27.10.09

Η κυρία Δώρα

(…) Κι ο Αναστάσης το ίδιο, απ’ το άλλο πρωί, που η Βούλα του εξήγησε τη νύχτα που περάσαµε οι τρεις µας, και το τι ειπώθηκε, και το τι συνέβαινε ακριβώς µε τη συγκάτοικό µας αυτή, ένιωσε αµέσως υποχρεωµένος να δηλώσει την εκτίµησή του γι’ αυτό το πρόσωπο, και να το περιγράψει µε τα δικά του χρώµατα, για να το τοποθετήσει σωστά. «Ώστε έτσι», µου είπε το πρωί, πριν φύγουν µε τη Βούλα για να πάνε να κάνουν το µπάνιο τους στην άλλη άκρη τού κόλπου όπου τα νερά θα ήταν καθαρότερα απ’ ό,τι µπροστά στο ξενοδοχείο, «η κυρία που µένει µαζί µας στο ξενοδοχείο, είναι παλιά αριστερή, µακρονησιώτισσα. Μπράβο, µπράβο. Ωραία, πολύ ωραία. Είχατε αγωνιστικές διηγήσεις χτες το βράδυ.» Και ύστερα πρόσθεσε: «Και πού ανήκει τώρα η κυρία; Εκεί που ανήκουν οι πολλοί µάλλον. Έτσι είναι, οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν ξεφεύγουν, δεν µπορούν να ξεφύγουν, είναι δικαιολογηµένοι.»

Με νευρίαζε το ύφος αυτών των ανθρώπων να µη συγκινούνται ποτέ από τίποτα, να τα βλέπουν όλα ψυχρά και λογικά, και όταν συναντούν παλιούς τέτοιους άνθρωπους που βασανίστηκαν (υπόφεραν) στις εξορίες, να συµπεριφέρονται τελικά σαν να συναντούν φυσικά τµήµατα ενός κόσµου που είναι απολύτως λογικός. Στην αρχή ο Αναστάσης θέλησε να εκµεταλλευτεί την παρουσία τής κυρία ∆ώρας και να κάνει και επίδειξη τής ιδεολογίας του. Ήταν µάλιστα εξαιρετικά διαχυτικός µαζί της, και όλο υπονοούµενα συντροφικότητας και κοινών πολιτικών γνώσεων, από το πρώτο µεσηµέρι που φάγαµε στην ταβέρνα τού Μιχάλη, και συναντηθήκαµε όλοι. Τον έκαιγε πάντως να µάθει αν ανήκει στην παραδοσιακή αριστερά σήµερα η κυρία ∆ώρα ή δεν ανήκει ίσως πουθενά, οπότε έβαλε τη δεξιοτεχνία του για να τή θαµπώσει και να τήν πάρει µε το µέρος του. Έτσι ανέφερε στη συζήτηση τού φαγητού όλους τούς αγώνες εναντίον τής χούντας, και το πολυτεχνείο, για τα οποία µιλούσε πάντα σαν να είχε συµµετάσχει σε όλα αυτά. Τελικά τα πέντε µεσηµέρια που έµεινε µαζί μας ο Αναστάσης και τρώγαµε στην ταβέρνα τού Μιχάλη στο ίδιο τραπέζι και οι τέσσερις, ο Αναστάσης πέρασε όλα τα θέµατα, από τον εµφύλιο και τις εξορίες, Παπάγο, καραµανλική οκταετία, ανέλυσε τη δύναµη που είχε, και τη σηµασία που είχε τότε το κυπριακό, τη σηµασία των αγώνων τού ένα ένα τέσσερα, το φοιτητικό εισιτήριο, τη σηµασία των κινητοποιήσεων των οικοδόµων, τη δολοφονία του Λαµπράκη, το φόνο τού Πέτρουλα, τη σηµασία και τα αίτια της ανάδειξης του γέρου Παπανδρέου σε λαϊκό ηγέτη, το αναπόφευκτο των Ιουλιανών, το αναπόφευκτο της χούντας, την καίρια και δύσκολη φάση των αγροτικών κινητοποιήσεων τότε, την καίρια σύµπτωση των κινητοποιήσεων της Νοµικής µε την απαρχή των µεγάλων οικονοµικών και πολιτικών κρίσεων τής χούντας, τη σηµασία τού Πολυτεχνείου, πέρα από τη µετέπειτα στείρα µυθοποίηση, σε σχέση µε τη νέα αναπόφευκτη κρίση τού Κυπριακού, την αναπόφευκτη µετατροπή τού Καραµανλή σε εθνάρχη, τη µεγάλη ευθύνη των κοµµάτων τής αριστεράς για την ασφαλή τους χρεοκοπία, τα αίτια της ανάδειξης του γιου Παπανδρέου σε λαϊκό ηγέτη και ξεγράφοντας, µε αυτόν τον τρόπο, όλα τα κόµµατα και κάνοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο µια αναµφίβολα αξιοθαύµαστη και έξυπνη έκθεση της δικής του πολιτικής τοποθέτησης, έφτασε ως το κοτοπουλάδικο το οποίο η κυβέρνηση δεν έχει καµµία διάθεση να αποµακρύνει καταλήγοντας µε την επισήµανση τής τραγικής θέσης αυτών των ανθρώπων που βλέπουν τη ζωή τους και τον αέρα τους να µολύνεται µες στα προδιαγεγραµµένα και κλασικά µονοπάτια που επιβάλλει η οικονοµία µας.

Η κυρία ∆ώρα όµως, ενώ τον άκουγε χωρίς να επεµβαίνει στα προηγούµενα, στο θέµα τού κοτοπουλάδικου τον πληροφόρησε για τις κινητοποιήσεις των χωρικών /…/ ενάντια στο ορνιθοτροφείο που είχε αυξηθεί σε τόσο τροµακτικό βαθµό από δάνεια τής χούντας /…/ και γι’ αυτό η δυστυχία και η στέρηση χρειάζεται, οι άλλοι µπορούν να έχουν και µερικά αγαθά, αυτό δηλαδή που συνέβη µε το ανατολικό και το δυτικό Βερολίνο, συνέχισε η κυρία ∆ώρα, που το ανατολικό έφτασε να κάνει τρόπο ζωής, να κάνει αγαθό τελικά τη στέρηση, και πάντα της απορούσε τότε µε το τείχος στις αρχές τής δεκαετίας εκείνης που γίνονταν κι οι πολλές αποδράσεις, και παρ’ όλο που αυτή είχε γυρίσει απ’ την εξορία σε τέτοια κατάσταση, που κι ο άντρας της τρόµαξε όταν την είδε, όταν γύρισε ο άντρας της την κοίταζε ώρες σιωπηλός και δεν µπορούσε να το πιστέψει ότι ήταν η ίδια, γιατί ήτανε πολύ όµορφη είναι η αλήθεια παλιά, και πολλές φορές αφού είχαν µείνει ώρα σιωπηλοί και κοιταζόντουσαν, αυτός τής έλεγε σιγά «καµµιά φορά αναλογίζοµαι αν το άξιζε πραγµατικά να χάσεις αυτά τα ωραία πόδια που είχες, γι’ αυτόν τον βροµόκοσµο», κι εκείνη έλεγε «αναρωτιέµαι γιατί φεύγουν µονάχα απ’ τη µία µεριά και θέλουν όλοι να πάνε στην άλλη, και δεν γίνεται ποτέ το αντίστροφο», γιατί αυτή δεν ήτανε διαβασµένη, δεν είχε καµµία σχέση µε τα πολιτικά, ήταν πολύ όµορφη, και είχε τη δουλειά της στην τράπεζα, και αγαπιόταν µε τον άντρα της, και είχε φωτογραφίες µε γούνες και χρυσαφικά, και ήταν όµορφη και της άρεσε η καλοπέραση, και στην τράπεζα που δούλευε ήτανε σ’ ένα τµήµα – επί κατοχής – όπου όλοι καλοπερνούσαν, δεν είχαν καµµιά επαφή µε τούς πελάτες και τον πολύ κόσµο, ήταν µια κλειστή παρέα από κοπέλες και άντρες που είχαν τά γραφεία τους και όλη µέρα γελούσαν και κουβέντιαζαν. Και µια µέρα να σου και συµβαίνει η καταστροφή, και τη µεταθέτουνε στο χειρότερο τµήµα της τράπεζας, κάτω στο υπόγειο, όπου τον πρώτο καιρό τής φάνηκε ότι θα πεθάνει από τη θλίψη και την κατήφεια, όπου όλο το µέρος ήταν σκοτεινό και όλοι δούλευαν ο καθένας σκυµµένος στον πάγκο του, και όταν σχόλαγαν µιλούσαν µεταξύ τους µονάχα βλοσυρά και αυτήν την άφηναν πάντα απέξω, σα να τη φοβόντουσαν ή και να την υποπτευόντουσαν ακόµα, και αργότερα έµαθε ότι είχαν το λόγο τους γι’ αυτό, γιατί εκτός που ντυνόταν έτσι ωραία και πλούσια, τούς την είχαν φέρει και ξαφνικά, και πίστευαν ότι την είχαν για καταδότρια, αλλά αυτή δεν ήξερε βέβαια τίποτα, την είχε πειράξει απλώς η σκοτεινιά κι η µελαγχολία αυτού τού γραφείου, ώσπου στο τέλος για να µην πεθάνει «δεν θα µου µαυρίζανε εµένα τη ζωή εκεί µέσα» αποφάσισε ν’ αρχίσει να γελάει όπως συνήθως και να λέει αστεία, και να αγνοήσει τη δικιά τους κατήφεια, γιατί αυτηνής τής χρειαζόταν το γέλιο, και ο τύπος της ήταν χαρούµενος, κι έτσι δεν θα τους έκανε το χατήρι να είναι διαρκώς σοβαρή και πένθιµη για χάρη τους, και ύστερα, άρχισαν κι αυτοί ν’ αλλάζουν και είχε µπει στην παρέα τους και ήταν φίλη τους, και τότε σιγά-σιγά τής δώσανε να καταλάβει, ή το κατάλαβε µάλλον µόνη της, ότι όλους αυτούς κάτι άλλο τούς ένωνε, δεν ήταν απλώς έτσι χωρίς λόγο βλοσυροί, κατάλαβε ότι ήταν οργανωµένοι, κατάλαβε την παρανοµία και το ΕΑΜ, στο τέλος κατάλαβε κιόλας ότι νόµιζαν πως είχε µπει στη µέση σαν καταδότρια.

Μετά συνήθισε πολύ αυτήν την ατµόσφαιρα στο υπόγειο, όπου υπήρχε µετέωρος πάνω τους αυτός ο αγώνας τής αντίστασης, η ζωή που έκανε πριν στο άλλο γραφείο τής φαινόταν πολύ κακή και ανόητη, έµπαινε όλο και περισσότερο στο νόηµα και την έπιασε και ειλικρινής ενθουσιασµός για την αντίσταση, και µια µέρα το πήρε απόφαση και απευθύνθηκε στον µεγαλύτερο εκεί µέσα, που του είχε και την περισσότερη εµπιστοσύνη, και της φαινόταν ότι είχε και τα µεγαλύτερα αξιώµατα, και τού είπε «θέλω να µε γράψετε κι εµένα, θέλω να µε γράψετε», «να σε γράψουµε;» είπε αυτός, και ήταν σχεδόν σύµφωνος γιατί είχε πειστεί πια γι’ αυτήν, και θα τής το πρότεινε κι ο ίδιος αν δεν τού το ’λεγε αυτή πρώτη, «να σε γράψουµε», είπε, «όχι, είπε αυτή, δεν κατάλαβες, όχι στο ΕΑΜ, στο Κόµµα θέλω να µέ γράψετε», σκέψου θράσος που το ’χα, είπε η κυρία ∆ώρα και γέλασε πλούσια και βαθειά, «είχα θράσος και άγνοια, να γραφτώ στο κόµµα, εκεί που γραφόντουσαν οι πιο εκλεκτοί», αλλά δεν πρόλαβα να γραφτώ ούτε στο ΕΑΜ ούτε στο κόµµα, εγώ δεν ήµουνα γραµµένη πουθενά όταν µε πήγανε στην εξορία, τυπικά εγώ ήµουνα τελείως αθώα, δεν ήµουνα γραµµένη πουθενά, όµως ήµουνα όµορφη, ήµουνα πολύ όµορφη τότε και στη µεγάλη διαδήλωση που έγινε ήµουνα εγώ αυτή που βρισκόταν µπροστά και κρατούσε τη σηµαία, γιατί είχα πάει βέβαια, τούς ακολουθούσα συνέχεια κι ας µη µ’ είχαν γράψει ακόµα πουθενά, ίσως δεν µου είχαν ακόµα και πλήρη εµπιστοσύνη, αλλά ήµουνα πάρα πολύ όµορφη, δεν είναι κακό που το λέω, δεν είναι κακό, γιατί αυτό ήταν η αιτία για να πάω εγώ εξορία, και κείνη τή µέρα ήµουν ακόµα πιο όµορφη και είχε τύχει να φορέσω, όχι πως το ’χα σκεφτεί, καθόλου δεν το ’χα σκεφτεί, αλλά είχα βάλει ένα απ’ αυτά τα ντεπιές φούστα και µπλουζίτσα άσπρο και γαλάζιο ήτανε µε ρίγες κιόλας, κι όπως ετοιµαζόµαστε εκεί να ξεκινήσει η πορεία, λέει ένας από τούς επικεφαλής «να αυτό το όµορφο κορίτσι θα βάλουµε να κρατάει τη σηµαία µας που είναι ντυµένο και µε τα χρώµατα τής ελληνικής» και παίρνω τη σηµαία και µπαίνω µπροστά και πέρασα όλη την Αθήνα έτσι επικεφαλής της διαδήλωσης µε τη σηµαία εγώ να την κρατάω. Και δεν µπορείτε να το πιστέψετε πόσοι άνθρωποι µε είδαν και µου το έλεγαν ότι µε θυµόντουσαν σε κείνη τη διαδήλωση µε τη σηµαία που ήµουνα µπροστά, και ύστερα θυµάµαι µια µέρα που περνούσα µπροστά από ένα αστυνοµικό τµήµα µε τον Κώστα τον άντρα µου, και ήταν δύο αστυνοµικοί στην πόρτα και ο ένας είπε στον άλλο «να, αυτή ήτανε µε τη σηµαία» («αυτή δεν ήτανε που κρατούσε τη σηµαία;»), και έτσι µε πήραν εµένα στη Μακρόνησο, δεν ήµουνα οργανωµένη, δεν είχα προφτάσει να µπω πουθενά και ήµουνα και ανίδεη σχεδόν, ό,τι έµαθα το έµαθα στην εξορία, όταν µας φέρανε στην Αθήνα, σταµάτησε θυµάµαι το καµιόνι στην οδό Πανεπιστηµίου γωνία, και ήταν ο Κώστας, και γω από την αδυναµία δεν µπορούσα να περπατήσω, και µε πήρε και µε σήκωσε στα χέρια του σαν πούπουλο, και θυµάµαι είχε σταθεί κόσµος, είχε µαζευτεί κόσµος γύρω και κοίταζε, και ήταν και γυναίκες, και οι άνθρωποι λέγανε «Ώστε έτσι γυρίζουν οι γυναίκες από τη Μακρόνησο;», µε πήρε στα χέρια του και µε σήκωσε σαν πούπουλο, δεν µπορούσα να περπατήσω απ’ την αδυναµία, δεν είχα πια βάρος. Ήταν απ’ αυτά τα µέρη, όµορφος άντρας, το χωριό του είναι απ’ αυτά τα χωριά στο βουνό, εδώ αυτά τα µέρη βγάζουν όµορφους άντρες, κατεβαίνανε µονάχα απ’ τα γύρω χωριά και ψαρεύανε, είχε κάτι ψαροκαλύβες µόνο, εδώ που είναι τώρα τα σπίτια των ψαράδων, σιγά-σιγά επεκτάθηκε το υπόλοιπο χωριό και χτίστηκε όλο το µέρος. /…/

«Τελικά είναι λίγο χαζή όµως η κυρία», είπε ο Αναστάσης τήν εποµένη φορά που µε είδε.

(…)

Η κυρία ∆ώρα έλεγε «Ναι, βέβαια, η φτώχεια των παιδιών είναι µεγάλη ντροπή, µεγάλη ντροπή για την ανθρωπότητα, θα ’πρεπε όλοι να ντρεπόµαστε /…/, εγώ ύστερα όταν είχα καταλάβει τον κόσµο και είχα γίνει αριστερή έφθασα να ντρέποµαι για τις γούνες που είχα και για το πόσο καλά ντυνόµουνα µέχρι τότε. Ντρεπόµουνα δηλαδή για τη δικιά µου την ευτυχία και την καλοπέραση, ντρεπόµουνα φοβερά. Εγώ όλα στην εξορία άρχισα να τα µαθαίνω, γιατί εκεί ήταν µερικές γυναίκες προσωπικότητες και µας ξυπνήσανε εµάς τις αδαείς, όσες δηλαδή από µας ακόµα κοιµόµαστε βαθειά. Γιατί προηγουµένως εγώ δεν είχα ιδέα από τίποτα, τίποτα δεν ήξερα. Ούτε είχα προλάβει να κάνω τίποτα. Μόνο και µόνο επειδή ήµουνα όµορφη, αυτός ήταν ο λόγος που πήγα εγώ εξορία. ∆εν είχα προλάβει να κάνω απολύτως τίποτα. Με είδε όµως όλη η Αθήνα που κρατούσα τη σηµαία. Άνθρωποι και άνθρωποι µου το λέγανε µετά ότι µε θυµόντουσαν».

Και η κυρία ∆ώρα συνέχισε µετά µ’ αυτό το χιουµοριστικό ύφος που της άρεσε πολύ να το χρησιµοποιεί, κυρίως όταν περιέγραφε τον εαυτό της, ίσως γιατί τής έδινε µετά την ευκαιρία να γελάει µ’ αυτό το πολύ πλούσιο γέλιο, το πολύ περίεργο άλλωστε:
– Να ένας λόγος λοιπόν να τιµωρηθείς, η οµορφιά είναι κι αυτή ένας λόγος, εγώ δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ πριν ότι ήταν λόγος κι η οµορφιά. Εσείς να τ’ ακούτε που είσαστε νέες κι όµορφες, συνέχισε, και µε σκούντησε όπως ήµουν ξαπλωµένη δίπλα της στο πόδι µε το πόδι της, γελώντας έτσι πλούσια. Η Βούλα γέλασε µε τυπικότητα και βιαστικά κι είχα την εντύπωση ότι θα κουνήθηκε ενοχληµένη στην καρέκλα της, παρ’ όλο που δεν την έβλεπα καθόλου όπως ήµουν ξαπλωµένη. Όµως ήµουνα σίγουρη ότι το θεωρούσε αταίριαστο από µέρους της κυρίας ∆ώρας που γελούσε µε τον εαυτό της, και πολύ περισσότερο είµαι σίγουρη ότι κουνήθηκε ενοχληµένη στην καρέκλα της.

– Ε, καλά, τα παραλέτε άσχηµα πάντα για τον εαυτό σας και µειωτικά, είπε, τόση πολλή µετριοφροσύνη δεν κάνει καλό, αγωνιστήκατε κι εσείς και µάλιστα πολύ σωστά, µε τον τρόπο σας, είπε θέλοντας να βάλει τα πράγµατα στη σωστή τους θέση.
– Βέβαια, είπε η κυρία ∆ώρα σαν αφηρηµένη, βέβαια, κι εγώ, όταν κατάλαβα ότι όλοι αυτοί οι συνάδελφοί µου ήταν οργανωµένοι, µ’ είχε πιάσει ένας ενθουσιασµός που ήθελα να µε γράψουν κατευθείαν στο κόµµα, τόσο πολύ δεν είχα ιδέα. Είχα µέσα µου έναν ενθουσιασµό κι ένα πάθος. Ν’ αγωνιστώ για την ελευθερία, για το δίκιο, για όλα. Πετούσα στα σύννεφα. Όµως ο λόγος που µού δώσαν να κρατήσω τη σηµαία ήταν που ήµουν έτσι όµορφη, ψηλή, ξέρετε πολύ αεράτη, και φορούσα κι εκείνο το ντεπιές. Μ’ έβλεπε όλη η Αθήνα τότε, λοιπόν, δεν µπορείτε να φανταστείτε τι καµάρι που είχα, πόσο περήφανη αισθανόµουνα, ένιωθα µια τέτοια ευτυχία που µου φαινόταν πώς να σάς το πω, κάτι σαν να µην πατούσα στη γη, κάτι σαν να µε κρατούσαν αγγέλοι και να µε περιφέρανε, και µάλιστα νόµιζα ότι τούς έβλεπα κιόλας κι ότι µε κρατούσανε ο ένας απ’ τ’ αριστερά µου, ο άλλος από δεξιά µου, και µε σηκώναν µάλιστα και µε πηγαίνανε πάνω απ’ το έδαφος, γιατί δεν κουράστηκα και καθόλου. Ένα περίεργο πράγµα, δεν ένιωσα κούραση. Υπήρχε είναι η αλήθεια µια έκσταση, ένας ενθουσιασµός, µια έκσταση πραγµατική, αγωνιστική δηλαδή, εκείνη την ηµέρα, ένας ενθουσιασµός, φωνές, από τα συνθήµατα βούιζε το σύµπαν, όλο αυτό το πλήθος, κι εγώ να, µπροστά, κορδωµένη, κορδωτή καµαρωτή να κρατώ τη σηµαία, αφού πραγµατικά µου φαινότανε σαν να είµαι στην ανάληψη, σαν να αναληπτόµουνα. Αφού θυµάµαι όταν φτάσαµε σπίτι εγώ σαν να πετούσα, δεν καταλάβαινα κούραση, αφού είπα τού Κώστα «βρε παιδί µου, εγώ ήµουνα σαν να µε κρατάγανε αγγέλοι και δεν περπατούσα, δεν κουράστηκα, µήπως, βρε Κώστα, µε κρατούσαν αγγέλοι πραγµατικά; Είδες εσύ τίποτα;» Κι αυτός έτσι καλός που ήτανε πάντα, το θυµάµαι, γέµισε µια λεκάνη και µού ’φερε να βουτήξω τα πόδια µου, και µού τα ’τριβε.

Σταµάτησε λίγο κι έπειτα είπε:
– Ε, και βέβαια µετά την ανάληψη ακολουθεί η προσγείωση. Τώρα είναι εντελώς προσγειωµένα, είπε, και χτύπησε τα γόνατά της. Και να θέλουνε δηλαδή, είναι τόσο χοντρά, που δεν σηκώνονται µε τίποτα. Προσγειώθηκαν πια για τα καλά.
Είπε και γέλασε.

Τεντώθηκα καλύτερα πάνω στην άµµο, ένιωσα µια καινούργια φουρνιά καθαρού αίµατος να κατεβαίνει και τής είπα κοιτώντας ευχαριστηµένη το φεγγάρι:
– Όταν γυρίσατε όµως, τότε που σάς πήρε στα χέρια του ο άντρας σας, είσαστε πολύ αδύνατη, σαν εξαϋλωµένη.
– Α, ναι, είπε, πετσί και κόκκαλο, αφού µέ σήκωσε ο καηµένος στα δυο του χέρια σα µωρό παιδί, δεν ήµουνα πια άνθρωπος.
Σώπασε πάλι λίγο κι ύστερα πρόσθεσε:
– ∆εν µπορούσα να τα πατήσω τα πόδια µου κάτω, απ’ την αδυναµία, δεν µπορούσα καθόλου να περπατήσω.
Ξανασώπασε πάλι, κι εµείς σιωπούσαµε. Ύστερα πρόσθεσε:
– Και τώρα έγιναν έτσι, που τρέµει η γης άµα πατάν.
– Τρέµει η γη δηλαδή γιατί είναι βαριά και χοντρά και ασήκωτα, κι όχι για κανέναν άλλο λόγο, απ’ αυτούς που λέει το τραγούδι, συµπλήρωσε.

∆εν ήξερα ποιο τραγούδι ακριβώς ήταν αυτό, ίσως κανένα δηµοτικό, όµως είχα καταλάβει γενικά ότι τής άρεσε πολύ η ποίηση, και πρέπει να διάβαζε και να είχε διαβάσει γενικά, υποπτεύοµαι ότι σ’ αυτό δεν τη βοήθησε καθόλου η εξορία, µάλλον θα διάβαζε και πριν πάει, και αφού ξαναγύρισε: τον Καβάφη παραδείγµατος χάριν που µου είχε πει κάποια στιγµή ότι τής άρεσε πολύ, και τον διάβαζε πάντοτε, τον είχε πάντοτε δίπλα της και τον διάβαζε. Ιδιαίτερα για την κυρία ∆ώρα µε είχε προβληµατίσει πολύ το πώς θα µπορούσα να τη ζωγραφίσω δίνοντας στα πόδια της την αίσθηση αυτή ακριβώς, ότι την είχαν αναγκασµένη να πατάει πολύ γερά στη γη. Να τα έκανα σαν στοιχεία τού εδάφους, σαν στοιχεία τού χώµατος, /…/. Πάντως έπρεπε οπωσδήποτε στην Αθήνα να την επισκεφτώ σπίτι της για να δω παλιές φωτογραφίες της, όπως µου είχε τονίσει κι αυτή. Το πορτραίτο που θα της έκανα ήθελα να περιέχει οπωσδήποτε το νεανικό της πρόσωπο. Και εξάλλου οπωσδήποτε να περιέχει και αυτά τα χοντρά πόδια, αυτές τις ψηλές µεν αλλά πάρα πολύ χοντρές γάµπες.

Από το βιβλίο της Χάρης Σταθάτου, «Προετοιμασίες».

Εκτενή αποσπάσματα από αυτό και άλλα δικά της μυθιστορήματα (κυκλοφορημένα και ανέκδοτα), στις «απολίτιστες τέχνες».

Άλλα κείμενά της βρίσκονται στα δύο μπλογκ της, «σημειωματάριο τεχνών» και «σημειωματάριο κήπων».

3 σχόλια:

silentcrossing είπε...

:)

χαρη είπε...

Head να σού αφήσω κι εγώ ένα χαμόγελο σαν τού Silent τώρα ;

Σ' ευχαριστώ για την επιλογή και τής μέρας (γιατί από σένα έμαθα για τόν θάνατο τής Έλλης Παππά σήμερα...)
(η θεία μου η Ρένα (Κωνσταντινίδη), τό πραγματικό πρόσωπο που "κρύβεται" πίσω απ' αυτήν τήν αφήγηση τής "κυρίας Δώρας" τήν είχε γνωρίσει νομίζω στην εξορία... - ήμουν μικρή όταν μού τα αφηγήθηκε και είχα κρατήσει τότε σημειώσεις)

λοιπόν, thanx

head charge είπε...

Χάρη, το γεγονός ότι η αφήγηση προέρχεται από υπαρκτό πρόσωπο νομίζω ότι κάνει ακόμη πιο δυνατό το κείμενο - φοβερή η ιστορία της θείας, όσο κι η καταγραφή της!