ΔΝΤ: έχει πολύ κακή φήμη όσον αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, είναι αναποτελεσματικό, οδηγεί σε υποβάθμιση της παιδείας, κόβει το μέλλον της χώρας, την καταδικάζει στην υπανάπτυξη σε μόνιμη βάση, η διαπραγμάτευση μαζί του διολισθαίνει σε όρους αρνητικούς για την πορεία της.
Ζωγράφου, περιμένοντας το 608. Στο παγκάκι κάθεται ένας ηλικιωμένος με πολλές ρυτίδες στο πρόσωπο, ηλιοκαμένος, αδύνατος. Φοράει σακάκι παρά τη δυνατή ζέστη. Έχω ακουμπισμένη την τσάντα στην άλλη άκρη και τακτοποιώ το περιεχόμενό της. Με κοιτάει και λέει: «κάτσε, κάτσε». Υπακούω παρότι δεν είχα αρχικά σκοπό, κάπως σα να μην ήθελα να τον προσβάλω. Μου πιάνει κουβέντα: - Από Ελλάδα είσαι; - Ναι, ναι. - Από πού; - Αθήνα μεγάλωσα, αλλά η καταγωγή μου είναι από την Ήπειρο. - Ααα! Εσύ από Ήπειρο, εγώ Βορειο-επιρώτ, από Άγιους Σαράντα. - Έχετε καιρό που είστε εδώ; - Πριν πέντε χρόνια ήρθα Παύση. Περνάει λίγη ώρα. Διστακτικά τον ρωτάω: - Και που σας φαίνεται καλύτερα τελικά, εδώ ή εκεί; - Στην Αλβανία, ήμασταν πολύ καλά με Χότζα. Μετά Χότζα πέθανε, ήρθε Μπερίσα. Μπερίσα φασίστ. Χαμογελάω. - Με Χότζα, ένας έκλεβε, φυλακή. Ένας σκότωσε, κρεμάλα. Ένας έφυγε για Ελλάδα; Όλη οικογένεια εξορία. Σήμερα ούτε κρεμάλα, ούτε εξορία. (η τελευταία φράση ειπωμένη με απογοητευμένο ύφος). Ξαφνιάζομαι. Με πιάνει κάτι σαν εσωτερικό νευρικό γέλιο. Προσπαθώ να φέρω κάποια αντίρρηση: - Εεε, αυτό με την εξορία δε μου ακούγεται και πολύ σωστό. Θέλω να πω, με τον Χότζα μπορεί να υπήρχε φαγητό και δουλειά για όλους, αλλά είχε και κακά… - (Απότομα) Ποιος στο είπε αυτό; - Όχι, δε μου το είπε κάποιος, λέω, έτσι πιστεύω… - Με Χότζα πολύ καλά. Κανείς δε μιλάει για λίγο. Στη συνέχεια με ρωτάει αν καπνίζω, αλλά στέκεται άτυχος. Ετοιμάζεται να μου πει κάτι, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα, όμως το λεωφορείο φτάνει εκείνη την ώρα. Αναγκάζομαι να τον χαιρετήσω στα γρήγορα και να φύγω.
Χάρη σε ένα tweet του lkrory21 λίγο καιρό πριν, ανακάλυψα αυτό το thread στο φόρουμ του hiphop.gr, οπού εντοπίζονται ελληνικά samples σε διεθνείς hip-hop παραγωγές. Τα περισσότερα κομμάτια δεν έγιναν ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύτερο κοινό –προσωπικά γνώριζα ελάχιστα– και αιφνιδιάζουν με τη χρήση αποσπασμάτων ελληνικής μουσικής στη διαδικασία αναζήτησης μιας σπάνιας, εξωτικής λούπας.
Ποιος θα φανταζόταν, για παράδειγμα, ότι το «Μανούλα μου» του Μάνου Χατζιδάκι και του Ιάκωβου Καμπανέλλη θα γινόταν backdrop σε ένα θυμωμένο αμερικάνικο diss-rap ("fukkin cocksucka"!), η Ελευθερία Αρβανιτάκη στη μελοποίηση του «Ερωτικού» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τον Νίκο Ξυδάκη θα συνόδευε το aggressive hip-hop ενός γκρουπ από την ανατολική ακτή των ΗΠΑ και η μελωδία της «Οδού Αριστοτέλους» του Γιάννη Σπανού θα αποτελούσε κεντρική ιδέα σε μια από τις πιο πρόσφατες παραγωγές της γνωστής ομάδας των Wu-Tang;
Αντίστοιχα, ο Χατζιδάκις με τους New York Rock & Roll Ensemble (στο "The Day", που την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως «Χελιδόνι σε κλουβί»), o Ξαρχάκος με τη Βίκυ Μοσχολιού («Διψασμένο παλικάρι») και τη Μαρία Δημητριάδη («Ένα πρωινό»), η Μαρίζα Κωχ από τους κύκλους παιδικών τραγουδιών («Πέρα στους πέρα κάμπους»), η Γλυκερία διασκευάζοντας Παπάζογλου («Κανείς εδώ δεν τραγουδά»), ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου («Όταν χαράζει»), αλλά ακόμη και ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος («Εσύ ό,τι πεις») και αρκετά –ενίοτε απροσδιόριστης προέλευσης– samples με μπουζούκια θα χρησιμοποιηθούν σαν μουσική βάση πάνω στην οποία θα αναπτύξουν τις ρίμες τους rappers διαφόρων περιοχών των ΗΠΑ, βρετανοί grime MCs, αλλά και underground hip-hop ονόματα της Γερμανίας και της Σουηδίας.
Η συγκέντρωση αυτών των κομματιών σε μια συλλογή, με προσοχή στη ροή και τη σχετική ομοιογένεια, έγινε αρχικά για λόγους προσωπικής χρήσης. Θεωρώντας όμως ότι πιθανότατα θα ενδιέφερε και πολλούς ακόμη, πήρα την απόφαση να την ανεβάσω παρακάτω:
Για την ακριβή αντιστοίχηση των samples με τα πρωτότυπα τραγούδια (μαζί με αρκετά ακόμη που δε συμπεριλήφθηκαν στην τελική επιλογή), μπορεί κανείς να συμβουλευτεί το νήμα στο φόρουμ του hiphop.gr, στους συμμετέχοντες του οποίου αξίζουν τα full credits για την ιδέα, την επιλογή και την αποδελτίωση αυτών των κομματιών.
*********************
Κάπου εδώ το μπλογκ μπαίνει προσωρινά σε αναστολή λειτουργίας για αρκετό διάστημα. Καλό καλοκαίρι!
Στην πρώτη μου ανάμνηση ήμουν πάντοτε εγώ με τη μαμά μου μια κρύα γκρίζα μέρα σε μια παραλία στην Ουάσιγκτον, στη θαλάσσια δίοδο του Πιούτζιτ κοντά στο Σηάτλ. Θα πρέπει να ήμουν δύο ή τριών χρονών μαζί με έναν φίλο μου από τη γειτονιά και τη μαμά του, περπατώντας ανάμεσα στα ξεβρασμένα ξύλα, ψάχνοντας για καβούρια. Ακόμη και τώρα, μπορώ να θυμηθώ τη μυρωδιά και τη θερμοκρασία του αέρα, την αίσθηση της άμμου και του ψηλού γρασιδιού που κυμάτιζε. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ πως κοίταζα προς το μέρος του φίλου μου και πως φαινόταν το πρόσωπό του όταν μου επέστρεφε το χαμόγελο. Άλλη μια μνήμη που ενίοτε ανακαλώ σαν πρώτη μου ανάμνηση είναι να είμαι ντυμένος σαν τον Τζακ Λόντον μέσα στο καταχείμωνο με ρακέτες του τένις στα πόδια, φορώντας τον ταξιδιωτικό σάκο του μπαμπά μου στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας μόλις παρακολουθήσει τη (φρικτή) εκδοχή του «Ασπροδόντη» από τη Ντίσνεϋ. Ή υπάρχει η ανάμνηση του να έχω κλέψει το τρίτροχο από τον γείτονα και να τρέχω με αυτό μέχρι τα μισά του τετραγώνου πριν με τσακώσουν και αναγκαστώ να επιστρέψω νικημένος ή του να φοράω τη στολή του πυροσβέστη πλένοντας το αμάξι των γονιών μου ή να τρώω μια γρανίτα πορτοκάλι από το φορτηγό-παγωτατζίδικο.
Αυτές ήταν και έχουν πάντοτε υπάρξει κάποιες από τις πιο ευκρινείς και επίμονες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, οπότε ήταν μεγάλη η απογοήτευση όταν μια μέρα όντας έφηβος, άνοιξα ένα φωτογραφικό άλμπουμ και βρήκα φωτογραφίες για κάθε μία από εκείνες τις αναμνήσεις. Δεν είχα την παραμικρή ανάμνηση που να μην ανήκε ή κατά κάποιον τρόπο να μην προήλθε από φωτογραφίες που είχαν τραβήξει οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα. Ακόμη και οι σκηνές που θυμάμαι τόσο καθαρά στο μυαλό μου είναι από τις ίδιες γωνίες με εκείνες τις φωτογραφίες και πραγματικά δεν ξέρω τι συμπέρασμα να βγάλω. Υποθέτω ότι είχα δει όλες αυτές τις φωτογραφίες κάποια στιγμή, ξέχασα ότι υπήρξαν απλά και μόνο φωτογραφίες και με τον καιρό τις μετέτρεψα στις πιο απτές μου αναμνήσεις. Αυτό με φοβίζει κατά κάποιον τρόπο.
Το γεγονός αυτό με οδηγεί σε κάτι παράδοξο σχετικά με τη δύναμη που διαθέτει η μουσική, την ικανότητά της να σε ταξιδεύει. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι ή ένα δίσκο που σήμαινε πολλά για μένα μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια ξεχωριστή εποχή, μεταφέρομαι αμέσως σε εκείνο το μέρος με κάθε λεπτομέρεια. Όποτε ακούω το "Feel Flows" των Beach Boys, μεταφέρομαι κατευθείαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου των γονιών μου στο δρόμο για το σπίτι του παππού, δεκατεσσάρων χρονών με το Surf’s Up στο γουόκμαν και την οροσειρά των Κάσκεϊντς να περνά από το παράθυρο. Οποιοδήποτε τραγούδι από το Kid A των Radiohead με επαναφέρει στους ήχους και την ατμόσφαιρα του αεροδρομίου κοντά στο Σηάτλ, όταν ήμασταν καθοδόν για ένα γάμο στο Κολοράντο και το Kid A ήταν ο μοναδικός δίσκος που πήρα ή ήθελα να έχω. Το "Crayon Angels" της Judee Sill είναι όλος ο χειμώνας της περασμένης χρονιάς και η σόλο εκδοχή του Surf's Up από τον Brian Wilson θα με γυρίσει πίσω στο να οδηγώ το αμάξι των γονιών μου μέσα στην πόλη μόνος το βράδυ με τα παράθυρα κατεβασμένα στην ηλικία των δεκάξι.
Μπορώ να αντιστοιχήσω συγκεκριμένες αναμνήσεις σε τραγούδια από τους Microphones, τη Joni Mitchell, τους Built To Spill, τους Dungen, τον Harry Nilsson και πάρα πολλούς άλλους κι αυτή είναι μια μορφή ανάκλησης που μπορώ πραγματικά να εμπιστευτώ. Δεν υπάρχει οπτικό στοιχείο για να κάνει τα πράγματα περίπλοκα, καμία περίπτωση εμφυτευμένης μνήμης που κανονικά δε θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί και αυτό με καθησυχάζει. Ίσως θα έπρεπε να με απασχολεί το γεγονός ότι είμαι μόνος μου σε σχεδόν όλες αυτές τις αναμνήσεις, αλλά φαντάζομαι ότι υπήρξα ένα μονήρες παιδί και η μουσική ήταν μια προσωπική εμπειρία για μένα. Μπορώ ακόμη να θυμηθώ το ιδιαίτερο είδος σκοτεινάδας που είχε το δωμάτιό μου όταν ήμουν εκεί μόνος ακούγοντας δίσκους. Μπορώ να διαβάσω ένα καλό βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος και να μην ξεχάσω ούτε στιγμή ότι κάθομαι στη μέση από τέσσερις τοίχους πάνω σε ένα στρώμα στο Σηάτλ - το ίδιο με τις ταινίες και την τηλεόραση και ο,τιδήποτε άλλο. Μπορώ να ακούσω μουσική και αυτοστιγμεί να βρεθώ οπουδήποτε αυτό το τραγούδι προσπαθεί να με πάει. Η μουσική ενεργοποιεί μια συγκεκριμένη πνευματική ελευθερία με έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν μπορεί να το κάνει και αυτό είναι πολύ ενδυναμωτικό. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει διαφυγή αν θέλει, αλλά το βλέπω σαν μια σύνδεση με ένα βαθύτερο ανθρώπινο συναίσθημα από εκείνο που βρίσκεται στην καθημερινή ζωή.
Σας ευχαριστούμε που ακούσατε τη μπάντα μας, έχουμε κάνει κάμποσα λάθη και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε ευτυχισμένοι με το να γράφουμε τραγούδια και μας ενθουσιάζει η δυνατότητα να συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε και να αλλάζουμε καθώς τα χρόνια περνούν. Μας πήρε οκτώ ολόκληρους μήνες ηχογραφώντας τους εαυτούς μας στο σπίτι, ηχογραφώντας αποσπάσματα σε στούντιο, απορρίπτοντας δεκάδες τραγούδια και ξαναρχίζοντας πάλι, να δανειζόμαστε λεφτά και να νοικιάζουμε χώρους από φίλους και οικογένειες για να φτιάξουμε αυτόν τον δίσκο και το συνοδευτικό του EP κι ελπίζουμε να τους απολαύσετε. Η μουσική είναι μια παράξενη και απεριόριστη κατάσταση, μια δική της περίεργη θρησκεία για άπιστους και είναι μεγάλη ευτυχία να τη φτιάχνεις σε κάθε της μορφή. Επιπλέον, μην εμπιστεύεστε τις φωτογραφίες σας.
Το καλοκαίρι του 1990 μόλις είχα τελειώσει την Τετάρτη Δημοτικού. Το Μουντιάλ της Ιταλίας ήταν η πρώτη διοργάνωση που κάθισα να παρακολουθήσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρότι γενικά το συγκεκριμένο τουρνουά δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα θεαματικό –και αποστασιοποιημένος μετά από τόσα χρόνια εκτιμώ ότι όντως δεν ήταν– είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που όλο το καλοκαίρι γέμιζα τετράδια ζωγραφίζοντας εμφανίσεις ομάδων και σημειώνοντας τα αποτελέσματα των αγώνων, καθώς τους είχα απομνημονεύσει όλους, ξεκινώντας από την πρώτη φάση των ομίλων μέχρι και τον τελικό.
Αμφιβάλλω αν όλα αυτά θα είχαν συμβεί στην περίπτωση που πρεμιέρα του Παγκοσμίου Κυπέλλου δεν είχε τύχει να είναι η αναμέτρηση Αργεντινής-Καμερούν. Η αναπάντεχη ήττα της πρωταθλήτριας κόσμου από το ποδοσφαιρικά παντελώς άσημο έως τότε Καμερούν πανηγυρίστηκε με άτεχνους χορούς, αυτοσχέδια συνθήματα και φωνές από εμένα, ενθουσιασμό που μοιραζόμουν με τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου. Στη συνέχεια της πορείας των Καμερουνέζων στο Μουντιάλ κάθε ματς είχε το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα, συνοπτικά θυμίζω: νίκη επί της Ρουμανίας, με την πρώτη παρουσία του Ροζέ Μιλά ως αλλαγή, η συντριπτική αλλά ανώδυνη ήττα από την Σοβιετική Ένωση στην τελευταία εμφάνισή της σε Παγκόσμιο Κύπελλο (παιχνίδι που δε μεταδόθηκε ζωντανά αλλά είδαμε φάσεις το επόμενο πρωί στο Eurosport), το αμφίρροπο παιχνίδι με την Κολομβία και η τιμωρία του εκκεντρικού μπακότερμα-γκολκίπερ της, Ρενέ Ιγκίτα, στην παράταση και ο γκραν-γκινιόλ αγώνας εναντίον της Αγγλίας, με τη διπλή ανατροπή που έφερε την τελική επικράτηση των εγγλέζων. Μετά τον αποκλεισμό του Καμερούν στο τελευταίο παιχνίδι, θυμάμαι να τρέχω μέσα στο σπίτι κλαίγοντας. Ποτέ δε θα ταυτιζόμουν ξανά τόσο πολύ με κάποια ομάδα αργότερα, ούτε θα ξαναζούσα αθλητική διοργάνωση τόσο έντονα μεγαλώνοντας.
***************
Στο "Pam Pam Cameroon" του 1991, ο Macka B περιγράφει αναλυτικά τον ενθουσιασμό του για την πορεία του Καμερούν στο Μουντιάλ, αναφερόμενος και στον αντίκτυπο που είχε στις αφρογενείς μεταναστευτικές κοινότητες τις Βρετανίας, σε μια απολαυστική παραγωγή του Mad Professor:
***************
Για την άλλη όψη του Μουντιάλ
Γιγάντιοι προϋπολογισμοί που αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω, απελάσεις και εκτοπισμοί για «αισθητικούς» σκοπούς, παντελώς αμφίβολη ανταποδοτικότητα, τα συμπεράσματα στο σχετικό άρθρο της Monde Diplomatique, σε μετάφραση εδώ.
Το αφρικάνικο όνειρο για μια ένδοξη ποδοσφαιρική καριέρα στην Ευρώπη κρύβει πίσω του μια απροκάλυπτη μορφή δουλεμπορίου με τεράστια κέρδη για μάνατζερ, μεσάζοντες και επιτήδειους: αφιέρωμα της Αυγής.
Μια ματιά στο εσωτερικό της Νότιας Αφρικής και στα φαινόμενα ρατσισμού απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, εδώ.
Οι μαχαιρωμένοι περιμένουν δικαιοσύνη. Οι ληστεμένοι και σφαγμένοι περιμένουν δικαιοσύνη, αλλά αυτή αργεί να φανεί. Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι και διασυρμένοι περιμένουν την καταιγίδα των δακρύων που θα ξεπλύνει τα αίματα, μα αντί γι’ αυτήν ξεπηδούν χάχανα από παντού.
Οι ληστεμένοι, σφαγμένοι, διασυρμένοι και προδομένοι περιμένουν τουλάχιστον από μας να μην τους ξεχνάμε και να μη γελάμε μαζί με τον κοινό εχθρό, μα εμείς κυλιόμαστε στις ίδιες κοίτες με τους διώκτες μας συμφωνώντας εμπράκτως μαζί τους.
Οι μαχαιρωμένοι ανήμποροι περιμένουν δικαιοσύνη κι εμείς πιστεύουμε πως αυτή κάποτε θα έρθει από μόνη της. Οι μαχαιρωμένοι υπήρξαν αφελείς και την έπαθαν, εμείς είμαστε πιο αφελείς και θα την πάθουμε τρις χειρότερα.
Περί ιδεολογίας: «δίνεται το κατάλληλο έναυσμα να τροφοδοτήσουμε παραπάνω τη σκέψη και τη δράση μας προχωρώντας στη μελλοντική έκδοση ενός μανιφέστου των θέσεων και των αξιών μας πάνω στο ρεύμα του μηδενισμού, του άναρχο-ατομικισμού και του επαναστατικού τερορρισμού που εκφράζουμε»
Περί σκοπού: «Σκοπός μας είναι να οργανώσουμε τον επαναστατικό μιλιταρισμό»
Περί τακτικής: «θα χρησιμοποιούν (αλλά δε θα στρέφονται εχθρικά) τις συντεχνιακές πορείες ως δούρειο ίππο επαναστατικών εξορμήσεων»
Τα παραπάνω αποσπάσματα προέρχονται από ανακοίνωση της «Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς», που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά τη διαδήλωση της 5ης Μαΐου, ένα κείμενο με γενικότερα στοιχεία ιδεολογικής τοποθέτησης, που αποσκοπούσε κατά κάποιον τρόπο στο «άνοιγμα δημόσιου διαλόγου» με άλλες οργανώσεις και άτομα.
Μηδενισμός, ατομικισμός, μιλιταρισμός: τρεις έννοιες που θα μπορούσε κανείς να ακούσει σαν κριτική προς τον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης και δράσης από τον χώρο της κινηματικής αριστεράς, είναι εντυπωσιακό ότι γίνονται αποδεκτές, προβάλλονται και ιδιοποιούνται ως στοιχεία ταυτότητας και αυτοπροσδιορισμού από την ίδια την οργάνωση.
Η δολοφονία στενού συνεργάτη του Υπουργού «Προστασίας του Πολίτη» φαίνεται να προέρχεται από ομάδα τύπου «Επαναστατικού Αγώνα» ή «Σέχτας Επαναστατών», οργανώσεις δηλαδή που εντάσσουν τη στοχευμένη απόπειρα εκτέλεσης στο πεδίο δράσης τους, σε αντίθεση π.χ. με τους «Πυρήνες», οι οποίοι περιορίζονται στη συμβολική –αλλά όχι και ακίνδυνη– τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών με προειδοποιητικά τηλεφωνήματα. Οι συγκεκριμένοι τρεις όροι, ωστόσο, υψωμένοι μάλιστα στη νιοστή, μπορούν να περιγράψουν εξίσου καλά τα χαρακτηριστικά των δραστών.
Πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέστρεψε την Τζαμάικα
Τριάντα χρόνια πριν, οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ προχώρησαν στην αποσταθεροποίηση της ριζοσπαστικής κυβέρνησης της Τζαμάικας με καταστροφικές επιπτώσεις για τον πληθυσμό της.
Άρθρο της Abbie Bakan (δημοσιεύτηκε στον Socialist Worker στις 14 Ιουλίου 2007)
Όταν ο Michael Manley και το PNP (Λαϊκό Εθνικό Κόμμα) εκλέχτηκαν στην Τζαμάικα για μια δεύτερη θητεία τον Δεκέμβρη του 1976, όσοι μάχονταν τον ιμπεριαλισμό και τον ρατσισμό αναθάρρησαν. Ήταν δείγμα του ότι η χώρα στήριζε την άρνησή του να συμφωνήσει στους καταπιεστικούς όρους που απαιτούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. «Δεν είμαστε για πούλημα» ανακοίνωσε σε ένα ενθουσιώδες κοινό των 35.000 στο Εθνικό Στάδιο της πρωτεύουσας Κίνγκστον.
Εκείνη την εποχή, ο Manley αναγνωριζόταν ως «ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στον Τρίτο Κόσμο», σύμφωνα με τον μελετητή της Καραϊβικής Fitzroy Ambursley. Αποτελούσε μια περίπτωση δοκιμασίας, τόσο για το ΔΝΤ όσο και για το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Το προτεινόμενο πρόγραμμα δομικών αλλαγών του ΔΝΤ για την Τζαμάικα επρόκειτο να αποτελέσει το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού και των διαπραγματεύσεων του εθνικού χρέους σε όλο τον Τρίτο Κόσμο. Η ιστορία της ανόδου και της παραίτησης του Manley στη μάχη του με το ΔΝΤ είναι εξαιρετικά διδακτική για τα σημερινά κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης.
Η Τζαμάικα είναι ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, πατρίδα του Bob Marley, της ρέγκε μουσικής και γενέτειρα του πρωτοπόρου ηγέτη του μαύρου εθνικισμού Marcus Garvey. Από την εποχή που ο Χριστόφορος Κολόμβος έφτασε στις ακτές τους, πιστεύοντας λανθασμένα ότι πρόκειται για την Ινδία, περισσότερα από 500 χρόνια πριν, τα νησιά της Καραϊβικής έχουν αποτελέσει αντικείμενο αποικιοκρατικής κατοχής και εκμετάλλευσης.
Ο Michael Manley ήταν σύμβολο αντίστασης όχι μόνο στην Τζαμάικα, αλλά και διεθνώς. Ανέλαβε την εξουσία πρώτη φορά στις εκλογές του 1972. Στα πρώτα χρόνια άσκησης της εξουσίας από τον Manley, έλαβε χώρα ένας αριθμός από σημαντικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις για τον πληθυσμό. Έγινε άρση της έως τότε ισχύουσας απαγόρευσης σε μαρξιστική λογοτεχνία και βιβλία του κινήματος της Μαύρης Δύναμης. Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση έγινε προσβάσιμη δωρεάν και ξεκίνησε μια μερική πολιτική αναδιανομής της γης.
Προκλήσεις
Οι εταιρείες ηλεκτρισμού, τηλεφωνίας και λεωφορείων που βρίσκονταν υπό ξένο έλεγχο, εθνικοποιήθηκαν. Τον Ιανουάριο του 1974, η κυβέρνηση του Manley ανακοίνωσε ένα σχέδιο αλλαγής του συστήματος των φοροαπαλλαγών που ίσχυαν για τις αμερικάνικες και καναδικές εταιρείες βωξίτη, που είχαν τη βάση τους στην Τζαμάικα. Οι εταιρίες αυτές εξόρυσσαν αλουμίνιο για την πολεμική βιομηχανία. Το PNP ακύρωσε τις προηγούμενες συμφωνίες και επέβαλλε έναν ειδικό φόρο για κάθε μορφή βωξίτη που εξορυσσόταν ή επεξεργαζόταν στην Τζαμάικα. Η ρύθμιση αυτή προκάλεσε την ισχυρή οργή των ΗΠΑ και άλλων κυρίαρχων τάξεων. Μια μαζική –και τώρα πια σαφώς τεκμηριωμένη– καμπάνια αποσταθεροποίησης ακολούθησε.
Η επεξεργασία αλουμινίου και βωξίτη μεταφέρθηκε σε άλλους προορισμούς. Ο φόρος χαρακτηρίστηκε παράνομος και αμφισβητήθηκε από της εταιρείες βωξίτη, που προσέφυγαν στο διεθνές κέντρο της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη ρύθμιση των επενδυτικών διαφωνιών. Τοπικές επιχειρήσεις που είχαν συμπορευτεί με τον Manley κατά την εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών, τώρα υποχώρησαν και συμμάχησαν με τους διεθνείς εταίρους τους.
Απολύσεις και διαρκείς αυξήσεις τιμών ξεκίνησαν έναν πληθωριστικό κύκλο που έσβησε τις προηγηθείσες αυξήσεις μισθών. Η εισροή ξένου κεφαλαίου καταποντίστηκε και η CIA εμπλέχτηκε στην υπόθαλψη τοπικών πολιτικών ανταγωνισμών. Μια εκστρατεία τρόμου εξαπολύθηκε καθώς νεαρά μέλη του JLP (Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικας) έβρισκαν εύκολη πρόσβαση στα όπλα σε ανταλλαγές μαριχουάνας-για-πιστόλια.
Κυρώσεις
Αρχικά ο Manley επιχείρησε να κρατήσει μια σταθερή πορεία. Παρακινούμενος από τη λαϊκή υποστήριξη που διέθετε ανάμεσα στην εργατική τάξη του νησιού και τους αγρότες, ο ριζοσπάστης πρωθυπουργός αντιστάθηκε στους όρους ενός μεταρρυθμιστικού πακέτου του ΔΝΤ.
Τον Δεκέμβρη του 1976 ο Manley επανεξελέγη με μεγάλη διαφορά, κερδίζοντας 47 από τις 60 θέσεις στο κοινοβούλιο. Όμως, μετά την απόρριψη της συμφωνίας με τους όρους του ΔΝΤ, η οικονομία καταπνίγηκε από κυρώσεις, ενώ μια καμπάνια στα μέσα ενημέρωσης προκάλεσε ένα κύμα φόβου σε πιθανούς τουρίστες. Οι απολύσεις αυξήθηκαν, τα επιτόκια εκτοξεύθηκαν και οι προμήθειες σε όλα τα αγαθά –από το σαπούνι μέχρι τα ψάρια σε κονσέρβα– βρίσκονταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Αυτό ήταν το όριο των κοινωνικών δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Ο Manley σύντομα θα αποδεικνυόταν ένας αναξιόπιστος σύμμαχος των φτωχών και των εργατικών στρωμάτων, ενώ δε θα υπήρχε επαρκής ανεξάρτητη οργάνωση ανάμεσα στις εργατικές μάζες της Τζαμάικας για να δραστηριοποιηθούν σε μια δική τους πορεία, όταν ξεκίνησε η υποχώρηση.
Το 1977 ο Manley ανακοίνωσε το «Σχέδιο του Λαού» για την οικονομική και πολιτική μεταρρύθμιση. Παρά τη ριζοσπαστική ρητορεία, από τον Μάιο του ίδιου έτους η Τζαμάικα είχε αποδεχθεί μια «εφεδρική συμφωνία» του ΔΝΤ αξίας 38 εκατομμυρίων λιρών για να επαναφέρει μια ισορροπία στην κρίση πληρωμών.
Το ΔΝΤ επανεγκατέστησε μια γραμμή πίστωσης, με πολλές παράλληλες δεσμεύσεις. Το δάνειο προϋπέθετε την επίθεση στο επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού. Οι φτωχότεροι χτυπήθηκαν περισσότερο με δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες ως κυρίαρχη πλευρά των οικονομικών προγραμμάτων.
Καθώς η Τζαμάικα περνούσε από διάφορα «τεστ» του ΔΝΤ, επαναλαμβανόμενες αποτυχίες οδηγούσαν σε όλο και περισσότερες ρυθμίσεις των εγχώριων οικονομικών προγραμμάτων του νησιού. Σύγχυση και απελπισία εξαπλώθηκε ανάμεσα στον πληθυσμό της Τζαμάικας, ιδιαίτερα στους νέους, μαθητές και φοιτητές, καθώς και στα φτωχότερα στρώματα των εργατών και των αγροτών. Η πολιτική βία και η άνοδος της μαύρης αγοράς γιγαντώθηκαν.
Στις εκλογές του 1980, το JLP υπό την ηγεσία του Edward Seaga επανήλθε στη εξουσία με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία του: 52 έδρες έναντι 8 για το PNP. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, οι επαναστάσεις στη Γρενάδα και τη Νικαράγουα έδειξαν ότι αναπτυσσόταν μια τάση αντίθεσης στο αμερικάνικο μοντέλο κυριαρχίας των αγορών στην περιοχή. Όμως τώρα η Τζαμάικα είχε θέσει το μοτίβο της μετακίνησης μέχρι ενός σημείου στην αντιπαράθεση με το ασφυκτικό αγκάλιασμα των ιμπεριαλιστικών αγορών και την υποχώρηση να ακολουθεί κατόπιν. Η κυβέρνηση του JLP και του Seaga χαιρετίστηκε από τις ΗΠΑ ως το νέο μοντέλο των καιρών. Αυτό έδωσε αυτοπεποίθηση σε ηγεσίες όπως αυτές του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher και προανήγγειλε την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.
Στο τέλος της οκταετίας του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» του Manley, το μέσο εισόδημα στην Τζαμάικα ήταν 25% χαμηλότερο και το κόστος ζωής 320% υψηλότερο. Όπως πολλές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις πριν και μετά από αυτήν, οι ρεφορμιστικές πολιτικές του Manley αποδείχτηκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις ώστε να βάλουν φραγμό στη δύναμη του παγκόσμιου κεφαλαίου.
Μέχρι το τέλος της θητείας του Seaga, η Τζαμάικα είχε ξεπληρώσει ένα σύνολο 443 εκατομμυρίων λιρών στους ξένους δανειστές της, συμπεριλαμβανομένων και 176 εκατομμυρίων στο ΔΝΤ. Το εξωτερικό χρέος της Τζαμάικας είχε ανέλθει σε περισσότερα από 2,2 δισεκατομμύρια λίρες, ανάμεσα στα αναλογικά μεγαλύτερα στον κόσμο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Manley επέστρεψε ως πρωθυπουργός στην ηγεσία μιας νέας κυβέρνησης του PNP το 1989.
Φτώχεια
Είχε εγκαταλείψει την αριστερή ρητορική της προηγούμενης κυβέρνησής του. Αντίθετα, οι αγορές αντιμετωπίζονταν ως το νικητήριο μοντέλο προς εφαρμογή. Ωστόσο, ακόμη και με τους όρους που τέθηκαν από το ΔΝΤ, η Τζαμάικα είχε ξεκάθαρα αποτύχει να φτάσει τους αναμενόμενους στόχους ανάπτυξης. Αντί για οικονομική άνθηση, η Τζαμάικα υπέμεινε επιπλέον δεκαετίες αβάσταχτης φτώχειας. Σήμερα, ακόμη και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ αρχίζουν να αναγνωρίζουν το πρόβλημα.
Σε ένα έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ το 2006 με τίτλο «Δημόσιο Χρέος και Παραγωγικότητα: η Δύσκολη Αναζήτηση της Ανάπτυξης στην Τζαμάικα», ο συγγραφέας Rodolphe Blavy προβληματίζεται με τον διαφαινόμενο «γρίφο» των χαμηλών δεικτών ανάπτυξης της Τζαμάικας. Καταλήγει πως πιθανότατα το ογκώδες χρέος είναι πολύ πιθανό να έχει παίξει κάποιο ρόλο σε αυτό, παρατηρώντας ότι η Τζαμάικα «συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο χρεωμένες χώρες του κόσμου».
Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών στον Παγκόσμιο Νότο. Υπάρχουν σίγουρα αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στην πολιτική του Hugo Chavez και στην πρώτη κυβέρνηση του Manley. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Η Βενεζουέλα διαθέτει πολύ περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές από ό,τι η Τζαμάικα. Οι ΗΠΑ είναι ένας πολύ λιγότερο ισχυρός παίκτης σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους στην παγκόσμια οικονομία σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Και εφόσον υπάρξει ένα ισχυρό, ανεξάρτητο κίνημα εργατών και φτωχών, οι δυνάμεις της αντίστασης μπορεί να έχουν μια πολύ καλύτερη τύχη να διατηρήσουν την πορεία αυτή.
Η ιστορία της μάχης της Τζαμάικας με το ΔΝΤ κάνει ξεκάθαρο ότι ο κλοιός του ιμπεριαλισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί και να αντικατασταθεί με ένα άλλο σύστημα βασισμένο σε πολύ διαφορετικές προτεραιότητες. Και θα είναι οι εργατικές τάξεις και οι φτωχοί, όχι οι ηγεσίες των πολυεθνικών, εκείνοι που θα τις θέσουν.
Η Τζαμάικα αποκαλύπτεται, του Linton Kwesi Johnson (Guardian, 28 Φεβρουαρίου 2003)
«Το ζήτημα είναι να κάνουμε την παγκοσμιοποίηση να δουλεύει για όλους. Δεν μπορεί να υπάρξει ένα καλό μέλλον για τους πλούσιους, αν δεν υπάρχει η προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντός για τους φτωχούς.» Αυτή η κυνική και με τόση ευκολία διατυπωμένη δήλωση του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Horst Köhler, αποκαλύπτεται έξοχα ως προς το κοινότοπο του περιεχομένου της στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Stephanie Black, «Ζωή και Χρέος». Η ταινία της Black είναι εντυπωσιακά αποκαλυπτική στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο οι πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως καθορίζονται από τις χώρες του G7, υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, επηρεάζουν τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες.
Το «Ζωή και Χρέος» επικεντρώνεται στην Τζαμάικα ως ένα τυπικό παράδειγμα μιας μικρής αναπτυσσόμενης χώρας που δέχεται το φάρμακο του ΔΝΤ. (…)
Οι συνεχείς οικονομικές κρίσεις στη Τζαμάικα, η υψηλή ανεργία, η ανομία και η κοινωνική αναταραχή πρέπει να ιδωθούν στο φόντο των πολιτικών του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς αναγκάζονται να ακολουθήσουν για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει πολύ ζωντανά τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι πολιτικές έχουν αντίκτυπο σε εργαζόμενους, μικρές επιχειρήσεις, αγρότες και την κοινωνία της Τζαμάικας γενικότερα. (…)
Στο «Ζωή και Χρέος», βλέπουμε την Τζαμάικα μέσα από τα μάτια του τουρίστα. Ταυτόχρονα, βλέπουμε κι εκείνα με τα οποία ένας τουρίστας σπάνια έρχεται σε επαφή: κάτοικοι των παραγκουπόλεων παρακολουθούν τους εαυτούς τους σε δελτία ειδήσεων που δείχνουν ταραχές, πολιτική βία και εργατικές κινητοποιήσεις. (…)
Γυναίκες που δουλεύουν σε κάτεργα χωρίς ωράρια και δασμούς, αποκαλούμενα «ελεύθερες ζώνες», μιλάνε για τον αγώνα της επιβίωσης τους με εβδομαδιαίους μισθούς των 30 δολαρίων.
Εκείνο που δείχνει η ταινία της Black είναι η εντυπωσιακή αποτυχία της «θεραπείας» του ΔΝΤ. Μετά τις δομικές μεταρρυθμίσεις, τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, την κατάργηση των δασμών στις εισαγωγές, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις υποτιμήσεις, η Τζαμάικα ακόμη βασανίζεται από οικονομική κρίση. Σχέδια ανάπτυξης έχουν εγκαταλειφτεί, καθώς το όραμα της ανεξαρτησίας υποχωρεί. Το «Ζωή και Χρέος» είναι ένα πολύ ισχυρό εφόδιο στο οπλοστάσιο του παγκόσμιου κινήματος για μια πολύ πιο δίκαιη οικονομική τάξη.
Ολόκληρο το άρθρο του Linton Kwesi Johnson στον Guardian, εδώ.
Με τη μουσική να αποτελεί τον βασικότερο λόγο για τον οποίο έχει αποκτήσει φήμη η Τζαμάικα σε ολόκληρο τον κόσμο και με τους ίδιους τους τραγουδιστές να θίγουν σε τακτική βάση ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, θα ήταν παράλογο να μην έχουν γραφτεί κάμποσα κομμάτια σχετικά με το χρέος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις επιπτώσεις στη ζωή τους. Παρακάτω επιλέγονται τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Mykal Rose: "Wall Street"
Ευρύτερα γνωστός ως βασικός τραγουδιστής του militant reggae σχήματος των Black Uhuru μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Michael Rose μετά από ένα διάστημα αγρανάπαυσης επανήλθε λίγα χρόνια αργότερα σε σόλο πορεία ηχογραφώντας δεκάδες τραγούδια σε ετήσια βάση για μια σειρά από παραγωγούς. Σε ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό single, κυκλοφορημένο το 2003, κάνει λόγο για την εκμετάλλευση του μαύρου πληθυσμού της Τζαμάικας από αμερικανούς τραπεζίτες καταλήγοντας στο ρεφρέν: “Wall Street want it all / And the IMF, a big time rip-off”
Mutabaruka: "Life and Debt"
Ο πιο αναγνωρίσιμος dub poet στην Τζαμάικα αναλαμβάνει να συνοψίσει τα συμπεράσματα από την ομώνυμη ταινία της Stephanie Black δηλώνοντας σε χαρακτηριστικά patois: “Borrowin money fi lend / Capitalism a nuh wi fren”
Lee 'Scratch' Perry: "S.D.I."
Εναρκτήριο κομμάτι του καλύτερου δίσκου που έβγαλε ο Lee Perry στη δεκαετία του ’80, S.D.I. (δηλαδή Strategic Defense Initiative) ήταν η εξαγγελία της πρωτοβουλίας ανάπτυξης «αντιπυραυλικής ασπίδας» σε Γη και Διάστημα από την κυβέρνηση Reagan, κίνηση που πέρα από τη μάλλον έωλη επιστημονική της βάση, έδωσε νέα ώθηση στην κούρσα των εξοπλισμών και χαρακτηρίστηκε γρήγορα «Πόλεμος των Άστρων». Το γεγονός αυτό δίνει την ευκαιρία στον Perry να καταφερθεί ενάντια σε πληθώρα οργανισμών, εταιρειών, ονομάτων και άλλων αρκτικόλεξων όπως το ΔΝΤ, η CIA, το FBI, η ITT, η ΕΣΣΔ, διάφορες τράπεζες, αλλά κι η Margaret Thatcher μεταξύ άλλων.
****************************
+bonus
Ο Linton Kwesi Johnson αποτελεί εμβληματική μορφή στην τζαμαϊκανική κουλτούρα, ως ένας από τους γνωστότερους εκπροσώπους της παροικίας της στην Αγγλία. Μέλος του βρετανικού τμήματος των Μαύρων Πανθήρων από σχολική ηλικία, με την πρωτοποριακή απαγγελία στίχων πάνω σε reggae ρυθμό (τη λεγόμενη dub poetry) διακρίθηκε σαν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κοινωνικοπολιτικής κριτικής στην ταραγμένη περίοδο των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Πρόσφατα αναρτήθηκε στο youtube βίντεο από μια σύντομη συνέντευξη του –μαζί με τον σταθερό συνεργάτη του Dennis Bovell– στην ΕΤ2 το 1987, όταν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα για συναυλία, σε ένα εξαιρετικά σπάνιο ντοκουμέντο εκείνης της εποχής:
Η πιο «πονηρή» ερμηνεία –περισσότερο κι από την αδέξια επίσημη ισραηλινή προπαγάνδα– από όσες εμφανίστηκαν σχετικά με τη δολοφονική επιδρομή στα πλοία της αποστολής προς τη Γάζα είναι εκείνη που διατυπώνει με ύφος τάχα αποστασιοποιημένης γνώσης και φιλανθρωπικής συγκατάβασης ότι οι συμμετέχοντες δεν ήταν παρά «αφελή πιόνια παρασυρμένα από τον ιδεαλισμό τους για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών γεωπολιτικών σχεδίων πίσω από την πλάτη τους». Λες και η μαζική σφαγή ήταν κάτι απολύτως προβλέψιμο, όπως και η εθνικότητα των νεκρών. Λες και δεν ήταν σκοπός της αποστολής να καταγγείλει στην πράξη τον αποκλεισμό της Γάζας, προσπαθώντας έτσι να στρέψει προς τα εκεί το βλέμμα της κοινής γνώμης, αλλά και να ευαισθητοποιήσει τους πολιτικούς φορείς των χωρών της «διεθνούς κοινότητας». Όχι, όλα αυτά συνέβησαν, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, ως προσχεδιασμένα πολιτικά παιχνίδια της Τουρκίας, που επεδίωξε συνειδητά ένα τόσο υψηλό επίπεδο όξυνσης των σχέσεών της με το Ισραήλ. Ξυπνητζίδικες υστερόβουλες πολιτικές αναλύσεις, που διατυπώνονται εκ των υστέρων, με την ίδια άνεση με την οποία λίγες μέρες πριν, προσπερνούσαν εύκολα την υπόθεση βαφτίζοντας την απλά «επαναστατικό τουρισμό».
***************
Στην πορεία της Δευτέρας έξω από την ισραηλινή πρεσβεία, εκατοντάδες άτομα κινδύνεψαν είτε να ποδοπατηθούν, αν επικρατούσε ο πανικός, είτε να πάθουν ασφυξία, όταν τα ΜΑΤ αποφάσισαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση πετώντας χημικά δίπλα ακριβώς από τους διαδηλωτές, που είχαν μόνο έναν στενό διάδρομο διαφυγής πίσω τους. Μπορεί οι καταγγελίες για την αστυνομική αυθαιρεσία να έχουν γίνει πια κάτι τόσο συνηθισμένο ώστε σχεδόν τίποτε να μην προκαλεί έκπληξη, η συγκεκριμένη όμως αίσθηση της ψεκασμένης κατσαρίδας, για το διάστημα που στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο αναγκαζόμασταν να οπισθοχωρούμε σημειωτόν, με αρκετούς να κάνουν εμετό, είναι κάτι που δυσκολεύεσαι να ξεχάσεις για καιρό.
***************
Στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, ο Α. μιλάει για τον γείτονά του τον κύριο Κ., που έρχεται τακτικά για εφημερίδες και μικροψώνια. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ από προχθές το βράδυ με αυτά που είδα», του είπε την τελευταία φορά που πέρασε. Ο κύριος Κ. είναι συνταξιούχος σε μεγάλη ηλικία. Στο καρπό του ενός χεριού του έχει εδώ και 70 χρόνια σημειωμένο έναν αριθμό. Ως πότε οι αναίσθητοι θα κουβαλούν μόνο το θράσος τους και οι άγιοι όλες τις ενοχές;