρχουν λεφτά", εννοούσε ότι "που πήγαν τα λεφτά;"» (Χ. Παμπούκης στο Mega, βλ. 07m36s)
Ακολουθεί απόπειρα διασαφηνιστικής ερμηνείας μιας πρόσφατης ομιλίας του Πρωθυπουργού:
«Αλλά ανοίγει και ένας νέος, ο κύκλος των μεγάλων, των επαναστατικών θα μπορούσε να πει κανείς, των αυτονόητων αλλαγών για την Ελλάδα. Ο κύκλος εκείνων των αυτονόητων αλλαγών, που θα οδηγήσουν την πατρίδα μας, όχι απλώς έξω από την κρίση, αλλά θα την προστατέψουν και από κάθε είδους νέα κρίση στο μέλλον, σε έναν κόσμο που εξελίσσεται, αλλάζει και έχει νέες προκλήσεις, καθώς και σε ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης, ενός κράτους δικαίου και ευνομίας και μιας κοινωνίας ανθρώπινης».
+re-post: Οι ανήλικοι «τρομοκράτες» της Λάρισας
Ο Καραγκιόζης διαφθορέας
Από τη στιγμή που η ελεεινολόγηση της κατάπτυστης «ελληνικής νοοτροπίας»* αποτελεί πλέον το κυρίαρχο μοντέλο ανάλυσης της οικονομικής κρίσης, η διάχυση της συλλογικής ενοχής φαίνεται να ξεπερνάει την απλή επιδίωξη εμπέδωσης των επωδών «όλοι φταίμε», «μαζί τα φάγαμε», για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι σωτηρία κατά συνέπεια μπορεί να έρθει μόνο από τους αμόλυντους εξωτερικούς παρατηρητές-εισηγητές μεταρρυθμίσεων και τους πολιτικούς εκείνους που βρίσκονται μακριά από την ρυπαρή και αθεράπευτα ανατολίτικη βαθιά ντόπια κουλτούρα. Αυτοί αποτελούν τη νέα πεφωτισμένη ελίτ, που μακριά από «αγκυλώσεις του παρελθόντος» αγωνίζονται σκληρά να μας «γλιτώσουν από τον εαυτό μας».
Από την πληθώρα των σχετικών αρθρογραφιών, ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εκείνη του συντάκτη του Βήματος, Γιάννη Μαρίνου. Για τα περίφημα «αποκαλυπτικά κείμενα των Οξυρρύγχειων Παπύρων του Ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Άπιου», που αποδεικνύουν υποτίθεται περίτρανα το αιώνια αναλλοίωτο του παθολογικού χαρακτήρα των Ελλήνων πολιτών, έγραψε σχετικά εδώ κι εδώ ο Νίκος Σαραντάκος. Το πλέον αστείο όμως – πιθανότατα και λόγω του παθιασμένα καταγγελτικού ύφους του – από τα άρθρα της ίδιας περιόδου είναι εκείνο που υποδεικνύει και καυτηριάζει ένα πρόσωπο-«συμπύκνωση μερικών από τα πιο απεχθή και χυδαία ελαττώματα που γέννησε η ανθρώπινη ψυχή»: τον Καραγκιόζη του Θεάτρου Σκιών, αυτό το «βρωμερό υποκείμενο»!
Τεμπέλης, απατεώνας, άξεστος, βρωμιάρης, «στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί επισήμως ως πρότυπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών μας. Με τέτοια καραγκιοζιλίκια δεν είναι περίεργο πώς καταντήσαμε ο παρίας των πολιτισμένων εθνών και αυστηρά εποπτευόμενος λαός ως κατ' επάγγελμα απατεώνας και διεφθαρμένος».
Ας ξεχάσουμε λοιπόν οριστικά τον ήρωα που με το ανήθικο πρότυπό του κατέστρεψε τόσες γενιές Ελλήνων, γαλουχημένων από μικρή ηλικία στο διεφθαρμένο του σύμπαν. Ωστόσο, για όλους αυτούς υπάρχει ακόμη μια ελπίδα: μέσα στο εξαχρειωμένο καραγκιοζικό περιβάλλον διασώζεται κάποιος χαρακτήρας με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για τον «καλοκάγαθο και ανιδιοτελή φίλο του Καραγκιόζη, Χατζηαβάτη», όπως τον περιγράφει αυτολεξεί ο αρθρογράφος.
Η χώρα μας πρέπει να βασιστεί στα παιδιά εκείνα που από μικρά ταυτίζονταν με τον συγκεκριμένο ήρωα. Με τον Χατζηαβάτη οδηγό, είναι βέβαιο ότι το μέλλον τους ανήκει. Άλλωστε, τι παραπάνω από αγνή και άδολη ανιδιοτέλεια μπορεί να κρύβει η γνωστή ρήση προς τον Πασά: «Ο Θεός να μου κόβει χρόνια και να σας δίνει μέρες, Άρχοντά μου»;
«Όταν ο Πρωθυπουργός αναφερόταν τότε όσο ήταν στην αντιπολίτευση ότι "υπάρχουν λεφτά", εννοούσε ότι "που πήγαν τα λεφτά;"» (Χ. Παμπούκης στο Mega, βλ. 07m36s)
****************
Ακολουθεί απόπειρα διασαφηνιστικής ερμηνείας μιας πρόσφατης ομιλίας του Πρωθυπουργού:
«Αλλά ανοίγει και ένας νέος, ο κύκλος των μεγάλων, των επαναστατικών θα μπορούσε να πει κανείς, των αυτονόητων αλλαγών για την Ελλάδα. Ο κύκλος εκείνων των αυτονόητων αλλαγών, που θα οδηγήσουν την πατρίδα μας, όχι απλώς έξω από την κρίση, αλλά θα την προστατέψουν και από κάθε είδους νέα κρίση στο μέλλον, σε έναν κόσμο που εξελίσσεται, αλλάζει και έχει νέες προκλήσεις, καθώς και σε ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης, ενός κράτους δικαίου και ευνομίας και μιας κοινωνίας ανθρώπινης».
****************
+re-post: Οι ανήλικοι «τρομοκράτες» της Λάρισας
Ο Καραγκιόζης διαφθορέαςΑπό τη στιγμή που η ελεεινολόγηση της κατάπτυστης «ελληνικής νοοτροπίας»* αποτελεί πλέον το κυρίαρχο μοντέλο ανάλυσης της οικονομικής κρίσης, η διάχυση της συλλογικής ενοχής φαίνεται να ξεπερνάει την απλή επιδίωξη εμπέδωσης των επωδών «όλοι φταίμε», «μαζί τα φάγαμε», για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι σωτηρία κατά συνέπεια μπορεί να έρθει μόνο από τους αμόλυντους εξωτερικούς παρατηρητές-εισηγητές μεταρρυθμίσεων και τους πολιτικούς εκείνους που βρίσκονται μακριά από την ρυπαρή και αθεράπευτα ανατολίτικη βαθιά ντόπια κουλτούρα. Αυτοί αποτελούν τη νέα πεφωτισμένη ελίτ, που μακριά από «αγκυλώσεις του παρελθόντος» αγωνίζονται σκληρά να μας «γλιτώσουν από τον εαυτό μας».
Από την πληθώρα των σχετικών αρθρογραφιών, ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι εκείνη του συντάκτη του Βήματος, Γιάννη Μαρίνου. Για τα περίφημα «αποκαλυπτικά κείμενα των Οξυρρύγχειων Παπύρων του Ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Άπιου», που αποδεικνύουν υποτίθεται περίτρανα το αιώνια αναλλοίωτο του παθολογικού χαρακτήρα των Ελλήνων πολιτών, έγραψε σχετικά εδώ κι εδώ ο Νίκος Σαραντάκος. Το πλέον αστείο όμως – πιθανότατα και λόγω του παθιασμένα καταγγελτικού ύφους του – από τα άρθρα της ίδιας περιόδου είναι εκείνο που υποδεικνύει και καυτηριάζει ένα πρόσωπο-«συμπύκνωση μερικών από τα πιο απεχθή και χυδαία ελαττώματα που γέννησε η ανθρώπινη ψυχή»: τον Καραγκιόζη του Θεάτρου Σκιών, αυτό το «βρωμερό υποκείμενο»!
Τεμπέλης, απατεώνας, άξεστος, βρωμιάρης, «στην Ελλάδα έχει υιοθετηθεί επισήμως ως πρότυπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών μας. Με τέτοια καραγκιοζιλίκια δεν είναι περίεργο πώς καταντήσαμε ο παρίας των πολιτισμένων εθνών και αυστηρά εποπτευόμενος λαός ως κατ' επάγγελμα απατεώνας και διεφθαρμένος».
Ας ξεχάσουμε λοιπόν οριστικά τον ήρωα που με το ανήθικο πρότυπό του κατέστρεψε τόσες γενιές Ελλήνων, γαλουχημένων από μικρή ηλικία στο διεφθαρμένο του σύμπαν. Ωστόσο, για όλους αυτούς υπάρχει ακόμη μια ελπίδα: μέσα στο εξαχρειωμένο καραγκιοζικό περιβάλλον διασώζεται κάποιος χαρακτήρας με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για τον «καλοκάγαθο και ανιδιοτελή φίλο του Καραγκιόζη, Χατζηαβάτη», όπως τον περιγράφει αυτολεξεί ο αρθρογράφος.
Η χώρα μας πρέπει να βασιστεί στα παιδιά εκείνα που από μικρά ταυτίζονταν με τον συγκεκριμένο ήρωα. Με τον Χατζηαβάτη οδηγό, είναι βέβαιο ότι το μέλλον τους ανήκει. Άλλωστε, τι παραπάνω από αγνή και άδολη ανιδιοτέλεια μπορεί να κρύβει η γνωστή ρήση προς τον Πασά: «Ο Θεός να μου κόβει χρόνια και να σας δίνει μέρες, Άρχοντά μου»;
22.9.10
Ποπ + Ροκ: 200 δίσκοι για 200 τεύχη (1978-1995)
Όταν οι πληροφορίες γύρω από τη μουσική ήταν ακόμη σχετικά περιορισμένες και δυσπρόσιτες, με βασικές πηγές κανάλια όπως το MTV, το εμπορικό ραδιόφωνο και απόψεις φίλων και γνωστών, η συμβολή των μουσικών περιοδικών ήταν ανεκτίμητη.
Το πρώτο τεύχος του Ποπ + Ροκ που αγόρασα ήταν εκείνο του Απριλίου του 1995 με την PJ Harvey στο εξώφυλλο. Έκτοτε το έπαιρνα τακτικά κάθε μήνα (όπως και το σχετικά σύντομης διάρκειας αδελφάκι του "Zoo", με θεματολογία και αισθητική αντίστοιχη του βρετανικού Mojo), μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας, όταν έπειτα από αρκετές αλλοπρόσαλλες προσπάθειες για αλλαγή ταυτότητας και αποτυχημένα φλερτ με το –κακώς εννοούμενο– lifestyle, κατέληξε σκιά του παλιού του εαυτού.
Στην καλύτερη φάση του, υπό τη διεύθυνση του Μάρκου Φράγκου, διέθετε ένα ξεχωριστό επιτελείο συντακτών: ο ειδικευμένος στους «μαύρους» ήχους, αυστηρός αλλά πάντοτε τεκμηριωμένος και χιουμοριστικός Θανάσης Βούτσινος, ο ιδιαίτερα εμπνευσμένος στη γραφή Νίκος Μποζινάκης, ο ενθουσιώδης μέσα-σε-όλα-τα-είδη Μάνος Μπούρας, ο γενικών καθηκόντων και ευαίσθητος Σπήλιος Λαμπρόπουλος, ο πιστός του ηλεκτρονικού πειραματισμού Τάσος Μαρούγκας και αρκετοί ακόμη.
Το καλοκαίρι του 1995 –ακόμη μαθητής Γυμνασίου– πήρα στα χέρια μου το διπλό επετειακό τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου, όπου με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 τευχών του Ποπ + Ροκ, υπήρχε μια λίστα-οδηγός με τους 200 δίσκους «που απασχόλησαν περισσότερο τις σελίδες του περιοδικού» από το πρώτο τεύχος του 1978 μέχρι τα μέσα του 1995. Ξεφυλλίζοντας κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν αυτά τα παλιά περιοδικά, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ τη λίστα, χάρη στην οποία ήρθα τότε σε επαφή με πολλά καινούργια άγνωστα ονόματα και προτάσεις δίσκων, στη λογική του «να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι».
Ο διευθυντής του Ποπ + Ροκ, που προλογίζει αυτό το αφιέρωμα, γράφει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο προσωπικό του μπλογκ, με αφορμή το κλείσιμο ενός άλλου έντυπου, ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά και αποκαρδιωμένο κείμενο για την εμπειρία του να κυκλοφορείς ειδικευμένα μουσικά περιοδικά στην εποχή των ευρυζωνικών συνδέσεων και της διαδικτυακής πληροφόρησης, σημειώνοντας ενδεικτικά πως αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα αφορούσε πλέον «μοναχικούς ρομαντικούς που "χειρουργούσαμε" το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι».
Η παρακάτω αναδημοσίευση ας θεωρηθεί φόρος τιμής σε μια εποχή που ο μουσικός τύπος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.
(Με ένα κλικ οι εικόνες μεγαλώνουν ή εναλλακτικά, εδώ βρίσκεται ολόκληρο σε μορφή pdf)


Το πρώτο τεύχος του Ποπ + Ροκ που αγόρασα ήταν εκείνο του Απριλίου του 1995 με την PJ Harvey στο εξώφυλλο. Έκτοτε το έπαιρνα τακτικά κάθε μήνα (όπως και το σχετικά σύντομης διάρκειας αδελφάκι του "Zoo", με θεματολογία και αισθητική αντίστοιχη του βρετανικού Mojo), μέχρι τις αρχές της νέας χιλιετίας, όταν έπειτα από αρκετές αλλοπρόσαλλες προσπάθειες για αλλαγή ταυτότητας και αποτυχημένα φλερτ με το –κακώς εννοούμενο– lifestyle, κατέληξε σκιά του παλιού του εαυτού.
Στην καλύτερη φάση του, υπό τη διεύθυνση του Μάρκου Φράγκου, διέθετε ένα ξεχωριστό επιτελείο συντακτών: ο ειδικευμένος στους «μαύρους» ήχους, αυστηρός αλλά πάντοτε τεκμηριωμένος και χιουμοριστικός Θανάσης Βούτσινος, ο ιδιαίτερα εμπνευσμένος στη γραφή Νίκος Μποζινάκης, ο ενθουσιώδης μέσα-σε-όλα-τα-είδη Μάνος Μπούρας, ο γενικών καθηκόντων και ευαίσθητος Σπήλιος Λαμπρόπουλος, ο πιστός του ηλεκτρονικού πειραματισμού Τάσος Μαρούγκας και αρκετοί ακόμη.
Το καλοκαίρι του 1995 –ακόμη μαθητής Γυμνασίου– πήρα στα χέρια μου το διπλό επετειακό τεύχος Αυγούστου/Σεπτεμβρίου, όπου με αφορμή τη συμπλήρωση των 200 τευχών του Ποπ + Ροκ, υπήρχε μια λίστα-οδηγός με τους 200 δίσκους «που απασχόλησαν περισσότερο τις σελίδες του περιοδικού» από το πρώτο τεύχος του 1978 μέχρι τα μέσα του 1995. Ξεφυλλίζοντας κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν αυτά τα παλιά περιοδικά, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ τη λίστα, χάρη στην οποία ήρθα τότε σε επαφή με πολλά καινούργια άγνωστα ονόματα και προτάσεις δίσκων, στη λογική του «να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι».
Ο διευθυντής του Ποπ + Ροκ, που προλογίζει αυτό το αφιέρωμα, γράφει σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα στο προσωπικό του μπλογκ, με αφορμή το κλείσιμο ενός άλλου έντυπου, ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά και αποκαρδιωμένο κείμενο για την εμπειρία του να κυκλοφορείς ειδικευμένα μουσικά περιοδικά στην εποχή των ευρυζωνικών συνδέσεων και της διαδικτυακής πληροφόρησης, σημειώνοντας ενδεικτικά πως αισθάνεται ότι η συγκεκριμένη εκδοτική δραστηριότητα αφορούσε πλέον «μοναχικούς ρομαντικούς που "χειρουργούσαμε" το συκώτι του ψύλλου ενώ εκεί έξω κανείς δεν άκουγε πραγματικά, τι είχαμε να πούμε ή αν είχαμε να πούμε κάτι».
Η παρακάτω αναδημοσίευση ας θεωρηθεί φόρος τιμής σε μια εποχή που ο μουσικός τύπος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.
(Με ένα κλικ οι εικόνες μεγαλώνουν ή εναλλακτικά, εδώ βρίσκεται ολόκληρο σε μορφή pdf)













Ετικέτες
αφιέρωμα,
κείμενο-αναδημοσίευση,
μουσική,
electronica,
pop,
rap,
reggae,
rock,
soul
31.8.10
Όλη η αλήθεια για το ΔΝΤ
ΔΝΤ: έχει πολύ κακή φήμη όσον αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, είναι αναποτελεσματικό, οδηγεί σε υποβάθμιση της παιδείας, κόβει το μέλλον της χώρας, την καταδικάζει στην υπανάπτυξη σε μόνιμη βάση, η διαπραγμάτευση μαζί του διολισθαίνει σε όρους αρνητικούς για την πορεία της.
Δεν τα λέω εγώ, τα λέει ο πλέον αρμόδιος:
Δεν τα λέω εγώ, τα λέει ο πλέον αρμόδιος:
30.8.10
Ιστορίες λεωφορείων (μέρος γ')
Ζωγράφου, περιμένοντας το 608. Στο παγκάκι κάθεται ένας ηλικιωμένος με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο, ηλιοκαμένος, αδύνατος. Φοράει σακάκι παρά τη δυνατή ζέστη. Έχω ακουμπισμένη την τσάντα στην άλλη άκρη και τακτοποιώ το περιεχόμενό της. Με κοιτάει και λέει: «κάτσε, κάτσε». Υπακούω παρότι δεν είχα αρχικά σκοπό, κάπως σα να μην ήθελα να τον προσβάλω. Μου πιάνει κουβέντα:
- Από Ελλάδα είσαι;
- Ναι, ναι.
- Από πού;
- Αθήνα μεγάλωσα, αλλά η καταγωγή μου είναι από την Ήπειρο.
- Ααα! Εσύ από Ήπειρο, εγώ Βορειο-επιρώτ, από Άγιους Σαράντα.
- Έχετε καιρό που είστε εδώ;
- Πριν πέντε χρόνια ήρθα
Παύση. Περνάει λίγη ώρα. Διστακτικά τον ρωτάω:
- Και που σας φαίνεται καλύτερα τελικά, εδώ ή εκεί;
- Στην Αλβανία, ήμασταν πολύ καλά με Χότζα. Μετά Χότζα πέθανε, ήρθε Μπερίσα. Μπερίσα φασίστ.
Χαμογελάω.
- Με Χότζα, ένας έκλεβε, φυλακή. Ένας σκότωσε, κρεμάλα. Ένας έφυγε για Ελλάδα; Όλη οικογένεια εξορία. Σήμερα ούτε κρεμάλα, ούτε εξορία. (η τελευταία φράση ειπωμένη με απογοητευμένο ύφος).
Ξαφνιάζομαι. Με πιάνει κάτι σαν εσωτερικό νευρικό γέλιο. Προσπαθώ να φέρω κάποια αντίρρηση:
- Εεε, αυτό με την εξορία δε μου ακούγεται και πολύ σωστό. Θέλω να πω, με τον Χότζα μπορεί να υπήρχε φαγητό και δουλειά για όλους, αλλά είχε και κακά…
- (Απότομα) Ποιος στο είπε αυτό;
- Όχι, δε μου το είπε κάποιος, λέω, έτσι πιστεύω…
- Με Χότζα πολύ καλά.
Κανείς δε μιλάει για λίγο. Στη συνέχεια με ρωτάει αν καπνίζω, αλλά στέκεται άτυχος. Ετοιμάζεται να μου πει κάτι, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα, όμως το λεωφορείο φτάνει εκείνη την ώρα. Αναγκάζομαι να τον χαιρετήσω στα γρήγορα και να φύγω.
- Από Ελλάδα είσαι;
- Ναι, ναι.
- Από πού;
- Αθήνα μεγάλωσα, αλλά η καταγωγή μου είναι από την Ήπειρο.
- Ααα! Εσύ από Ήπειρο, εγώ Βορειο-επιρώτ, από Άγιους Σαράντα.
- Έχετε καιρό που είστε εδώ;
- Πριν πέντε χρόνια ήρθα
Παύση. Περνάει λίγη ώρα. Διστακτικά τον ρωτάω:
- Και που σας φαίνεται καλύτερα τελικά, εδώ ή εκεί;
- Στην Αλβανία, ήμασταν πολύ καλά με Χότζα. Μετά Χότζα πέθανε, ήρθε Μπερίσα. Μπερίσα φασίστ.
Χαμογελάω.
- Με Χότζα, ένας έκλεβε, φυλακή. Ένας σκότωσε, κρεμάλα. Ένας έφυγε για Ελλάδα; Όλη οικογένεια εξορία. Σήμερα ούτε κρεμάλα, ούτε εξορία. (η τελευταία φράση ειπωμένη με απογοητευμένο ύφος).
Ξαφνιάζομαι. Με πιάνει κάτι σαν εσωτερικό νευρικό γέλιο. Προσπαθώ να φέρω κάποια αντίρρηση:
- Εεε, αυτό με την εξορία δε μου ακούγεται και πολύ σωστό. Θέλω να πω, με τον Χότζα μπορεί να υπήρχε φαγητό και δουλειά για όλους, αλλά είχε και κακά…
- (Απότομα) Ποιος στο είπε αυτό;
- Όχι, δε μου το είπε κάποιος, λέω, έτσι πιστεύω…
- Με Χότζα πολύ καλά.
Κανείς δε μιλάει για λίγο. Στη συνέχεια με ρωτάει αν καπνίζω, αλλά στέκεται άτυχος. Ετοιμάζεται να μου πει κάτι, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα, όμως το λεωφορείο φτάνει εκείνη την ώρα. Αναγκάζομαι να τον χαιρετήσω στα γρήγορα και να φύγω.
16.7.10
Inside the Trojan Horse
Χάρη σε ένα tweet του lkrory21 λίγο καιρό πριν, ανακάλυψα αυτό το thread στο φόρουμ του hiphop.gr, οπού εντοπίζονται ελληνικά samples σε διεθνείς hip-hop παραγωγές. Τα περισσότερα κομμάτια δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύτερο κοινό –προσωπικά γνώριζα ελάχιστα– και αιφνιδιάζουν με τη χρήση αποσπασμάτων ελληνικής μουσικής στη διαδικασία αναζήτησης μιας σπάνιας, εξωτικής λούπας.
Ποιος θα φανταζόταν, για παράδειγμα, ότι το «Μανούλα μου» του Μάνου Χατζιδάκι και του Ιάκωβου Καμπανέλλη θα γινόταν backdrop σε ένα θυμωμένο αμερικάνικο diss-rap ("fukkin cocksucka"!), η Ελευθερία Αρβανιτάκη στη μελοποίηση του «Ερωτικού» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τον Νίκο Ξυδάκη θα συνόδευε το aggressive hip-hop ενός γκρουπ από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ και η μελωδία της «Οδού Αριστοτέλους» του Γιάννη Σπανού θα αποτελούσε κεντρική ιδέα σε μια από τις πιο πρόσφατες παραγωγές της γνωστής ομάδας των Wu-Tang;
Αντίστοιχα, ο Χατζιδάκις με τους New York Rock & Roll Ensemble (στο "The Day", που την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως «Χελιδόνι σε κλουβί»), o Ξαρχάκος με τη Βίκυ Μοσχολιού («Διψασμένο παλικάρι») και τη Μαρία Δημητριάδη («Ένα πρωινό»), η Μαρίζα Κωχ από τους κύκλους παιδικών τραγουδιών («Πέρα στους πέρα κάμπους»), η Γλυκερία διασκευάζοντας Παπάζογλου («Κανείς εδώ δεν τραγουδά»), ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου («Όταν χαράζει»), αλλά ακόμη και ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος («Εσύ ό,τι πεις») και αρκετά –ενίοτε απροσδιόριστης προέλευσης– samples με μπουζούκια θα χρησιμοποιηθούν σαν μουσική βάση πάνω στην οποία θα αναπτύξουν τις ρίμες τους rappers διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ, βρετανοί grime MCs, αλλά και underground hip-hop ονόματα της Γερμανίας και της Σουηδίας.
Η συγκέντρωση αυτών των κομματιών σε μια συλλογή, με προσοχή στη ροή και τη σχετική ομοιογένεια, έγινε αρχικά για λόγους προσωπικής χρήσης. Θεωρώντας όμως ότι πιθανότατα θα ενδιέφερε και πολλούς ακόμη, πήρα την απόφαση να την ανεβάσω παρακάτω:
Ποιος θα φανταζόταν, για παράδειγμα, ότι το «Μανούλα μου» του Μάνου Χατζιδάκι και του Ιάκωβου Καμπανέλλη θα γινόταν backdrop σε ένα θυμωμένο αμερικάνικο diss-rap ("fukkin cocksucka"!), η Ελευθερία Αρβανιτάκη στη μελοποίηση του «Ερωτικού» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τον Νίκο Ξυδάκη θα συνόδευε το aggressive hip-hop ενός γκρουπ από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ και η μελωδία της «Οδού Αριστοτέλους» του Γιάννη Σπανού θα αποτελούσε κεντρική ιδέα σε μια από τις πιο πρόσφατες παραγωγές της γνωστής ομάδας των Wu-Tang;
Αντίστοιχα, ο Χατζιδάκις με τους New York Rock & Roll Ensemble (στο "The Day", που την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως «Χελιδόνι σε κλουβί»), o Ξαρχάκος με τη Βίκυ Μοσχολιού («Διψασμένο παλικάρι») και τη Μαρία Δημητριάδη («Ένα πρωινό»), η Μαρίζα Κωχ από τους κύκλους παιδικών τραγουδιών («Πέρα στους πέρα κάμπους»), η Γλυκερία διασκευάζοντας Παπάζογλου («Κανείς εδώ δεν τραγουδά»), ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου («Όταν χαράζει»), αλλά ακόμη και ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος («Εσύ ό,τι πεις») και αρκετά –ενίοτε απροσδιόριστης προέλευσης– samples με μπουζούκια θα χρησιμοποιηθούν σαν μουσική βάση πάνω στην οποία θα αναπτύξουν τις ρίμες τους rappers διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ, βρετανοί grime MCs, αλλά και underground hip-hop ονόματα της Γερμανίας και της Σουηδίας.
Η συγκέντρωση αυτών των κομματιών σε μια συλλογή, με προσοχή στη ροή και τη σχετική ομοιογένεια, έγινε αρχικά για λόγους προσωπικής χρήσης. Θεωρώντας όμως ότι πιθανότατα θα ενδιέφερε και πολλούς ακόμη, πήρα την απόφαση να την ανεβάσω παρακάτω:
Tracklisting:

Inside the Trojan Horse (20 trks; 76m 57s)
Για την ακριβή αντιστοίχηση των samples με τα πρωτότυπα τραγούδια (μαζί με αρκετά ακόμη που δε συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή), μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το νήμα στο φόρουμ του hiphop.gr, στους συμμετέχοντες του οποίου αξίζουν τα full credits για την ιδέα, την επιλογή και την αποδελτίωση αυτών των κομματιών.
Για την ακριβή αντιστοίχηση των samples με τα πρωτότυπα τραγούδια (μαζί με αρκετά ακόμη που δε συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή), μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το νήμα στο φόρουμ του hiphop.gr, στους συμμετέχοντες του οποίου αξίζουν τα full credits για την ιδέα, την επιλογή και την αποδελτίωση αυτών των κομματιών.
*********************
Κάπου εδώ το μπλογκ μπαίνει προσωρινά σε αναστολή λειτουργίας για αρκετό διάστημα. Καλό καλοκαίρι!
Ετικέτες
ελληνική-μουσική,
μουσική,
compilation,
rap
10.7.10
Μουσική και φωτογραφίες
(Netherlandish Proverbs by Pieter Bruegel the Elder)Στην πρώτη μου ανάμνηση ήμουν πάντοτε εγώ με τη μαμά μου μια κρύα γκρίζα μέρα σε μια παραλία στην Ουάσιγκτον, στη θαλάσσια δίοδο του Πιούτζιτ κοντά στο Σηάτλ. Θα πρέπει να ήμουν δύο ή τριών χρονών μαζί με έναν φίλο μου από τη γειτονιά και τη μαμά του, περπατώντας ανάμεσα στα ξεβρασμένα ξύλα, ψάχνοντας για καβούρια. Ακόμη και τώρα, μπορώ να θυμηθώ τη μυρωδιά και τη θερμοκρασία του αέρα, την αίσθηση της άμμου και του ψηλού γρασιδιού που κυμάτιζε. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ πως κοίταζα προς το μέρος του φίλου μου και πως φαινόταν το πρόσωπό του όταν μου επέστρεφε το χαμόγελο. Άλλη μια μνήμη που ενίοτε ανακαλώ σαν πρώτη μου ανάμνηση είναι να είμαι ντυμένος σαν τον Τζακ Λόντον μέσα στο καταχείμωνο με ρακέτες του τένις στα πόδια, φορώντας τον ταξιδιωτικό σάκο του μπαμπά μου στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη (φρικτή) εκδοχή του «Ασπροδόντη» από τη Ντίσνεϋ. Ή υπάρχει η ανάμνηση του να έχω κλέψει το τρίτροχο από τον γείτονα και να τρέχω με αυτό μέχρι τα μισά του τετραγώνου πριν με τσακώσουν και αναγκαστώ να επιστρέψω νικημένος ή του να φοράω τη στολή του πυροσβέστη πλένοντας το αμάξι των γονιών μου ή να τρώω μια γρανίτα πορτοκάλι από το φορτηγό-παγωτατζίδικο.
Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.
Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.
Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.
Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.
Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.
Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.
Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.
Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.
6 Απριλίου 2008
Κείμενο γραμμένο από τον Robin Pecknold για την ειδική έκδοση του πρώτου ομώνυμου δίσκου των Fleet Foxes μαζί με το προηγηθέν EP "Sun Giant".
(R. Pecknold covering Joanna Newsom's "On A Good Day" live at his home)
(Fleet Foxes - He Doesn’t Know Why)
Ετικέτες
κείμενο-αναδημοσίευση,
μουσική,
rock,
videos
9.7.10
Αξίωμα #3
3.7.10
Μουντιάλ
Το καλοκαίρι του 1990 μόλις είχα τελειώσει την Τετάρτη Δημοτικού. Το Μουντιάλ της Ιταλίας ήταν η πρώτη διοργάνωση που κάθισα να παρακολουθήσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρότι γενικά το συγκεκριμένο τουρνουά δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα θεαματικό –και αποστασιοποιημένος μετά από τόσα χρόνια εκτιμώ ότι όντως δεν ήταν– είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που όλο το καλοκαίρι γέμιζα τετράδια ζωγραφίζοντας εμφανίσεις ομάδων και σημειώνοντας τα αποτελέσματα των αγώνων, καθώς τους είχα απομνημονεύσει όλους, ξεκινώντας από την πρώτη φάση των ομίλων μέχρι και τον τελικό.
Αμφιβάλλω αν όλα αυτά θα είχαν συμβεί στην περίπτωση που πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν είχε τύχει να είναι η αναμέτρηση Αργεντινής-Καμερούν. Η αναπάντεχη ήττα της πρωταθλήτριας κόσμου από το ποδοσφαιρικά παντελώς άσημο έως τότε Καμερούν πανηγυρίστηκε με άτεχνους χορούς, αυτοσχέδια συνθήματα και φωνές από εμένα, ενθουσιασμό που μοιραζόμουν με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου. Στη συνέχεια της πορείας των Καμερουνέζων στο Μουντιάλ κάθε ματς είχε το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα, συνοπτικά θυμίζω: νίκη επί της Ρουμανίας, με την πρώτη παρουσία του Ροζέ Μιλά ως αλλαγή, η συντριπτική αλλά ανώδυνη ήττα από την Σοβιετική Ένωση στην τελευταία εμφάνισή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο (παιχνίδι που δε μεταδόθηκε ζωντανά αλλά είδαμε φάσεις το επόμενο πρωί στο Eurosport), το αμφίρροπο παιχνίδι με την Κολομβία και η τιμωρία του εκκεντρικού μπακότερμα-γκολκίπερ της, Ρενέ Ιγκίτα, στην παράταση και ο γκραν-γκινιόλ αγώνας εναντίον της Αγγλίας, με τη διπλή ανατροπή που έφερε την τελική επικράτηση των εγγλέζων. Μετά τον αποκλεισμό του Καμερούν στο τελευταίο παιχνίδι, θυμάμαι να τρέχω μέσα στο σπίτι κλαίγοντας. Ποτέ δε θα ταυτιζόμουν ξανά τόσο πολύ με κάποια ομάδα αργότερα, ούτε θα ξαναζούσα αθλητική διοργάνωση τόσο έντονα μεγαλώνοντας.
Αμφιβάλλω αν όλα αυτά θα είχαν συμβεί στην περίπτωση που πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν είχε τύχει να είναι η αναμέτρηση Αργεντινής-Καμερούν. Η αναπάντεχη ήττα της πρωταθλήτριας κόσμου από το ποδοσφαιρικά παντελώς άσημο έως τότε Καμερούν πανηγυρίστηκε με άτεχνους χορούς, αυτοσχέδια συνθήματα και φωνές από εμένα, ενθουσιασμό που μοιραζόμουν με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου. Στη συνέχεια της πορείας των Καμερουνέζων στο Μουντιάλ κάθε ματς είχε το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα, συνοπτικά θυμίζω: νίκη επί της Ρουμανίας, με την πρώτη παρουσία του Ροζέ Μιλά ως αλλαγή, η συντριπτική αλλά ανώδυνη ήττα από την Σοβιετική Ένωση στην τελευταία εμφάνισή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο (παιχνίδι που δε μεταδόθηκε ζωντανά αλλά είδαμε φάσεις το επόμενο πρωί στο Eurosport), το αμφίρροπο παιχνίδι με την Κολομβία και η τιμωρία του εκκεντρικού μπακότερμα-γκολκίπερ της, Ρενέ Ιγκίτα, στην παράταση και ο γκραν-γκινιόλ αγώνας εναντίον της Αγγλίας, με τη διπλή ανατροπή που έφερε την τελική επικράτηση των εγγλέζων. Μετά τον αποκλεισμό του Καμερούν στο τελευταίο παιχνίδι, θυμάμαι να τρέχω μέσα στο σπίτι κλαίγοντας. Ποτέ δε θα ταυτιζόμουν ξανά τόσο πολύ με κάποια ομάδα αργότερα, ούτε θα ξαναζούσα αθλητική διοργάνωση τόσο έντονα μεγαλώνοντας.
***************
Στο "Pam Pam Cameroon" του 1991, ο Macka B περιγράφει αναλυτικά τον ενθουσιασμό του για την πορεία του Καμερούν στο Μουντιάλ, αναφερόμενος και στον αντίκτυπο που είχε στις αφρογενείς μεταναστευτικές κοινότητες τις Βρετανίας, σε μια απολαυστική παραγωγή του Mad Professor:
***************
Για την άλλη όψη του Μουντιάλ
Γιγάντιοι προϋπολογισμοί που αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω, απελάσεις και εκτοπισμοί για «αισθητικούς» σκοπούς, παντελώς αμφίβολη ανταποδοτικότητα, τα συμπεράσματα στο σχετικό άρθρο της Monde Diplomatique, σε μετάφραση εδώ.
Εξαπάτηση εργαζομένων, πλαστικές σφαίρες αντί δεδουλευμένων. Πληροφορίες για διαδηλώτρια θύμα της αστυνομικής καταστολής.
Το αφρικάνικο όνειρο για μια ένδοξη ποδοσφαιρική καριέρα στην Ευρώπη κρύβει πίσω του μια απροκάλυπτη μορφή δουλεμπορίου με τεράστια κέρδη για μάνατζερ, μεσάζοντες και επιτήδειους: αφιέρωμα της Αυγής.
Μια ματιά στο εσωτερικό της Νότιας Αφρικής και στα φαινόμενα ρατσισμού απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, εδώ.
Ετικέτες
μουσική,
ποδόσφαιρο,
προσωπικές ιστορίες,
σχόλιο-επικαιρότητα,
reggae
«Για τους μαχαιρωμένους»

Οι μαχαιρωμένοι περιμένουν δικαιοσύνη. Οι ληστεμένοι και σφαγμένοι περιμένουν δικαιοσύνη, αλλά αυτή αργεί να φανεί. Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι και διασυρμένοι περιμένουν την καταιγίδα των δακρύων που θα ξεπλύνει τα αίματα, μα αντί γι’ αυτήν ξεπηδούν χάχανα από παντού.
Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι, διασυρμένοι και προδομένοι περιμένουν τουλάχιστον από μας να μην τους ξεχνάμε και να μη γελάμε μαζί με τον κοινό εχθρό, μα εμείς κυλιόμαστε στις ίδιες κοίτες με τους διώκτες μας συμφωνώντας εμπράκτως μαζί τους.
Οι μαχαιρωμένοι ανήμποροι περιμένουν δικαιοσύνη κι εμείς πιστεύουμε πως αυτή κάποτε θα έρθει από μόνη της. Οι μαχαιρωμένοι υπήρξαν αφελείς και την έπαθαν, εμείς είμαστε πιο αφελείς και θα την πάθουμε τρις χειρότερα.
(Γιώργος Ιωάννου, «Καταπακτή» - πεζά κείμενα, εκδόσεις Γνώση, 1982)
Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι, διασυρμένοι και προδομένοι περιμένουν τουλάχιστον από μας να μην τους ξεχνάμε και να μη γελάμε μαζί με τον κοινό εχθρό, μα εμείς κυλιόμαστε στις ίδιες κοίτες με τους διώκτες μας συμφωνώντας εμπράκτως μαζί τους.
Οι μαχαιρωμένοι ανήμποροι περιμένουν δικαιοσύνη κι εμείς πιστεύουμε πως αυτή κάποτε θα έρθει από μόνη της. Οι μαχαιρωμένοι υπήρξαν αφελείς και την έπαθαν, εμείς είμαστε πιο αφελείς και θα την πάθουμε τρις χειρότερα.
(Γιώργος Ιωάννου, «Καταπακτή» - πεζά κείμενα, εκδόσεις Γνώση, 1982)
26.6.10
μικρά (14)
Περί ιδεολογίας:
«δίνεται το κατάλληλο έναυσμα να τροφοδοτήσουμε παραπάνω τη σκέψη και τη δράση μας προχωρώντας στη μελλοντική έκδοση ενός μανιφέστου των θέσεων και των αξιών μας πάνω στο ρεύμα του μηδενισμού, του άναρχο-ατομικισμού και του επαναστατικού τερορρισμού που εκφράζουμε»
Περί σκοπού:
«Σκοπός μας είναι να οργανώσουμε τον επαναστατικό μιλιταρισμό»
Περί τακτικής:
«θα χρησιμοποιούν (αλλά δε θα στρέφονται εχθρικά) τις συντεχνιακές πορείες ως δούρειο ίππο επαναστατικών εξορμήσεων»
Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από ανακοίνωση της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά τη διαδήλωση της 5ης Μαΐου, ένα κείμενο με γενικότερα στοιχεία ιδεολογικής τοποθέτησης, που αποσκοπούσε κατά κάποιον τρόπο στο «άνοιγμα δημόσιου διαλόγου» με άλλες οργανώσεις και άτομα.
Μηδενισμός, ατομικισμός, μιλιταρισμός: τρεις έννοιες που θα μπορούσε κανείς να ακούσει σαν κριτική προς τον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και δράσης από τον χώρο της κινηματικής αριστεράς, είναι εντυπωσιακό ότι γίνονται αποδεκτές, προβάλλονται και ιδιοποιούνται ως στοιχεία ταυτότητας και αυτοπροσδιορισμού από την ίδια την οργάνωση.
Η δολοφονία στενού συνεργάτη του Υπουργού «Προστασίας του Πολίτη» φαίνεται να προέρχεται από ομάδα τύπου «Επαναστατικού Αγώνα» ή «Σέχτας Επαναστατών», οργανώσεις δηλαδή που εντάσσουν τη στοχευμένη απόπειρα εκτέλεσης στο πεδίο δράσης τους, σε αντίθεση π.χ. με τους «Πυρήνες», οι οποίοι περιορίζονται στη συμβολική –αλλά όχι και ακίνδυνη– τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών με προειδοποιητικά τηλεφωνήματα. Οι συγκεκριμένοι τρεις όροι, ωστόσο, υψωμένοι μάλιστα στη νιοστή, μπορούν να περιγράψουν εξίσου καλά τα χαρακτηριστικά των δραστών.
«δίνεται το κατάλληλο έναυσμα να τροφοδοτήσουμε παραπάνω τη σκέψη και τη δράση μας προχωρώντας στη μελλοντική έκδοση ενός μανιφέστου των θέσεων και των αξιών μας πάνω στο ρεύμα του μηδενισμού, του άναρχο-ατομικισμού και του επαναστατικού τερορρισμού που εκφράζουμε»
Περί σκοπού:
«Σκοπός μας είναι να οργανώσουμε τον επαναστατικό μιλιταρισμό»
Περί τακτικής:
«θα χρησιμοποιούν (αλλά δε θα στρέφονται εχθρικά) τις συντεχνιακές πορείες ως δούρειο ίππο επαναστατικών εξορμήσεων»
Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από ανακοίνωση της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά τη διαδήλωση της 5ης Μαΐου, ένα κείμενο με γενικότερα στοιχεία ιδεολογικής τοποθέτησης, που αποσκοπούσε κατά κάποιον τρόπο στο «άνοιγμα δημόσιου διαλόγου» με άλλες οργανώσεις και άτομα.
Μηδενισμός, ατομικισμός, μιλιταρισμός: τρεις έννοιες που θα μπορούσε κανείς να ακούσει σαν κριτική προς τον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και δράσης από τον χώρο της κινηματικής αριστεράς, είναι εντυπωσιακό ότι γίνονται αποδεκτές, προβάλλονται και ιδιοποιούνται ως στοιχεία ταυτότητας και αυτοπροσδιορισμού από την ίδια την οργάνωση.
Η δολοφονία στενού συνεργάτη του Υπουργού «Προστασίας του Πολίτη» φαίνεται να προέρχεται από ομάδα τύπου «Επαναστατικού Αγώνα» ή «Σέχτας Επαναστατών», οργανώσεις δηλαδή που εντάσσουν τη στοχευμένη απόπειρα εκτέλεσης στο πεδίο δράσης τους, σε αντίθεση π.χ. με τους «Πυρήνες», οι οποίοι περιορίζονται στη συμβολική –αλλά όχι και ακίνδυνη– τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών με προειδοποιητικά τηλεφωνήματα. Οι συγκεκριμένοι τρεις όροι, ωστόσο, υψωμένοι μάλιστα στη νιοστή, μπορούν να περιγράψουν εξίσου καλά τα χαρακτηριστικά των δραστών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

